Οι σημαντικότερες σύγχρονες τάσεις της Αντεγκληματικής Πολιτικής

Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου, Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος Παντείου Πανεπιστημίου

 

Α) Κοινωνική Αντεγκληματική Πολιτική

Α1. Μηδενική Ανοχή

 

              Η έννοια της μηδενικής ανοχής συνιστά το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται ως βασικοί στόχοι του: η μείωση της εγκληματικότητας και η αποκατάσταση της τάξης και της ασφάλειας. Θεμελιώθηκε θεωρητικά στις Η.Π.Α. κατά την δεκαετία του 1980 και στη συνέχεια τέθηκε σε εφαρμογή στη Νέα Υόρκη μετά την εκλογή του Guliani (πρώην εισαγγελέα) ως δήμαρχου το 1993. Ως μέθοδος αντιμετώπισης της εγκληματικότητας θεωρήθηκε πολύ αποτελεσματική και συνεχίστηκε να εφαρμόζεται[1].

Θεμελιωτές της θεωρίας αυτής θεωρούνται οι Wilson και Kelling, οι οποίοι βασίστηκαν στις διαπιστώσεις ενός πειράματος που πραγματοποιήθηκε το 1969 από τον καθηγητή ψυχολογίας, Zimbardo. Το συμπέρασμα του πειράματος είναι ότι βανδαλισμοί μπορούν να συμβούν παντού, από τη στιγμή που η αρχή της αμοιβαιότητας των σχέσεων μεταξύ των κατοίκων και της υποχρέωσης τους στην τάξη υποβαθμίζονται από πράξεις που φαίνεται να σημαίνουν ότι “κανένας δεν νοιάζεται”, υποστηρίζοντας ότι η αταξία προκαλεί ακόμα περισσότερη αταξία μέσω της απαξίωσης βασικών έννομων αγαθών, την δημιουργία εστιών παραβατικότητας και τον μειωμένο έλεγχο της παραβατικής συμπεριφοράς.

             Με βάση τα ανωτέρω, οι  Wilson και Kelling υποστήριξαν ότι μία περιοχή που παρουσιάζει σημάδια παραμέλησης και παρακμής, οδηγείται σταδιακά σε ολοένα περισσότερες και βαρύτερες παραβατικές και εγκληματικές συμπεριφορές, που αν δεν καταπολεμηθούν εν τη γένεσή τους – επιδεικνύοντας μηδενική ανοχή έστω και αν λαμβάνονται ορισμένες φορές ως ήσσονος σημασίας παραβατικές συμπεριφορές – και αφεθούν να συνεχίσουν το έργο τους, είναι βέβαιο ότι θα καταλήξουν σε αποκλίνουσες συμπεριφορές, παρεκκλίνουσες και εγκληματικές πράξεις, αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού και αύξηση της ανασφάλειας των πολιτών[2].

             Οι επικριτές της θεωρίας, θεωρούν ότι η επιθετική τακτική της μηδενικής ανοχής μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία, τον περιορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην αύξηση προσαγωγών στα δικαστήρια, στην αύξηση του πληθυσμού των φυλακών και στην διατάραξη της σχέσης πολίτη – αστυνομίας[3].   Επιπλέον, αμφισβητούν ότι στην πολιτική της μηδενικής ανοχής κατά του εγκλήματος οφείλεται η μείωση της εγκληματικότητας στις πόλεις τις οποίες εφαρμόστηκε και όχι σε άλλες ή της προσδίδουν ένα πολύ μικρό ποσοστό σε αυτήν την επιτυχία[4].

                Το συμπέρασμα είναι ότι η μηδενική ανοχή είναι μία στρατηγική που ενυπάρχει σε ένα πακέτο προσεκτικών και εξειδικευμένων δράσεων αντιμετώπισης μιας συγκεκριμένης εγκληματικής δράσης (κυρίως έναντι του οργανωμένου καθώς και του βίαιου εγκλήματος), όπως επίσης και φαινομένων ανομίας και έξαρσης της εγκληματικότητας σε συγκεκριμένες περιοχές[5].

