Κοινωνική Θεωρία και Sex Working: Κλασικές και Σύγχρονες Θεωρήσεις

Ζαφράς Ιωάννης

Το άρθρο αυτό επιχειρεί να αναλύσει την πορνεία ως κοινωνικό φαινόμενο που ιστορικά έχει εμφανιστεί σχεδόν σε κάθε κοινωνία αλλά παρόλα αυτά παραμένει θέμα ταμπού και εγείρει διάφορους προβληματισμούς. Χρησιμοποιώντας  την κοινωνική θεωρία, θα επιχειρήσω να αναλύσω το ρόλο του φαινομένου της πορνείας και τον τρόπο με τον οποίο αυτή ερμηνεύεται κάθε φορά από διάφορες σχολές όπως ο δομολειτουργισμός, η συγκρουσιακή θεωρία και οι διάφορες εκδοχές της φεμινιστικής κοινωνικής θεωρίας.

 

Ι). ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ

Η πορνεία είναι ένα φαινόμενο παλιό όσο και οι κοινωνίες στις οποίες εκδηλώνεται. Με τον όρο πορνεία ή εργασία του σεξ (μτφρ. του ξενικού όρου sex working) νοείται η παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών με αντάλλαγμα χρήματα ή κάποιου άλλου είδους ανταμοιβή (Harcourt & Donovan 2005). Η εννοιολογική μετάβαση από τον όρο «πορνεία- prostitution» στον όρο «εργασία του σεξ-sex working»[1] έγινε προκειμένου το επάγγελμα αυτό να θεωρηθεί αποδεκτός τρόπος βιοπορισμού και να σταματήσει να στιγματίζεται (Aronowitz 2014). Οι μορφές υπό τις οποίες μπορεί να εμφανιστεί το Sex Working είναι πολλές και ποικίλες : οι δυο βασικές κατηγορίες είναι η άμεση (direct) και η έμμεση (indirect) ενασχόληση. Στην άμεση εντάσσονται οι οίκοι ανοχής, η εργασία στο «πεζοδρόμιο», τα «παράθυρα» ή «doorway»[2] και η ιδιωτική εργασία ενώ στην έμμεση εντάσσονται το Bondage/Discipline ή BDSM[3], τα κέντρα μασάζ, το lap dancing και οι ταξιδιωτικοί ψυχαγωγοί/ traveling entertainers (Harcourt & Donovan 2005).

Διαβάστε Επίσης  "Επανάσταση- Giorgio Agamben"

ΙΙ. ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ “SEX WORKING” ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το Sex Working, ως Κοινωνιολογικό φαινόμενο μπορεί να ερμηνευτεί ως μια παραβατική συμπεριφορά, ως μια πράξη (ή κοινωνικό γεγονός, όπως θα έλεγε ο Durkheim) μέσω της οποίας εκφράζονται και υλοποιούνται έμφυλες σχέσεις αλλά και ως ένας επαγγελματικός τομέας (Weitzer 2009 σ. 213). Η Κοινωνιολογική θεωρία ενδιαφέρεται για το ρόλο του Sex Working στην κοινωνία, αλλά και την ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί σε αυτήν. Οι δομικοί λειτουργιστές (Structural Functionalists) ερμηνεύουν την πορνεία ως ένα απαραίτητο κοινωνικό φαινόμενο το οποίο υπάρχει για να εξυπηρετεί ορισμένους σκοπούς μέσα στην κοινωνία, αλλά και για να διατηρεί την κοινωνική αρμονία. Έτσι, το εκδιδόμενο άτομο εκπληρώνει το ρόλο του μέσω της εργασίας, εφόσον αυτό εντάσσεται σε μια κοινωνία όπου υπάρχει ζήτηση για σεξουαλικές υπηρεσίες. Ένα παράδειγμα της λειτουργικότητας, όπως την προσλαμβάνει ο δομολειτουργισμός είναι η προσφορά σεξ σε άτομα, τα οποία κάτω υπό άλλες συνθήκες δε θα ήταν «ανταγωνιστικά» στην αγορά συντρόφων ή για τη δημιουργία γάμου, όπως τα μη ευνοημένα σωματικά και νοητικά άτομα ή αυτά με περιορισμένους οικονομικούς πόρους. Με αυτόν τον τρόπο τόσο το προσφερόμενο μέρος, όσο και ο αγοραστής των υπηρεσιών κερδίζουν (Social Theories on Prostitution, 2015). Έτσι, η δομολειτουργιστική θεωρία επικεντρώνεται στην ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να είναι εξειδικευμένη και με αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η σύγκρουση (social conflict).

