Η επίδραση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στην κοινή γνώμη για την εγκληματικότητα

Της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

Σύμφωνα με το άρθρο του Συντάγματος 5Α «καθένας έχει δικαίωμα στην  πληροφορία και στη διαχείρισή της»[1]. Ο τρόπος με τον οποίο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (εφ’ εξής Μ.Μ.Ε) διαχειρίζονται την πληροφορία σχετικά με την εγκληματικότητα έχει αναδειχθεί σημαντικό συστατικό της καθημερινής ζωής αλλά και στην επιστήμη της Εγκληματολογίας[2], εφ’ όσον οι πολίτες ενημερώνονται για τα κοινωνικά ζητήματα μέσω αυτών και πλάθεται μετανεωτερικά η κοινωνική συνείδηση. Η επιλογή των ειδήσεων από τα Μ.Μ.Ε δεν ακολουθεί αντικειμενικά κριτήρια, όπως έχουν αποδείξει οι έρευνες των κοινωνικών αναπαραστάσεων για το έγκλημα και τον εγκληματία, καθώς, ο βασικός στόχος τους είναι η αύξηση της ακροαματικότητας η οποία απορρέει από τη συγκινησιακή φόρτιση και τον εντυπωσιασμό που επιζητά το κοινό[3]. Τα κριτήρια που ακολουθούν εστιάζονται[4]:

Α. Στη σοβαρότητα του εγκλήματος: δηλαδή στις ανθρωποκτονίες, εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και το οργανωμένο έγκλημα.

Β. Στη θέση του θύματος: ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στα παιδιά και στους ηλικιωμένους.

Γ. Στον τρόπο που πραγματοποιήθηκε το έγκλημα (“modus operandi”).

Επιπρόσθετο κριτήριο αποτελεί το συστατικό στοιχείο του καινούργιου και της σύγκρουσης που εμπεριέχονται στο έγκλημα και παρουσιάζεται έτσι η κοινωνία ως συνεχώς μεταβαλλόμενη. Ως προς το πρώτο στοιχείο, αν και το έγκλημα είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο, ο δράστης συνήθως είναι, κάθε φορά, ένα καινούργιο πρόσωπο. Ως προς το στοιχείο της σύγκρουσης, τα Μ.Μ.Ε επιδιώκουν να εμφανίζουν την κοινωνία ως απόλυτα συγκρουσιακή και ελάχιστα συναινετική. Απόδειξη αυτού αποτελούν τα εγκλήματα βίας και τα ναρκωτικά, η συνεχής προβολή των οποίων διαστρεβλώνει τα πραγματικά ποσοστά εγκληματικότητας[5].

Μια άλλη οπτική ως προς την επιλογή των ειδήσεων από τα Μ.Μ.Ε, μεταγενέστερα, είναι η άποψη του ότι: «(η ποινική διαδικασία) πρόκειται για «τηλεοπτικό αγαθό» το οποίο συνδυάζει το χαμηλό κόστος –  κανείς δεν πληρώνει δικαιώματα στους κατηγορουμένους ή σε άλλους παράγοντες της δίκης για να εμφανιστούν στην τηλεόραση – προς την υψηλή ψυχαγωγική αξία. Η ποινική δίκη συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που ανεβάζουν την τηλεθέαση: έγκλημα, μυστήριο, συνομωσίες, ένταση, συγκρούσεις, αποκαλύψεις, εκπλήξεις, κ.ο.κ.»[6].

Σχετικά με την εικόνα του δράστη, αυτή παρουσιάζεται συχνά παραμορφωτική παρομοιάζοντάς τον με «τέρας» που διακατέχεται από εκδικητικές τάσεις και που έχει ήδη βεβαρημένο ποινικό μητρώο στιγματίζοντάς τον και οδηγώντας τον στο περιθώριο προτού κατ’ αρχήν κριθεί. Το κοινό που ενδιαφέρεται για τη συγκεκριμένη θεματολογία ειδήσεων συνήθως καλύπτει όσους αισθάνονται πιο ευάλωτοι απέναντι στο έγκλημα και αποκομμένοι από την κοινωνία και «συχνά επιδεικνύει και μια ανάλογη ανάγκη για αύξηση της καταστολής»[7].

