Η θέση του Νικολό Μακιαβέλλι στην Ιστορία της Φιλοσοφίας μέσα από το κλασσικό έργο «Ο Ηγεμόνας»

 

της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

Η θέση του Μακιαβέλλι[1] στην Ιστορία της Φιλοσοφίας[2] τοποθετείται από αρκετούς φιλοσόφους της Ιστορίας, εκείνης της εποχής κι όχι μόνο, σε ευνοϊκή θέση. Από τους πρώτους, οι πιο γνωστοί είναι ο Rousseau και Hegel. Ο Rousseau στο Κοινωνικό Συμβόλαιο όταν αναφέρεται στο μοναρχικό πολίτευμα, υποστηρίζει την ίδια άποψη με του Μακιαβέλλι ότι, «είναι φυσικό να προτιμούν οι ηγεμόνες το αξίωμα που τους είναι άμεσα ωφέλιμο [να έχουν δηλαδή το λαό υποταγμένο] … Ο Machiavelli, προφασιζόμενος ότι τάχα δίνει μαθήματα στους βασιλιάδες, έδωσε μεγάλα μαθήματα στους λαούς. Ο Ηγεμόνας του Machiavelli είναι το βιβλίο των δημοκρατικών»[3].

Στο ίδιο μοτίβο θετικότητας κινείται και ο Hegel. Ο τελευταίος στο έργο του Το Γερμανικό Σύνταγμα όχι μόνο μνημονεύει τον Μακιαβέλλι, αλλά συμφωνεί μαζί του στο ζήτημα της ηθικής και του σκοπού. Ο ίδιος διαχωρίζει την ατομική ηθική από την ηθική της αποτελεσματικότητας και αναγνωρίζει στον Μακιαβέλλι την ηθική του σκοπού της απελευθέρωσης της Ιταλίας και της ενότητάς της. Είναι μια ηθική αποτελεσματικότητας, διότι, αν το αίτημα γίνει πραγματικότητα, θα ωφεληθούν όλοι, το σύνολο, η κοινωνία, η χώρα, η Ιταλία. Επίσης, ο Hegel, δικαιολογεί την άσκηση βίας όταν όλα πάσχουν από κοινωνική αποδιοργάνωση και όταν τα άτομα επιθυμούν να υπακούν στην εθνική υποδούλωση ή την ανέχονται, διότι πιστεύουν πως με αυτόν τον τρόπο υπηρετούν την ηθική τους, τότε δεν είναι παρά πρακτικά ανήθικα άτομα [4].

Τέτοια άτομα δεν ήταν άλλα από τους φεοϋδάρχες – ευγενείς, όπως τονίζει και ο  Hegel στο έργο του η Φιλοσοφία της Ιστορίας. Αυτούς ήθελε μέσω του ιδεατού ηγεμόνα να καθυποτάξει ο Μακιαβέλλι και να χτυπήσει με αυτόν τον τρόπο τα κοινωνικά και πολιτικά τους προνόμια. Μέχρι τότε έπρατταν αυθαίρετα και αλαζονικά στο όνομα της ηθικής της αποτελεσματικότητας, η οποία προκειμένου να πραγματωθεί το αίτημά της (η ανεξαρτησία και η ενότητα της Ιταλίας), τα μέσα τα οποία θα εφαρμόζονταν γι’ αυτόν τον σκοπό (άσκηση βίας), δεν θα συμφωνούσαν οπωσδήποτε με καμία ατομική ηθική.

Ένας άλλος πολύ σημαντικός στοχαστής της σύγχρονης εποχής που ενδιαφέρθηκε αρκετά για τις θέσεις του Μακιαβέλλι και τις αξιοποίησε ιδιαίτερα είναι ο Gramsci. Οι περισσότερες αναφορές του τελευταίου για τον Μακιαβέλλι βρίσκονται στο έργο του Τετράδια της Φυλακής, όπου σε αυτό πραγματεύεται την έννοια του κράτους και της «ηγεμονίας». Ο Gramsci «προσεγγίζει τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλλι από την προοπτική του επαναστατικού κινήματος στον εικοστό αιώνα, που θέτει ως βασική προϋπόθεση της πολιτικής πράξης την οργάνωση της συλλογικής βούλησης»[5].