 Στην αντίθετη πλευρά βρίσκονται οι αρχές της συγκρουσιακής θεωρίας (conflict theory) η οποία εστιάζει στις άνισες κοινωνικο-οικονομικές αφετηρίες των ατόμων μέσα στην κοινωνία, οι οποίες στη συνέχεια τους τοποθετούν σε διαφορετικά επίπεδα κοινωνικών σχέσεων, όπως είναι η κοινωνική διαστρωμάτωση (social stratification).  Οι θεωρητικοί της σύγκρουσης υποστηρίζουν πως η δομή της κοινωνίας είναι τέτοια, ώστε να συντηρεί το status quo, δηλαδή τις άνισες κοινωνικές θέσεις των ατόμων οι οποίες βασίζονται σε παράγοντες όπως ο πλούτος, η κοινωνική τάξη, η φυλή, το φύλο και η ηλικία (). Έτσι εξηγούν το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ατόμων που εργάζονται ως εκδιδόμενοι είναι νέα άτομα, γυναίκες και φτωχοί ( ). Στη βάση της θεωρίας της σύγκρουσης είναι η ανισότητα, η οποία οδηγεί τα άτομα στη λήψη διαφορετικών θέσεων στην κοινωνία. Το sex working είναι ένα τέτοιο παράδειγμα:  μόνο οι λιγότερο ευνοημένοι και αποκλεισμένοι της κοινωνίας, σύμφωνα με τους συγκρουσιακούς, οδηγούνται στο sex working λόγω έλλειψης εναλλακτικών επιλογών.

Διαβάστε Επίσης  Η διεθνής απήχηση του κινήματος MeToo και ο κρυμμένος θυμός των γυναικών

ΙΙΙ. ΝΕΟΤΕΡΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ

Η νεότερη Κοινωνιολογική θεωρία, στρέφοντας το ενδιαφέρον της από τη συσχέτιση κοινωνικής θέσης και εξουσίας που εισήγαγε ο Max Weber, επικεντρώνεται στη συσχέτιση εξουσίας και φύλου για να εξηγήσει την προέλευση της ανισότητας. Σαφώς επηρεασμένη από τη Φεμινιστική θεωρία αναλύει την υποδούλωση των γυναικών στους άντρες σε μια κοινωνία πατριαρχική, όπου η γυναίκα είναι υποχρεωμένη να ικανοποιεί σεξουαλικά τον άνδρα προκειμένου να εκπληρώσει τον κοινωνικό της ρόλο. Ειδικότερα περί του Sex Working, δυο βασικά θεωρητικά σχήματα επικρατούν: το empowerment model και το oppression model.  Το πρώτο παράδειγμα στηρίζεται στις αρχές τις ατομικής ελευθερίας και βούλησης και ερμηνεύει την εργασία στο σεξ ως αποτέλεσμα ελεύθερης, αβίαστης και συνειδητής επιλογής του ατόμου. Είναι κατά γενική παραδοχή φιλελεύθερης έμπνευσης (με την πολιτική έννοια του όρου) και ανάγεται σε στοχαστές όπως ο John Stuart Mill και ο Jeremy Bentham.  Έτσι, στην ερώτηση αν το Sex Working είναι μια ανήθικη πράξη που θα πρέπει να απασχολήσει την πολιτεία και το νομοθέτη άμεσα, οι υπέρμαχοι του empowerment model απαντούν : «Η μόνη αιτία δίκαιης άσκησης μιας εξουσίας σε οποιοδήποτε μέλος μια πολιτισμένης κοινότητας, ενάντια στη θέλησή του, είναι να αποτρέψει βλάβη στους άλλους» ( Mill 1859 p.14). Αυτή η αρχή στη συνέχεια θα γίνει γνωστή ως «harm principle». Όπως υποστηρίζει ο νομικός L.A Hart, βασικός εκπρόσωπος του νομικού θετικισμού, σκοπός του νόμου δεν είναι απαραίτητα η προστασία κοινώς μοιρασμένων ηθικών αρχών. Αντίθετα οι νόμοι είναι ανθρώπινες κατασκευές και θα πρέπει να υπακούν σε θετικούς κανόνες. Κατά συνέπεια, η προσβολή και μόνον συλλογικών ηθικών αξιών χωρίς καμία ένδειξη άμεσης βλάβης στο κοινωνικό σύνολο δεν είναι επαρκές κριτήριο ποινικοποίησης του sex working (Hart 1963). Τη φεμινιστική εκδοχή του φιλελεύθερου μοντέλου εκφράζουν οι “sexpositive φεμινιστές, οι οποίοι θεμελίωσαν την θεωρία τους σε 3 βασικά στοιχεία (Wahab 2002):