Τη σημερινή εποχή ασκείται όλο και περισσότερη επιρροή των τηλεοπτικών σειρών ανάλογων με τη θεματολογία των ειδήσεων που προαναφέρθηκε, σχετικά δηλαδή με το έγκλημα και την καταπολέμησή του από τον επίσημο κοινωνικό έλεγχο. Πρόκειται για τις τηλεοπτικές σειρές (“CSI”, “NCIS” κ.ο.κ) , οι οποίες αγγίζουν περισσότερο την ηλικιακή ομάδα ατόμων 15-24 ετών, παρουσιάζοντας την βιαιότερη πλευρά της εγκληματικής συμπεριφοράς και προσεγγίζοντάς την επιφανειακά και αποσπασματικά.

Με τον ίδιο περιγραφικό τρόπο προσεγγίζουν και τον επίσημο κοινωνικό έλεγχο (αστυνομία, δικαστικοί λειτουργοί, κτλ.) με αποτέλεσμα την λανθασμένη εικόνα γι’ αυτόν και τις λειτουργίες του, αυξομειώνοντας το γόητρο ή και την αξιοπιστία τους πολύ εύκολα αναλόγως την περίσταση της πιθανής ικανοποίησης του περί δικαίου αισθήματος[8].

Αυτή η λανθασμένη αντίληψη του κοινού, ουσιαστικά και πλήρως υποκινούμενη και διαμορφωμένη από τα Μ.Μ.Ε, γενικότερα, έχει οδηγήσει στη δημιουργία στερεοτύπων ως προς όλα τα μέλη του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και, άρα, τον εγκληματία. Σαφέστερα, το στερεότυπο του εγκληματία για τα Μ.Μ.Ε εστιάζει περισσότερο στην εξωτερική εμφάνιση με ό,τι συνεπάγεται αυτή (τατουάζ, σκισμένα ρούχα, απεριποίητος και άλλα) και στον τρόπο συμπεριφοράς με συνέπεια τη δημιουργία του φόβου του εγκλήματος στην κοινή γνώμη[9] καθώς επιλέγουν να υπερτονίζουν και να υπερ-προβάλλουν αυτά τα στερεότυπα καταλήγωντας μεταφορικώς στην κατάργηση του δικαιώματός του περί τεκμηρίου αθωότητας των υπόπτων και κυριολεκτικώς στον στιγματισμό του πριν την έναρξη της ποινικής δίκης[10].      

Ως φόβος του εγκλήματος ορίζεται: «μια λογική ή παράλογη κατάσταση συναγερμού ή ανησυχίας προκαλούμενη από την πεποίθηση ότι κάποιος κινδυνεύει να γίνει θύμα εγκληματικής ενέργειας»[11]. Θεωρείται αναγκαία η διάκριση μεταξύ του «άμεσου φόβου θυματοποίησης και πρόσληψης της εγκληματικότητας ως σοβαρού κοινωνικού προβλήματος (…)»[12], με το τελευταίο να δημιουργεί μια γενικότερη ανησυχία και ανασφάλεια στο άτομο ως μέλος της κοινωνίας. Μερικές φορές, όμως, επικρατεί μια σύγχυση στο κοινό εξ αιτίας της διαστρεβλωμένης πληροφόρησής του από τα Μ.Μ.Ε, η οποία παίρνει τη μορφή της ταύτισης ατομικής – συλλογικής (κοινωνικής) θυματοποίησης. Έτσι, ο φόβος του εγκλήματος προσλαμβάνει συχνά εξωπραγματικές διαστάσεις λόγω του ότι βασίζεται σε μια επιφανειακή αντίληψη της πραγματικότητας των ατόμων.

