Κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα και στην Ευρώπη για ανήλικα τέκνα από τους γονείς των οποίων έχει αφαιρεθεί η γονική επιμέλεια και μέριμνα

Παγώνα Παπαθανασίου

Παιδαγωγός προσχολικής ηλικίας σε Δημοτικό παιδικό σταθμό

Εκπαιδεύτρια σε Διεκ.

Μεταπτυχιακό στο ΔΔΠΜΣ στο τμήμα Πολιτικών επιστημών και  διεθνών σχέσεων

(Τοπική και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση με κατεύθυνση Κοινωνική Πολιτική)

 

Η οικογενειακή πολιτική αποτελεί ένα πεδίο της κοινωνικής πολιτικής της κάθε χώρας. Η κοινωνική πολιτική έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα, επικεντρώνοντας στη στήριξη των ατόμων τα οποία έχουν τις μεγαλύτερες ανάγκες. Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις ανά χώρα, βάσει των τοπικών συνθηκών.

Η παιδική προστασία εμπίπτει εντός των πλαισίων της οικογενειακής πολιτικής. Στην Ελλάδα, χαρακτηρίζεται από την έλλειψη τόσο ενός σαφώς καθορισμένου νομικού πλαισίου όσο και αντιμετώπισης των νέων μορφών κακομεταχείρισης και εκμετάλλευσης. Το νομικό πλαίσιο θα πρέπει να καθοριστεί καλύτερα, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν οι σύγχρονες μορφές κακομεταχείρισης και εκμετάλλευσης. Γενικότερα, χρειάζεται αναβάθμιση σύμφωνα με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές. Επίσης, το κράτος πρόνοιας πρέπει να αναπτυχθεί, καθώς η οικογένεια αναλαμβάνει να επιτελέσει διάφορες λειτουργίες τις οποίες στην υπόλοιπη Ευρώπη διεκπεραιώνει εκείνο.

Η αφαίρεση της επιμέλειας και της γονικής μέριμνας αποσκοπεί στην προστασία του παιδιού από την κακοποίηση και την παραβίαση των δικαιωμάτων του. Όσον αφορά τη σχετική νομοθεσία, τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκε κάποιος εκσυγχρονισμός, μετά την υπογραφή από την Ελλάδα της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού, ενώ ενσωματώθηκαν στη νομοθεσία τις χώρας ορισμένες διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές και κανόνες. Σημειώθηκε μία αναβάθμιση στην προσέγγιση των ανηλίκων, οι οποίοι πλέον αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα δικαιωμάτων και όχι ως αντικείμενα προστασίας. Γενικότερα, η σχετική ελληνική νομοθεσία προσεγγίζει πλέον την αντίστοιχη ευρωπαϊκή. Το νομοθετικό πλαίσιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαρκές (μία αποσαφήνιση πάντως ίσως ήταν χρήσιμη).

Σημειώνεται μία διάκριση ανάμεσα στην παύση και την αδράνεια της γονικής μέριμνας (σε συμφωνία και με την υπόλοιπη Ευρώπη). Οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από τα δικαστήρια, σε συνεργασία με τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες και με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

Στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, την απόφαση αφαίρεσης της επιμέλειας και γονικής μέριμνας λαμβάνουν τα δικαστήρια, σε συνεργασία με τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες. Η χώρα παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά επανένωσης παιδιών με τους γονείς τους, ένα γεγονός το οποίο ίσως υποδεικνύει κάποια ελαστικότητα στις αποφάσεις των δικαστών. Από την άλλη, εάν αναλογιστούμε ότι η απομάκρυνση ενός παιδιού από τους γονείς του πρέπει να αποτελεί την έσχατη λύση, το συγκεκριμένο γεγονός θα μπορούσε να θεωρηθεί θετικό στοιχείο. Γενικότερα, πρέπει να ακολουθείται μία μέση προσέγγιση. Αφενός αρχικά θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι γονείς έχουν λάβει τη μέγιστη δυνατή υποστήριξη από τις κοινωνικές υπηρεσίες προτού τους αφαιρεθεί η επιμέλεια και η γονική μέριμνα. Από την άλλη, τα παιδιά θα πρέπει να απομακρύνονται εγκαίρως από επιβλαβή οικογενειακά περιβάλλοντα, καθώς και να μην επιστρέφονται απερίσκεπτα σε ένα περιβάλλον όπου πιθανότατα θα υποστούν κακοποίηση ή θα παραμεληθούν.

Εξετάζοντας τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι πλέον αντί της ιδρυματοποίησης προτιμάται η αναδοχή ή η τοποθέτηση σε ομάδες που προσομοιάζουν με την οικογένεια. Ενσωματώνονται και αντίστοιχες προβλέψεις στις εθνικές νομοθεσίες. Παρέχεται σημαντική υλική και συμβουλευτική στήριξη στους ανάδοχους γονείς, ενώ δίδεται ιδιαίτερη σημασία και στην ανάπτυξη των σχετικών κοινωνικών υπηρεσιών.