  • Όχι όλες οι γυναίκες εμπλέκονται στο sex working βίαια και χωρίς τη θέλησή τους
  • To sex working θα έπρεπε να διεκδικήσει την αξίωσή του ως νόμιμη και κοινωνικά αποδεκτή εργασία και, τέλος
  • Συνιστά παραβίαση των αστικών δικαιωμάτων η απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης των γυναικών, αν αυτό είναι επιλογή τους (Jenness 1993, Pheterson 1998 στο Wahab 2002)

Το oppression model αντίθετα εστιάζει στην εγγενώς άνιση θέση των δυο φύλων και τις ανισότητες που προκύπτουν μέσα στην κοινωνία. Η εκπόρνευση είναι μια διαδικασία μέσω της οποίας εκφράζονται πατριαρχικές έμφυλες σχέσεις και ως εκ τούτου είναι διαδικασία καταστρεπτική και εκμεταλλευτική για τις γυναίκες (Weitzer 2014). Ριζοσπαστικοί φεμινιστές, όπως ο Farley θεωρούν πως η εκπόρνευση είναι βία στη βάση του φύλου την οποία χρησιμοποιούν οι άντρες για να υποτάξουν τις γυναίκες (Farley 2004). Οι γυναίκες εμπλέκονται έτσι σε μια διαδικασία όπου γίνονται κτήμα των ανδρών (Dworkin 1994). Συνεπώς, οι καταργητιστές υπερασπίζονται την κατάργηση του sex working , δηλαδή την αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών, καθώς τη θεωρούν βιασμό (Comte 2014) εστιάζοντας στην αντικειμενοποίηση της γυναίκας από τον άνδρα (Barry 1995; Dworkin 1979, 1993; Jeffreys 1997, 2009; MacKinnon, 1985, Farley 2004).  Αντίθετα, οι φιλελεύθεροι φεμινιστές (liberal feminists, sex positive feminists) εντοπίζουν αλλού το πρόβλημα: θεωρούν πως η ανδρική ηγεμονία εμποδίζει τη γυναικεία σεξουαλικότητα να αποκτήσει την ίδια ελευθερία με την ανδρική. Ενώ οι άνδρες είναι κοινωνικά αποδεκτό να εκφράζουν τη σεξουαλικότητά τους με έναν «μη συμβατικό» τρόπο, το ίδιο δε συμβαίνει με τις γυναίκες, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να δρουν στα πλαίσια του αναπαραγωγικού τους ρόλου και επιφορτισμένες με οικογενειακές υποχρεώσεις (Comte 2014).  Έτσι, οι άνδρες μπορούν να απολαμβάνουν το προνόμιο μη στιγματισμού ως «πόρνες» ή «whores», αλλά το ίδιο δε συμβαίνει με μια γυναίκα που θέλει να ανακαλύψει τη σεξουαλικότητά της ( Rubin 1984, Vance 1984).