Σύμφωνα με τις έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί πάνω στο θέμα της επίδρασης των Μ.Μ.Ε στην κοινή γνώμη και στο θέμα του φόβου του εγκλήματος, έχει διαπιστωθεί ότι[13]:

  • Τα Μ.Μ.Ε αποσκοπούν, πολλές φορές, στη δραματοποίηση των θεμάτων εγκληματικότητας (κυρίως βίαιης) που παρουσιάζουν, προσπαθώντας να εκμαιεύσουν το συγκινησιακό στοιχείο από το κοινό, συμβάλλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο στην αύξηση του φόβου.
  • Όσα άτομα χαρακτηρίζονται περισσότερο για την τιμωρητική τους στάση και επιδιώκουν την αυστηροποίηση του κοινωνικού ελέγχου απέναντι στους δράστες αξιόποινων πράξεων, ομολόγησαν ότι έχουν κατά νου το στερεότυπο του εγκληματία, δηλαδή του «επικίνδυνου» και βαριές μορφές εγκλημάτων, δηλαδή κακουργημάτων.

Αναφορικά με το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» έχει υποστηριχθεί: «Αυτό που συχνά εκλαμβάνεται ως «κοινό αίσθημα περί δικαίου» είναι (…) αυθόρμητες παραστάσεις και προκαταλήψεις του κοινού νου. Ορισμένες από αυτές ριζώνουν σε βαθύτερα κοιτάσματα κοινωνικών δοξασιών και βιόκοσμου κληροδοτημένου διά της παραδόσεως, όπως η πρωτόγονη ροπή για αντεκδίκηση και άμεση ανταπόδοση στο «κακό», ιδίως στο έγκλημα, ακόμη και με αυτοδικία. Η ροπή αυτή, επιδεινούμενη υπό συνθήκες κοινωνικής ανασφάλειας, οδηγεί κατά καιρούς μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης υπέρ δραστικής επιτάσεως του «νόμου και της τάξης» [ … ] »[14].

Εν κατακλείδι, η επίδραση των Μ.Μ.Ε στην κοινή γνώμη την «σπρώχνει» συνεχώς όλο και περισσότερο στη σύγχυση των εννοιών που επικρατεί ούτως ή άλλως μεταξύ γνώμης (opinion) – στάσης (attitude), η οποία έγκειται στο ότι η δεύτερη εστιάζει περισσότερο στο συναίσθημα παρά στη νόηση σε αντίθεση με την πρώτη που στρέφεται στην παρατήρηση και συγκεκριμενοποιείται σε δεδομένα ζητήματα αναφοράς[15].

Έτσι, αυτή η σύγχυση μεταφέρεται στην καθημερινή ζωή του κάθε ατόμου που ενημερώνεται από τα Μ.Μ.Ε για το έγκλημα συμβάλλοντας και προβάλλοντας το συναίσθημα έναντι της νόησης. Καθοριστικά εσωτερικεύει τον φόβο γι’ αυτό, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει με δυσπιστία και κυνικότητα το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης και ακόμη πιο τιμωρητικά τους εγκληματίες και επομένως να μην ενδιαφέρεται, πόσω μάλλον να υποστηρίζει, την κοινωνική επανένταξη του εγκληματία και την αντεγκληματική πολιτική που ακολουθείται γι’ αυτήν.

————– —————-

[1] http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/8c3e9046-78fb-48f4-bd82-bbba28ca1ef5/SYNTAGMA.pdf, Σύνταγμα της Ελλάδος, σελ. 21, παράγραφοι 1 και 2, τελευταία πρόσβαση: 1/5/18.