Αναφορικά με την Ελλάδα, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι σε γενικές γραμμές έχει μείνει πίσω από τις διεθνείς εξελίξεις. Ο αριθμός των αναδοχών και υιοθεσιών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα εξαιτίας ενός σύνθετου γραφειοκρατικού πλαισίου, καθώς και των προβλημάτων υποστελέχωσης που αντιμετωπίζουν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Γενικότερα, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ελληνική κοινωνική πολιτική που αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα ως ελλιπή.

Εξετάζοντας το πλαίσιο λειτουργίας των σχετικών δομών, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι από τη μία οι δομές φιλοξενίας των παιδιών αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα τα οποία σχετίζονται με τη χρηματοδότηση και τη στελέχωση τους, ενώ οι θεσμοί της αναδοχής και της υιοθεσίας ρυθμίζονται από ένα άκρως γραφειοκρατικό πλαίσιο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τεράστιων καθυστερήσεων οι οποίες ενδέχεται να αποβούν επιζήμιες για το παιδί. Γενικότερα, είναι προφανές ότι ο συγκεκριμένος τομέας χρειάζεται έναν αριθμό αποφασιστικών παρεμβάσεων. Επίσης θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξεταστεί η αντικατάσταση των παραδοσιακών ιδρυμάτων παιδικής φροντίδας με το μοντέλο της ομαδικής φροντίδας στο πρότυπο της οικογένειας, μία προσέγγιση η οποία έχει υιοθετηθεί από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.

Η βαθιά οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα μας μετά το 2009, άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της και στον τομέα της παιδικής προστασίας. Όμως η κατάσταση στον συγκεκριμένο τομέα ήταν από πριν προβληματική. Διέπονταν από αναχρονιστικές προσεγγίσεις όσον αφορά τη λειτουργία της, ενώ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από την έλλειψη μίας στρατηγικά σχεδιασμένης πολιτικής.

Ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις πιέσεις που δέχθηκε από τις περικοπές δαπανών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Στο σημείο αυτό πάντως, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι συγκεκριμένες περικοπές ήταν καθοριστικής σημασίας, ενώ γενικότερα η αντιμετώπιση που δέχθηκε η ελληνική κοινωνική πολιτική στα πλαίσια των δανειακών συμβάσεων που υπέγραψε η χώρα ήταν αυτή μίας απλής πηγής εξόδων, η οποία έπρεπε να περιοριστεί βάσει οικονομικών κριτηρίων χωρίς να δοθεί η παραμικρή κοινωνική διάσταση.

Αυτή τη στιγμή ο τομέας της φιλοξενίας παιδιών σε δομές αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Λόγω της υποστελέχωσης και της έλλειψης οικονομικών πόρων, τα ιδρύματα δεν μπορούν να καλύψουν όλες τις αιτήσεις εισαγωγής (αν και θεωρητικά υπάρχουν διαθέσιμοι χώροι). Επίσης υπάρχουν σοβαρά προβλήματα σε κτιριακές υποδομές και εγκαταστάσεις. Χαρακτηριστικό για το παραπάνω είναι το γεγονός του ότι υπάρχουν ακόμα ιδρύματα στα οποία δεν έχει το κάθε παιδί το δικό του ξεχωριστό δωμάτιο.

Επίσης παρατηρείται το φαινόμενο του να διαβιούν τα περισσότερα παιδιά που έχουν απομακρυνθεί από τους γονείς τους σε ιδρύματα. Η συγκεκριμένη πρακτική είναι εντελώς αναχρονιστική. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός του ότι διαβιούν σε ιδρύματα ακόμα και παιδιά ηλικίας 0-3 ετών, κάτι το οποίο έχει εξαλειφθεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Επίσης ο μέσος όρος διαμονής ενός ανηλίκου σε ίδρυμα φτάνει τα 7 χρόνια. Στην Ευρώπη ο ιδρυματισμός έχει αντικατασταθεί από την αναδοχή και την υιοθεσία. Στην Ελλάδα όμως οι συγκεκριμένοι θεσμοί δεν έχουν γνωρίσει την αντίστοιχη διάδοση. Το συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να αποδοθεί σε τρεις κύριες αιτίες. Αφενός, υπάρχει ένα αναχρονιστικό και άκρως γραφειοκρατικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο οδηγεί σε μεγάλες καθυστερήσεις για τη διεκπεραίωση των σχετικών διαδικασιών. Αφετέρου παρατηρείται μία έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με τον θεσμό της αναδοχής, γεγονός το οποίο οδηγεί στην απουσία ευαισθητοποίησης και κινητοποίησης των κοινοτήτων. Επίσης θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε πως ο όλος θεσμός αντιμετωπίζεται με αδιαφορία από την πλευρά της πολιτείας, καθώς μόνο μία από τις δημόσιες δομές φιλοξενίας υλοποιεί σχετικά προγράμματα. Επίσης σημειώνεται και εδώ μία σημαντική υποχρηματοδότηση, καθώς αναφέρθηκε ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί καλύπτουν μόνοι τους τα έξοδα μετακίνησης τους εκτός έδρας για να επισκεφτούν υποψήφιους αναδόχους, ενώ δεν καταβάλλονται τα προβλεπόμενα οικονομικά βοηθήματα.