 

Α2. Κοινοτική Πρόληψη

               Είναι η δεύτερη σύγχρονη πολιτική αντιμετώπισης και καταπολέμησης του εγκληματικού φαινομένου σε τοπικό επίπεδο. Οι αναφορές στον όρο «κοινοτική πρόληψη» (community crime prevention) θεωρούνται εμπνευσμένες από τον αγγλοσαξωνικό χώρο[6], ενώ το Λεξικό επιστημών του ανθρώπου έχει καταλήξει για το περιεχόμενό της πως «εκτός από την αντίληψη ότι η κοινότητα εμπλέκει ανθρώπους, δεν υπάρχει σύμπτωση απόψεων ως προς τη φύση της»[7]. Η κοινοτική πρόληψη μαζί με την παιδαγωγική[8] πρόληψη συμπεριλαμβάνονται στο πακέτο κοινωνικής πρόληψης της αντεγκληματικής πολιτικής, το οποίο παραπέμπει στο συναινετικό μοντέλο αξιών και σε μία κοινότητα, τα μέλη της οποίας ενώνονται για να αντιμετωπίσουν μαζί έναν κοινό στόχο: τη μείωση της εγκληματικότητας στη γειτονιά – κοινότητά τους.

               Με αυτόν τον τρόπο σκέψης, γίνεται φανερό πως η κοινοτική πρόληψη βρίσκει αντίκτυπο και δράση «μέσα από τη βελτίωση των γενικότερων κοινωνικών συνθηκών οι οποίες συνδέονται με αυτήν, όσο και ως μια προσέγγιση μείωσης των ευκαιριών, μέσα από το σχεδιασμό και τις αλλαγές του χώρου – περιβάλλοντος»[9] και επομένως, μέσω κοινωνικών φορέων, κυρίως, όμως, μέσω της αστυνομίας. Στην πράξη, εφαρμόστηκε πρώτα από τις Η.Π.Α και τη Γαλλία και ύστερα από την Αγγλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ισπανία, Γερμανία και Ελλάδα, οι οποίες πάτησαν στο σκεπτικό εφαρμογής είτε των Η.Π.Α είτε της Γαλλίας.

               Οι Η.Π.Α τη δεκαετία του 1980 επικεντρώθηκαν στα «προγράμματα επιτήρησης της γειτονιάς ή της συνοικίας (neighborhood watch) και συνδυάστηκαν με τη δράση της «αστυνομίας της εγγύτητας», δηλαδή, τις πεζές περιπολίες (footpatrol) και τους αστυνομικούς σταθμούς (storefront)»[10], ενώ στη Γαλλία η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε από τα θεμέλια της κοινωνίας «γίνεται μια σφαιρική πολιτική, η οποία αφορά την εκπαίδευση, τη μόρφωση, την κοινωνική δράση, τη στέγαση, τη διασκέδαση, την απασχόληση, η οποία καταπολεμά κατ’ αυτόν τον τρόπο τους παράγοντες εγκληματογένεσης»[11].

 

Β) Επανορθωτική –Αποκαταστατική Αντεγκληματική Πολιτική

Ποινική Διαμεσολάβηση

              Ο όρος «αποκαταστατική δικαιοσύνη» ή αλλιώς «επανορθωτική δικαιοσύνη» (restorative justice) θεμελιώθηκε από τον Eglash το 1977 και ενώ δεν υπάρχει ένας και μοναδικός ορισμός του, πάρα ταύτα, έχει δοθεί κάποιος που πληρεί το περιεχόμενο περισσότερο από τους άλλους, «η επανορθωτική δικαιοσύνη είναι μια «έννοια – ομπρέλλα που περιλαμβάνει αφ’ ενός ένα αξιακό για τη δικαιοσύνη πλαίσιο και αφ’ ετέρου μια ευρύτητα και ποικιλομορφία πρακτικών, όπως είναι η διαμεσολάβηση και οι συνεδρίες σε κύκλους στο πλαίσιο των τοπικών κοινωνιών»[12]. Κρίνεται απαραίτητη, ωστόσο, όταν πρόκειται για ποινική διαμεσολάβηση, η επιθυμία για συμμετοχή και των δύο πλευρών, δράστη και θύματος.