[2] Σύμφωνα με την κοινωνιολογική προσέγγιση, τα Μ.Μ.Ε πρέπει να αντιμετωπίζονται ως κοινωνική οργάνωση η οποία πρέπει να εξετάζεται ως ένα διευρυμένο δίκτυο με πολλούς συνδέσμους, όπως είναι οι φορείς κοινωνικού ελέγχου, η αστυνομία, τα δικαστήρια, η κοινή γνώμη και η κυβέρνηση. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ειδήσεις που αφορούν το έγκλημα και την απονομή της δικαιοσύνης ονομάστηκαν “Newsmaking Criminology” («Εγκληματολογία της Ειδησεογραφίας») από τον Barak το 1994.

http://www.greggbarak.com/custom4_2.html, Ιστολόγιο του ίδιου, τελευταία πρόσβαση: 1/5/18.

 Θεολόγη Β., Εγκληματικότητα και Μ.Μ.Ε,  Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010, σελ. 26.

[3] Ζαραφωνίτου Χ., Τιμωρητικότητα – Σύγχρονες τάσεις, διαστάσεις και εγκληματολογικοί προβληματισμοί, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ. 91 – 98.

Ζαραφωνίτου Χ., Μαντόγλου Α., «Η κοινωνική αναπαράσταση του εγκλήματος και του εγκληματία», στο Ν. Κουράκης (Επιμ.) και Ν. Κουλούρης (Συνεργ.) Αντεγκληματική Πολιτική ΙΙ, Αθήνα – Κομοτηνή, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2000, σελ. 77 – 121.  

[4] Σεραφετινίδου Μ., Κοινωνιολογία των μέσων μαζικής επικοινωνίας, Αθήνα, Gutenberg, 1995.

Λαμπροπούλου Ε. Π., Η κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Η περίπτωση της βίας και της εγκληματικότητας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1997, σελ. 63.

[5] Λαμπροπούλου Ε. Π., Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος, Αθήνα, Παπαζήση, 1994, σελ. 92 – 94.

[6] Αναγνωστόπουλος Η., «Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και η Ποινική Δίκη», Δίκαιο Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 1/2004, 1ο έτος, σελ. 59.

[7] Ζαραφωνίτου Χ., Τιμωρητικότητα – Σύγχρονες τάσεις, διαστάσεις και εγκληματολογικοί προβληματισμοί, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ. 88.

[8] Λαμπροπούλου Ε. Π., Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος, Αθήνα, Παπαζήση, 1994, σελ. 216.

[9] Η προσέγγιση του «ηθικού πανικού» είναι γνωστή πρεσβέτειρα της συσχέτισης εγκληματικού φαινομένου και τιμωρητικότητας (υποκειμενικής και αντικειμενικής).

McRobbie A. & Thornton S., “Rethinking “moral panic” for multimediated social worlds”, British Journal of Sociology, 4/46, 1995, σ. 559 – 574.  

[10] Φαρσεδάκης Ι. Ι., Ανακριτική – Δικαιώματα του Ανθρώπου και Εγκληματογένεση, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 1984, σελ. 83, 84.

[11] McLaughlin E. & Muncie J., The Sage Dictionary of Criminology, London, University Of London, 2013, σελ. 100.

[12] Ζαραφωνίτου Χ., Ο φόβος του εγκλήματος – Εγκληματολογικές προσεγγίσεις και προβληματισμοί με βάση την εμπειρική διερεύνηση του φαινομένου στο εσωτερικό της Αθήνας, Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2002, σελ. 101.

[13] Στο ίδιο.

[14] Φωτόπουλος & Μπίτση, «Είναι ο Τύπος «κίνδυνος» και η ιδιωτική ζωή «εμπόδιο»; (Ο «οίκος και η «αγορά» στη Νομολογία του ΕΔΔΑ)», Νομικό Βήμα, τόμος 53, Αθήνα, 2005, σελ. 824.

[15] Ζαραφωνίτου Χ., Τιμωρητικότητα – Σύγχρονες τάσεις, διαστάσεις και εγκληματολογικοί προβληματισμοί, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ. 28.

 

Διαβάστε Επίσης  Σεμινάριο: Criminal Profiling | Η Ψυχολογική Αυτοψία - ‘’FBI profiling: Η κλασική διχοτόμηση’’ | περί Ψυχής

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!