Για τη βελτίωση της κατάστασης, θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω η τοπική αυτοδιοίκηση, από πλευράς χρηματοδότησης και στελέχωσης, καθώς έχει τον έλεγχο των Κέντρων Παιδικής Προστασίας μέσα από τις περιφερειακές διευθύνσεις πρόνοιας. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να υλοποιηθούν και από αυτά τα κέντρα προγράμματα υιοθεσίας και αναδοχής, ούτως ώστε να προσεγγίσει η χώρα τις σύγχρονες πρακτικές. Επίσης θα μπορούσε να υλοποιήσει προγράμματα εκπαίδευσης, καθώς όπως είδαμε σημειώνεται μία έλλειψη και σε αυτά.

Φυσικά, πρέπει να ακολουθηθούν οι πρακτικές που εφαρμόζονται στις υπόλοιπες χώρες. Το γεγονός αυτό απαιτεί τόσο προσλήψεις προσωπικού στις υπάρχουσες δομές, όσο και εκτεταμένες διαδικασίες ανακαινίσεων των κτιριακών τους υποδομών, αναβάθμισης των εγκαταστάσεων τους, καθώς και τη δημιουργία νέων χώρων οι οποίοι θα ακολουθούν τα σύγχρονα πρότυπα. Επίσης θα πρέπει να υπάρξει και ειδικός σχεδιασμός για τις ειδικές κατηγορίες ανηλίκων οι οποίοι έχουν απομακρυνθεί από τη βιολογική τους οικογένεια.

Όσον αφορά τους θεσμούς της αναδοχής και της υιοθεσίας προκύπτει επιτακτικά η ανάγκη της προώθησης τους. Θα πρέπει να υλοποιηθούν προγράμματα ενημέρωσης της κοινωνίας σχετικά με αυτούς, καθώς και εκπαιδευτικά προγράμματα για τους υποψήφιους θετούς γονείς. Επίσης θα πρέπει να αντιμετωπίζονται οι εργαζόμενοι στις κοινωνικές υπηρεσίες με τον σεβασμό που τους αντιστοιχεί, καθώς και να εφαρμόζεται το γράμμα του νόμου με ακρίβεια σε ότι αφορά τις καταβολές των ενισχύσεων στις ανάδοχες οικογένειες. Θα πρέπει ταυτόχρονα να εκσυγχρονιστεί το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο, ούτως ώστε να επισπευτεί ο χρόνος διεκπεραίωσης των σχετικών διαδικασιών, καθώς κάτι τέτοιο αποτελεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Επίσης θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα ούτως ώστε να μην διαβιεί κανένα παιδί κάτω των τριών ετών σε ίδρυμα. Επίσης θα πρέπει να γίνει υποχρεωτική η υλοποίηση προγραμμάτων αναδοχής από όλες τις δομές φιλοξενίας. Φυσικά κάτι τέτοιο απαιτεί την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού τους, οπότε θα πρέπει να ληφθεί η σχετική μέριμνα.

Γενικότερα, θα πρέπει τόσο η κοινωνία όσο και η πολιτεία να συνειδητοποιήσουν τη σημασία που έχει ο θεσμός της κοινωνικής πολιτικής για τα παιδιά, ούτως ώστε αυτός να λάβει την αντιμετώπιση που πρέπει. Δυστυχώς, μέχρι τώρα δεν αντιμετωπίστηκε με τη δέουσα σοβαρότητα (αυτό ισχύει γενικότερα για την κοινωνική πολιτική της χώρας). Γενικότερα, θεωρούνταν μάλλον ως οικονομικό έξοδο παρά ως κοινωνική ανάγκη, εξού και η διαχρονική απουσία σχετικών στρατηγικών στόχων και πολιτικών παρακολούθησης των διεθνών εξελίξεων και τάσεων και εκσυγχρονισμού. Ειδικά με το ξέσπασμα της κρίσης, έπεσε θύμα σημαντικών περικοπών, φυσική απόρροια της διαχρονικής προσέγγισης που δίδονταν σε αυτόν. Συνεπώς προκειμένου να σημειωθεί κάποια βελτίωση στην όλη κατάσταση και κάποια προσέγγιση των ευρωπαϊκών προτύπων θα πρέπει να αλλάξει η γενικότερη νοοτροπία της πολιτείας όσον αφορά την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων ζητημάτων.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!