Δηλαδή, για τον στοχαστή της φυλακής, το ιδεατό πρόσωπο του ηγεμόνα το υποκαθιστά, αναπαριστά, μετουσιώνει, ενσαρκώνει το επαναστατικό κόμμα της Ιταλίας του 20ου αιώνα. Με αυτόν τον τρόπο φαίνεται ότι η συλλογική κοινωνική ομάδα, ο «ηγεμόνας της σύγχρονης εποχής», μπορεί να καταφέρει πολλά περισσότερα από το άτομο.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη, ξεχωριστή και μη αναμενόμενη σε σχέση με τις υπόλοιπες, για τα πορίσματά της, είναι εκείνη του Berlin, The Originality of Machiavelli. Αυτό που έκανε τον Berlin να σχηματίσει μια εντελώς διαφορετική άποψη ως προς το επίτευγμα του Μακιαβέλλι (διαχωρισμός ηθικής και πολιτικής) στον Ηγεμόνα, είναι ότι παρατήρησε κάτι άλλο από εκείνο που έβλεπαν όλοι: παρατήρησε ότι το κατόρθωμα του Μακιαβέλλι ήταν «η διαφοροποίηση ανάμεσα σε δύο μη συμβατά ιδεώδη ζωής, σε δύο συστήματα ηθικής: την παγανιστική ηθική και τις αξίες της και τη χριστιανική ηθική και τις δικές της αξίες»[6].

Δύο εξ’ ίσου σημαντικοί στοχαστές, από τους ιδρυτές της Σχολής του Κέιμπριτζ και οπαδοί της θεωρίας του γλωσσικού και ιστορικού πλαισίου[7] ο Pocock και ο Skinner ερμήνευσαν με τον δικό τους τρόπο το έργο του Μακιαβέλλι. Ο Pocock, αρχικά, υποστηρίζει ότι ο Ηγεμόνας στηρίζεται στη δημοκρατική οπτική της αριστοτελικής λογικής και πάνω σ’ αυτό επιχειρηματολογεί πως «ο τρόπος με τον οποίο ο Φλωρεντινός πολιτικός πραγματεύεται τη στρατιωτική οργάνωση, η αντίληψή του ότι μια δημοκρατική πολιτεία οφείλει να στηρίζεται σε μια πολιτοφυλακή, στον ένοπλο λαό, αποκαλύπτει τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις». Βάσει αυτού του κεντρικού επιχειρήματος, ο Pocock αναγνωρίζει την καινοτομία, την ανατρεπτικότητα και τη πρωτοπορία που έχει ως έργο ο Ηγεμόνας[8].

Ο Skinner με τον Pocock δεν διαφωνούν στον κεντρικό άξονα της μελέτης τους στον Μακιαβέλλι, ότι η συμβολή της σκέψης του τελευταίου ήταν στο πεδίο της δημοκρατικής θεώρησης. Και οι δύο στοχαστές συμφωνούν στη δημοκρατική και παραδοσιακή συμβολή του, αλλά, ο καθένας το ερμηνεύει από τη δική του οπτική γωνία. Διαφωνούν στις λεπτομέρειες της ερμηνείας αυτής. Η πρώτη διαφορά έγκειται στο ζήτημα της εξουσίας. Ο Skinner πιστεύει ότι αυτό το ζήτημα έρχεται σε σύγκρουση με την ανθρωπιστική παράδοση της εποχής. Η δεύτερη διαφορά εντοπίζεται στο ζήτημα του ρόλου των ηθικών αρετών και αξιών σχετικά με την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Και εδώ ο Skinner υποστηρίζει την εκκεντρικότητα της θέσης αυτής του Μακιαβέλλι και ας έρχεται πάλι σε ρήξη με την παράδοση της εποχής. Η τρίτη και η τελευταία διαφορά βρίσκεται στο σημείο που πάλι ο Μακιαβέλλι έρχεται σε ρήξη με την ανθρωπιστική τάση της εποχής. Ωστόσο, κατά την αντίληψη και ερμηνεία του Skinner, ο Μακιαβέλλι δεν έρχεται σε μια καθολική ρήξη με το ανθρωπιστικό και δημοκρατικό κίνημα της εποχής, καθώς «οι συνέχειες έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις ασυνέχειες, είναι πολύ πιο σημαντικές απ’ ότι συνήθως αναγνωρίζεται»[9].