                Οι βασικές αρχές και κεντρικοί στόχοι αυτής της κατεύθυνσης αντεγκληματικής πολιτικής είναι, « α) η δικαιοσύνη επιβάλλει την αποκατάσταση αυτών που επλήγησαν, β) τα μέρη που ενεπλάκησαν και επηρεάστηκαν από το έγκλημα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να μετέχουν πλήρως στην διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης εάν το επιθυμούν, γ) ο ρόλος των τοπικών κοινοτήτων πρέπει να είναι ενδυναμωμένος, με στόχο την επίτευξη και τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης»[13]. Επηρεασμένη από το θυματολογικό κίνημα και την καταργητική πρόταση, η αποκαταστατική δικαιοσύνη διακρίνεται από δύο τάσεις: μια μαξιμαλιστική και μια μινιμαλιστική. Η πρώτη στοχεύει στην ριζική αλλαγή του συστήματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης και αντικατάστασης του από το σύστημα αξιών – προτάσεών της (υποστηρικτές: Ν. Ζηλανδία και Αυστραλία) και η δεύτερη λειτουργεί συμπληρωματικά ή και εναλλακτικά μόνο στις περιπτώσεις πλημμελημάτων (υποστηρικτές και εφαρμοστές: Καναδάς, Πολιτείες της Β. Αμερικής, Μ. Βρετανία και οι χώρες της Β. Ευρώπης)[14].

               Όπως γίνεται αντιληπτό και εδώ, βασικό κριτήριο, επίμαχο σημείο και βάση στο σύστημα αξιών συνιστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο σεβασμός και η αναγνώριση της πράξης από τον δράστη στο θύμα, η τήρηση όλων αυτών των διακηρύξεων, συμβάσεων, συνθηκών περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη[15], ο διάλογος, η ισότητα συμμετοχής στη διαδικασία προκειμένου και οι δύο πλευρές να είναι ικανοποιημένες. Μάλιστα, μέσα από το πλαίσιο αυτό, η αποκαταστατική δικαιοσύνη υποστηρίζει την αρχή της «ελάχιστης ποινικής παρέμβασης» από την οποία, ουσιαστικά, υποκινείται[16]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συνδιαλλαγή θύματος και δράστη μπορεί να παίξει τον ρόλο της ειδικής πρόληψης (έμφαση στους ανασταλτικούς παράγοντες του εν δυνάμει δράστη και εγκληματία στο πλαίσιο μιας μετασωφρονιστικής αρωγής για τη μη υποτροπή του) «πολύ πιο αποτελεσματικά από μια ενδεχόμενη καταδίκη του (του δράστη) σε ποινή κατά της ελευθερίας (και σίγουρα πολύ περισσότερο αν η έκτιση της ποινής ανασταλεί με όρους ή αν η ποινή μετατραπεί σε χρηματική)»[17].

——

[1] Corman H. & Mocan N., “Carrots, Sticks and Broken Windows”, Journal of Law and Economics, vol. XLVIII,  April, σελ. 235 – 266, 2005.

 Πρβλ. http://www.manhattan-institute.org/html/cr_22.htm, Kelling G. L. & Sousa W. H., “Do Police Matter? An Analysis of the Impact of New York City’s Police Reforms”, Manhattan Institute for Policy Research Civic Report, December, No. 22, 2001, τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015.

Υποσημείωση: Σε αυτό το πείραμα ο Zimbardo τοποθέτησε ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες σε δύο διαμετρικά αντίθετες γεωγραφικά και κοινωνικά περιοχές, στο υποβαθμισμένο Μπρόνξ της Νέας Υόρκης και σε μία εύπορη συνοικία του Πάλο Άλτο της Καλιφόρνια. Στο Μπρόνξ χρειάστηκαν μόλις δέκα λεπτά για ν’ αρχίσουν οι βανδαλισμοί και μέσα σε 24 ώρες είχαν αφαιρεθεί όλα τα εξαρτήματά του. Αντιθέτως, στην εύπορη περιοχή επειδή μία εβδομάδα μετά το αυτοκίνητο δεν είχε πειραχθεί, ο  Zimbardo έσπασε τα τζάμια του και μέσα σε 24 ώρες το αυτοκίνητο υπέστη τους ανάλογους βανδαλισμούς.

[2] http://www.theatlantic.com/doc/198203/broken-windows, Wilson J. Q. & Kelling G., “Broken Windows: The police and neighborhood safety”, Atlantic Monthly, March, 1982, τελευταία πρόσβαση: 3/1/2015.

[3] Wynn R. J., “Can Zero Tolerance Last? Voices from inside the Precinct”, στο McArdle A., Erzen T., Zero Tolerance: Quality of Life and the New Police, NYU Press, σελ. 107 – 126, 2001.

[4] Griffith G., Zero Tolerance Policing – Briefing Paper No 14/1999, New South Wales Parliamentary Library, σελ. 5, 6, 1999.  

[5] Ό.π. σελ. 135-137.

