Τα δικαιώματα του «φερόμενου ως δράστη» κατά την ποινική διαδικασία

της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου,

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

             Η χρήση της έκφρασης «φερόμενος ως δράστης» υποδηλώνει την ύπαρξη της αμφιβολίας και της υποψίας, καθώς, κατά την πρώτη επαφή με τα αστυνομικά όργανα και μέχρι τη δικαστική απόφαση θεωρείται «ύποπτος» που σημαίνει πως τον προστατεύει η αρχή περί του τεκμηρίου της αθωότητας[1]. Επειδή κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, όμως, ορισμένα όργανα της δικαιοσύνης με τη δράση τους προσβάλλουν και στιγματίζουν τον «ύποπτο» μέχρι την τελική απόφαση, η αρχή αυτή έχει κατοχυρωθεί με το άρθρο 11 / παρ. 1 της παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και με το άρθρο 48 / παρ. 1 και 2 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («Τεκμήριο αθωότητας και δικαιώματα υπεράσπισης»), ειδικά, μάλιστα, στην περίπτωση που ο φερόμενος ως δράστης έρχεται «για πρώτη φορά σε επαφή με την «τσιμπίδα του νόμου», δηλαδή, δεν έχει ιστορικό στο ποινικό μητρώο[2].

               Θα πρέπει να τονιστούν, ωστόσο, οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του τεκμηρίου της αθωότητας, διότι, εάν ο «ύποπτος» δεν αναγνωρισθεί ως κατηγορούμενος αξιόποινης πράξης από την αστυνομική ανάκριση, τότε δεν προστατεύεται από το τεκμήριο αθωότητας. Μόνο και εφ’ όσον του ασκηθεί ποινική δίωξη θα καλύπτεται από εκείνην. Επιγραμματικά οι προϋποθέσεις είναι οι κάτωθι[3]:

  1. «Υποκείμενο υπέρ του οποίου αναγνωρίζεται το τεκμήριο. Τούτο εκφράζεται με τον όρο «παν πρόσωπον».
  2. «Κατηγορία για διάπραξη εγκλήματος. Τούτο προσδίδει στη διαδικασία το χαρακτηρισμό της «ποινικής διαδικασίας».
  3. «Η ιδιότητα του υποκειμένου ως κατηγορουμένου (για τη διάπραξη του εγκλήματος). Ο όρος «κατηγορούμενος» είναι όρος δικονομικός και ποικίλλει όχι μόνο γλωσσικά αλλά και κατά το περιεχόμενό του από χώρα σε χώρα. Το τεκμήριο της αθωότητας αναγνωρίζεται υπέρ εκείνου του προσώπου, στο οποίο η αρμόδια για τη δίωξη των εγκλημάτων αρχή αποδίδει την τέλεση συγκεκριμένου εγκλήματος, γεγονός που – αν αποδειχθεί κατά τη νόμιμη διαδικασία – θα έχει ως συνέπεια την επιβολή σε βάρος του συγκεκριμένης ποινής».

         Όπως γίνεται κατανοητό, η ποινική δίωξη ενεργοποιείται, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με σκοπό την εξακρίβωση κάποιας αξιόποινης πράξης, τον προσδιορισμό του τρόπου εμπλοκής του δράστη και του βαθμού ενοχής του είτε αυτεπάγγελτα (συλλογικό θύμα) είτε ύστερα από έγκληση (ιδιωτικές υποθέσεις) είτε με απευθείας κλήση είτε από την αίτηση μήνυσης ή αναφοράς. Στην περίπτωση της μήνυσης ή αναφοράς, ο Εισαγγελέας είναι υποχρεωμένος να ασκήσει ποινική δίωξη[4].  

               Εκτός από την υποχρέωση του Εισαγγελέα να ασκήσει ποινική δίωξη στην περίπτωση μήνυσης ή αναφοράς του θύματος κατά του δράστη, κατά τα άρθρα 44 και 45 και 243 παρ. 2 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η Αστυνομία έχει τη δυνατότητα να διενεργήσει προανάκριση, χωρίς εισαγγελική παραγγελία. Σαφώς, τα δικαιώματα του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης είναι περιορισμένα: α) δεν δύναται να επικοινωνήσει με τον συνήγορό του μέχρι την ταύτιση των στοιχείων του και β) «μαρτυροποιείται»[5].