Σχετικά με την εντυπωσιακή ερμηνεία του Wolin για τον Μακιαβέλλι στο έργο του Politics and Vision, «βαπτίζει» τον Μακιαβέλλι ως «κύριο εισηγητή της αυτόνομης θεώρησης του πολιτικού φαινομένου και συνεπώς ως τον κύριο εκφραστή του πνεύματος της νεωτερικότητας»[10]. Οι λόγοι που τον χαρακτήρισε έτσι, μεταξύ άλλων, είναι ο διαχωρισμός της ηθικής και της θρησκείας από τον πολιτικό χώρο και η εισαγωγή και η θεμελίωση μιας νέας – τότε – επιστήμης (της πολιτικής).

Παρατηρεί πως ο Φλωρεντινός στοχαστής στο έργο Ηγεμόνας προσεγγίζει τη πολιτική ως φαινόμενο με ρεαλισμό και πατριωτισμό και αυτό συμβουλεύει και τον ηγεμόνα του να κάνει. Ο σκοπός που του έχει αναθέσει και ο κρυφός πόθος του συγγραφέα έχει επιβάλλει και καθορίσει τα μέσα που εξαναγκάζεται να χρησιμοποιήσει εάν θέλει να επιτύχει και να δοξαστεί. Ηθικά διλήμματα δεν χωρούν σε αυτήν τη διαδικασία – δοκιμασία. Η άσκηση βίας απέναντι στο λαό ως μέσο επιβολής θεωρείται απαραίτητο, όχι όμως αλόγιστα, αλλά έλλογα. Εδώ ο Wolin διακρίνει στον Μακιαβέλλι «ένα ορισμένο ήθος» και μάλιστα για να δείξει πως αντιλαμβάνεται ακριβώς τη σκέψη του Μακιαβέλλι, χρησιμοποιεί την έκφραση «οικονομία της βίας», η οποία σημαίνει «ελεγχόμενη εφαρμογή της βίας»[11].

Τέλος, ένας φιλόσοφος που απασχόλησε ο Μακιαβέλλι, ήταν ο Γάλλος μαρξιστής Althusser του 20ου  αιώνα. Το σημείο κατά το οποίο «συναντήθηκαν» ήταν η εξ’ αρχής άποψη του Althusser για το ποιο πρόσωπο οφείλει να έχει ο ηγεμόνας και αυτό ήταν το ίδιο με το πρόσωπο που είχε επιλέξει ο Gramsci: το επαναστατικό κόμμα. Κατά τον μαρξιστή φιλόσοφο, «η σκέψη του Μακιαβέλλι αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, το όριο ανάμεσα στη φεοϋδαρχική και την αστική ιδεολογία. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει και αποκαλύπτει τη γενικότερη διαδικασία διαμόρφωσης της νεωτερικότητας, συναντώντας έτσι την επαναστατική θεωρητική πρακτική του Marx […] ο Μακιαβέλλι […] οραματίζεται την εθνική ενότητα της Ιταλίας»[12].        

—————————– ———— ————- 

[1] Μακιαβέλλι Ν., Ο Ηγεμόνας, Αθήνα, Ειδική Έκδοση – Έθνος της Κυριακής, Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη, 2014. Μακιαβέλλι Ν., Ο Ηγεμόνας, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, Μετάφραση Ζώζη Ζωγραφίδου – Καραχάλιου, 1991.

[2] Κονδύλης Τ., Έργα – Νικολό Μακιαβέλλι, Αθήνα, Κάλβος, 1ος τόμος, 1984.