[6] Ζαραφωνίτου Χ., Η πρόληψη της εγκληματικότητας σε τοπικό επίπεδο. Οι σύγχρονες τάσεις της Εγκληματολογικής έρευνας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2003, σελ. 22, 23.

[7] Βασιλείου Θ. Α. & Σταματάκης Ν., Λεξικό επιστημών του ανθρώπου, Gutenberg, Αθήνα, 1992, σελ. 206.

[8] Υποσημείωση: Η Σπινέλλη για την παιδαγωγική πρόληψη αναφέρει «η εξωποινική πρόληψη περιλαμβάνει καταρχήν την κοινωνικοποίηση και άλλες διαδικασίες που δημιουργούν νόμιμες ταυτότητες» στο Σπινέλλη Κ. Δ., Η γενική πρόληψη των εγκλημάτων: θεωρητική και εμπειρική διερεύνηση μορφών κοινωνικού ελέγχου, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 1982, σελ. 68.

[9] Lurigio A. J. & Rosenbaum D. P., “Evaluation research in community crime prevention. A critical look at the field” στο Rosenbaum D. (Ed.), Community Crime Prevention. Does it work?, Sage, σελ. 19 – 44, 1986.

[10] Lagrange H. & Zauberman R., “Introduction: Du debat sur le crime et l’ insecurite aux politiques locales, Deviance et Societe”, Vol. 15, No 3, σελ. 253, 1991.

[11] Liege M-P., “La prevention  sociale”, στο Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Αντεγκληματική Πολιτική και Δικαιώματα του Ανθρώπου, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Υπεύθυνη Έκδοσης: Αγλαϊα Τσήτσουρα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1997, σελ. 57.

[12] Shapland I., et all, “Situating Restorative Justice within criminal justice”, Theoretical Criminology, Vol. 10 (4), σελ. 506, 2006.

[13] Αρτινοπούλου B., Επανορθωτική Δικαιοσύνη. Η πρόκληση των σύγχρονων δικαιικών συστημάτων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2010, σελ. 21.

Πρβλ. http://www.restorativejustice.org

[14] Ό.π. σελ. 23 – 27.

[15]  Υποσημείωση: Αναφορικά με τις συμβάσεις – συνθήκες – συστάσεις για τα δικαιώματα των θυμάτων εγκληματικών πράξεων, σημαντική, μεταξύ άλλων, κρίνεται η Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης R(85)11,

«Α. εκπαίδευση των αστυνομικών ώστε να συμπεριφέρονται στα θύματα με συμπόνια και κατανόηση, δημιουργώντας ένα κλίμα ασφαλείας,

Β. ενημέρωση των θυμάτων από την πλευρά των αστυνομικών για τα προγράμματα υποστήριξης που παρέχουν πρακτικές και νομικές συμβουλές, καθώς και τους τρόπους αποκατάστασης ή/και αποζημίωσης από το δράστη ή το Κράτος,

Γ. ενημέρωση του θύματος για την πορεία των αστυνομικών ερευνών».

Επίσης, η Διακήρυξη των «Βασικών Αρχών της Δικαιοσύνης για τα Θύματα του Εγκλήματος και της Κατάχρησης Εξουσίας» το 1985 και 1989, οι Συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης R(87)21 και R(91)11 που αφορούν, αντίστοιχα, «Βοήθεια στα θύματα και την Πρόληψη της Θυματοποίησης» και «Σεξουαλική Εκμετάλλευση, Πορνογραφία, Πορνεία και Διακίνηση Παιδιών και Εφήβων», το σημαντικότερο κείμενο του Συμβουλίου –ωστόσο- ήταν το «Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Θύματα Εγκλημάτων Βίας» το 1983  στο Αρτινοπούλου Β. – Μαγγανάς Α., Θυματολογία και Όψεις Θυματοποίησης, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1996, σελ. 59 – 64.

[16] Braithwaite J., “Setting Standards for Restorative Justice”, British Journal of Criminology, Vol. 42, σελ. 563 – 577, 2002.

[17] Πρακτικά Β’ Πανελληνίου Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου (1987), Η θέση του θύματος στο ποινικό σύστημα και ο θεσμός της πολιτικής αγωγής, Oικ. Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα, 1989, σελ. 183.

 

Διαβάστε Επίσης  Σεμινάριο: Criminal Profiling | Η Ψυχολογική Αυτοψία - ‘’FBI profiling: Η κλασική διχοτόμηση’’ | περί Ψυχής

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!