Πρέπει να επισημανθεί σε αυτό το σημείο, βέβαια, η αρχή της νομιμότητας και της αναλογικότητας, προς αποφυγή ανισοκατανομής και διακρίσεων σχετικά με την αυτεπάγγελτη δίωξη (συνέπεια της διακριτικής ευχέρειας του εισαγγελέα) έστω και θεωρητικά (στην ελληνική πραγματικότητα είναι ευδιάκριτες), η οποία έχει κατοχυρωθεί και από την Οικουμενική Διακήρυξη (άρθρο 7) και από τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («Αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας αξιοποίνων πράξεων και ποινών», άρθρο 49 / παρ. 1, 2 και 3)[6].

               Επιπλέον, κατά την αστυνομική προανάκριση αλλά και γενικά καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, και οι προαναφερθείσες αρχές αλλά και τα κάτωθι δικαιώματα του κατηγορουμένου επισημαίνεται πως «δεσμεύουν … όλους τους άλλους φορείς της ανάκρισης κατά τη δράση τους»[7]

  1. Δικαίωμα παράστασης με συνήγορο κατά την ποινική διαδικασία.
  2. Δικαίωμα ενός τηλεφώνου κατά τις ανακριτικές διαδικασίες.
  3. Δικαίωμα ενημέρωσης και πληροφόρησης των σταδίων της ποινικής διαδικασίας.
  4. Δικαίωμα για εύλογη σε διάρκεια ποινικής δίκης και για «δίκαιη δίκη»[8].
  5. Δικαίωμα ανάλυσης του DNA του για την υπεράσπισή του.
  6. Δικαίωμα λήψης γνώσης σχετικών εγγράφων.
  7. Δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων στους μάρτυρες.
  8. Δικαίωμα απολογίας – ομολογίας.
  9. Δικαίωμα σιωπής και επιλογής του να μην απαντήσει στις ερωτήσεις των μαρτύρων ή στη κατηγορία.
  10. Δικαίωμα παράστασης διερμηνέα, εφ’ όσον ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός.
  11. Δικαίωμα πρόσληψης συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου από την ίδια τη Πολιτεία, εφόσον ο τελευταίος δεν διατίθεται οικονομικής ευχέρειας.

              Ακόμα, κατά τον Ποινικό Κώδικα (Δεύτερο Βιβλίο, Ειδικό Μέρος, Πρώτο Κεφάλαιο, «Προσβολές του Πολιτεύματος», άρθρο 137Α : Βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας[9]), οι γενικοί ή ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι, εάν κατά τη διάρκεια της προανάκρισης ή ανάκρισης προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες ή την ομολογία του κατηγορουμένου, προβούν σε πράξεις που αντιτίθενται στα ανθρώπινα δικαιώματα που φέρει ο τελευταίος (κυρίως, εκείνο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, άρθρο 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης, άρθρο 1 του Ευρωπαϊκού Χάρτη και άρθρο 7 / παρ. 2 του Συντάγματος του δεύτερου μέρους «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα»[10]), τότε, τιμωρούνται από το νόμο και από το Σύνταγμα.

———————— ———————–

[1] Ι. Φαρσεδάκης Ι. Ι., Ανακριτική, Δικαιώματα του Ανθρώπου και Εγκληματογένεση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984, σελ. 32, 33.

[2] http://www.ohchr.org/EN/UDHR/Pages/Language.aspx?LangID=grk, United Nations Human Rights,  Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, 10 Δεκεμβρίου 1948, σελ. 4, τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015,

Υποσημείωση: «Κάθε κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα πρέπει να θεωρείται αθώος, ωσότου διαπιστωθεί η ενοχή του σύμφωνα με τον νόμο, σε ποινική δίκη, κατά την οποία θα του έχουν εξασφαλιστεί όλες οι απαραίτητες για την υπεράσπισή του εγγυήσεις».