Η Ιστορία της Φιλοσοφίας επικεντρώνεται σε ερωτήματα που σχετίζονται με το άτομο και την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Ποιος κινεί το «ρου της Ιστορίας; Το άτομο, η Τύχη, η Κοινωνία;», ποιος μπορεί να αλλάξει ή και να καθορίσει τα κοινωνικά γεγονότα στο ιστορικό γίγνεσθαι και ποιος δεν μπορεί; Αυτά είναι μόνο ορισμένα ερωτήματα που απασχολούν το συγκεκριμένο ρεύμα Φιλοσοφίας.     

[3] Πλάγγεσης Γ., Νεότερη πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία. Από τον Machiavelli στον Marx, Θεσσαλονίκη, University Studio Press – Επιστημονικών Βιβλίων και Περιοδικών, 2009, σελ. 83.

Rousseau J. J., Το Κοινωνικό Συμβόλαιο ή Αρχές του Πολιτικού Δικαίου, Μετάφραση: Βασιλική Γρηγοροπούλου και Αλβέρτος Στάϊνχαουερ, Αθήνα, Πόλις, 2004.

[4] Στο ίδιο.

https://eclass.uop.gr/modules/document/file.php/LITD266/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE%20%CF%83%CF%84%CE%BF%20%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%20%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C.pdf, Κλιματσάκης Π., Συστηματική εισαγωγή στον γερμανικό ιδεαλισμό – ΚΑΝΤ, ΦΙΧΤΕ, ΣΕΛΛΙΝΓΚ, ΧΕΓΚΕΛ, Αθήνα, Ροές, 2010, σελ. 157 – 208, τελευταία πρόσβαση: 1/5/18.

[5] Gramsci A., Τετράδια της Φυλακής, New York, Quintin Hoare & G.N. Smith, Intrnational Publishers, 1971.

[6] http://berlin.wolf.ox.ac.uk/published_works/ac/machiavelli.pdf, Berlin I., The Originality of Machiavelli, τελευταία πρόσβαση: 1/5/18.

[7] Η θεωρία του ιστορικού πλαισίου είτε τονίζει τη συνέχεια είτε την ασυνέχεια τείνει να αγνοεί τα ιδιαίτερα ή διακριτικά χαρακτηριστικά του αντικειμένου μελέτης. Στην περίπτωση του Μακιαβέλλι, η σκέψη του ερμηνεύεται με τέτοιον τρόπο που σχεδόν εξαφανίζεται στη γκρίζα ομίχλη του αριστοτελικού και ουμανιστικού λόγου αφήγησης.

Χρύσης Α. Α., Φιλοσοφία της Ιστορίας. Εισαγωγικές προσεγγίσεις. Από τους Αρχαίους στον Marx, Αθήνα, Κριτική, 2004. 

[8] http://www.democraziapura.altervista.org/wp-content/uploads/2014/07/John-G.-A.Pocock.-The-machiavellian-moment.-Fiorentine-political-throught-and-the-atlantic-republican-tradition.pdf, Pocock A. J. G.., The Machiavellian Moment, USA, Princeton University Press, Princeton, New Jersey, 1975, τελευταία πρόσβαση: 1/5/18.

[9] Skinner Q., Τα θεμέλια της νεότερης πολιτικής σκέψης, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2005.

Skinner Q., Μακιαβέλλι, Αθήνα, Νήσος, 2002.

[10] http://assets.press.princeton.edu/chapters/s7209.pdf, Connoly W. E., “Politics and Vision”, Princeton University Press, τελευταία πρόσβαση: 1/5/18.

[11] Νούτσος Π., Niccolo Machiavelli. Πολιτικός σχεδιασμός και φιλοσοφία της ιστορίας, Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1983.

[12] Craib I., Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία – Από τον Πάρσονς στον Χάμπερμας, Αθήνα, Τόπος, 2011, σελ. 222 – 253.

 

Διαβάστε Επίσης  "Επανάσταση- Giorgio Agamben"

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!