Τέλος, οι θεωρητικοί της αποποινικοποίησης του sex working (decriminalization paradigm) υποστηρίζουν πως είναι ακριβώς η ποινικοποίηση του αγοραίου έρωτα που εμποδίζει την αποδοχή του από την κοινωνία και την εξέλιξή του σε ένα επάγγελμα όπως τα υπόλοιπα με επαγγελματικές προδιαγραφές και ασφάλεια (Canadian HIV/AIDS Legal Network  2005 στο  Comte 2014).  Τα άτομα που εργάζονται στον τομέα αυτό είναι σημαντικό να αντιμετωπίζονται όπως οι εργαζόμενοι οποιουδήποτε άλλου τομέα και η κοινωνία να τους αντιμετωπίζει ως εργαζόμενους παρά ως «παρεκκλίνοντα άτομα», «μη ολοκληρωμένες προσωπικότητες» ή «θύματα».

Συνοψίζοντας, το sex working ως μια πράξη κοινωνική, ιστορική και πολιτισμική έχει τονώσει το ενδιαφέρον της κοινωνικής θεωρίας στην προσπάθειά της να ερμηνεύσει γιατί συμβαίνει και ποιους σκοπούς υπηρετεί. Η νεότερη θεωρία ανοίγει το δρόμο προς νέες κατευθύνσεις, όπως η προσπάθεια να μεταμορφώσει το sex working σε επάγγελμα όπως όλα τα άλλα (Weitzer 2009), αλλά και να εγείρει ηθικούς προβληματισμούς, όπως κάνει η φεμινιστική θεωρία. 

 

Βιβλιογραφία

Fradella H.F., Summer J.M (2016) Sex, sexuality, law, and (in)justice. New York :Routledge

Hart A.H., (1966) Law, Liberty, Morality. New York : Vintage Books.

Patenam C., (1989) The Sexual  Contract .  Cambridge : Cambridge University Press

Phoenix J., (1999) Making Sense of Prostitution. London : Macmillan.

Vance C.S., (1984) Pleasure and Danger: Exploring Female Sexuality. New York: Routledge  

Weitzer R., (2010) Sex for sale : prostitution, pornography, and the sex industry.  New York : Routledge.

 

Αρθρογραφία

Dworkin A., (1993) Prostitution and Male Supremacy. Michigan Journal of Gender and Law 1: 1-13.

Farley M., (2003) Prostitution and Trafficking in Nine Countries. Journal of Trauma Practise 2(3-): 33-74.

Farley, M., (2003) Prostitution and the invisibility of harm. Women and Therapy 26 (3/4): 247–280

Harcourt C., Donovan B., (2005)  The many faces of sex work.  Sexually Transmitted  Infections 81:201–206.

MacKinnon, C. A. (2011), «Trafficking, Prostitution and Inequality», Harvard Civil Rights Civil  Liberties  Law Review, 46:8 p.271-309     

Mathews R., Female prostitution and victimization:  a realist analysis. Internatonal Review of Victimology 1(1) 85-100.

Oselin S.S., (2010) Weighing the consequences of a deviant career: factors leading to an exit from prostitution.  Sociological Perspectives 53(4), 527-550.

Weitzer R., (2009) Sociology of Sex Work. Annual Review of Sociology 35: 213–234

 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

www.bartleby.com  – Social Theories on Prostitution

http://www.sociologyencyclopedia.com/public  – “Prostitution”

—— —————— ————–

[1] Από εδώ και στο εξής και για λόγους βιβλιογραφίας «sex working».

[2] Τα παράθυρα είναι νόμιμα και βασικός χώρος αγοράς ερωτικών υπηρεσιών στην Ολλανδία, το Βέλγιο και ορισμένες πόλεις της Γερμανίας και είναι ευρέως γνωστά ως window prostitution, όπως συναντώνται στις διάφορες red light district στο Άμστερνταμ, τις Βρυξέλλες, την Αμβέρσα, τo Αμβούργο και τη Φρανκφούρτη.

[3] Το BDSM είναι μια κατηγορία ερωτικών πρακτικών που περιλαμβάνει δεσμά, πειθαρχία, κυριαρχία και υποταγή και ανήκει στην ευρύτερη ομάδα των role-playing games. Κατά τη διάρκεια του BDSM οι ρόλοι εναλλάσσονται και η επιβολή πόνου και η τιμωρία είναι συχνά επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

Διαβάστε Επίσης  "Επανάσταση- Giorgio Agamben"

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!