Πρβλ. http://europa.eu/legislation_summaries/justice_freedom_security/combating_discrimination/l33501_el.htm, Ευρωπαϊκός Χάρτης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σελ. 13, τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015.

[3] Αλεξιάδης Στ., Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ποινική Καταστολή. Δώδεκα μελέτες, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1990, σελ. 62 – 64.

[4] Φαρσεδάκης Ι. Ι., Ανακριτική, Δικαιώματα του Ανθρώπου και Εγκληματογένεση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984, σελ. 49 – 52.

[5] Ανδρουλάκης Ν., «Επί του προβλήματος της προανακριτικής απολογίας», Νομικό Βήμα, τεύχος 22, 1974, σελ. 1345 – 1356.

[6] http://www.ohchr.org/EN/UDHR/Pages/Language.aspx?LangID=grk, United Nations Human Rights,  Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, 10 Δεκεμβρίου 1948, σελ. 3, τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015,

Υποσημείωση: «’Ολοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο και έχουν δικαίωμα σε ίση προστασία του νόμου, χωρίς καμία απολύτως διάκριση».

Πρβλ.http://europa.eu/legislation_summaries/justice_freedom_security/combating_discrimination/l33501_el.htm, Ευρωπαϊκός Χάρτης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σελ. 13, τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015.

[7] Φαρσεδάκης Ι. Ι., Ανακριτική, Δικαιώματα του Ανθρώπου και Εγκληματογένεση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984, σελ. 75.

[8] http://europa.eu/legislation_summaries/justice_freedom_security/combating_discrimination/l33501_el.htm, σελ. 13, τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015) και ότι η «εύλογη προθεσμία ως περιεχόμενο του δικαιώματος του κατηγορουμένου στο δικονομικό χρόνο επιβάλλεται να προσδιορίζεται: σύντομη στην προδικασία … , μη σύντομη στη προδικασία όπου το απαιτούν οι ανάγκες υπεράσπισης του κατηγορουμένου, και στην κύρια διαδικασία, ώστε να παρέχεται στον κατηγορούμενο άνεση χρόνου για να έχει τη δυνατότητα να αντικρούσει όσα συγκεντρώθηκαν σε βάρος του …», Στ. Αλεξιάδης, Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ποινική Καταστολή. Δώδεκα μελέτες, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1990, σελ. 56.

[9] http://www.ministryofjustice.gr/site/kodikes/%CE%95%CF%85%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF/%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3%CE%9A%CE%A9%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%A3/tabid/432/language/el-GR/Default.aspx, Ποινικός Κώδικας, τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015,

Υποσημείωση: «1. Υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων, τιμωρείται με κάθειρξη, εάν υποβάλλει σε βασανιστήρια κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του με σκοπό:

α) να αποσπάσει από αυτό η από τρίτο πρόσωπο ομολογία κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας.

β) να τιμωρήσει.

 γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα.

  1. [ … ] Σωματική κάκωση, βλάβη της υγείας, άσκηση παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που τελείται από τα πρόσωπα, υπό τις περιστάσεις και για τους σκοπούς που προβλέπει η παρ.1, εφόσον δεν υπάγεται στην έννοια της παρ.2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θεωρούνται ιδίως: α) η χρησιμοποίηση ανιχνευτή αλήθειας.

β) η παρατεταμένη απομόνωση.

γ) η σοβαρή προσβολή της γενετησίας αξιοπρέπειας».

[10] http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/8c3e9046-78fb-48f4-bd82-bbba28ca1ef5/SYNTAGMA.pdf, Σύνταγμα Ελλάδας (όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 27ης Μαϊου 2008 της Η΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων), Βουλή των Ελλήνων – Διεύθυνση Εκδόσεων και Εκτυπώσεων της Βουλής, Επανέκδοση 2010, σελ. 23, αρ. 7 / παρ. 2 «Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει», τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015.

Διαβάστε Επίσης  Μερικοί θεωρητικοί ορισμοί του ηλεκτρονικού οικονομικού εγκλήματος και σχετικές εμπειρικές έρευνες

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!