Εργασιακές Σχέσεις και Μεταναστευτική Πολιτική στην Εποχή των Μνημονίων

του Νίκου Κουραχάνη

 

Μετανάστες Εργάτες στην Ελλάδα
Απόστολος Καψάλης
εκδ. Τόπος, 2018 | 400 σελ.

Από την απαγόρευση κυκλοφορίας Αλβανών στο Παλαιό Κεραμίδι Πιερίας μέχρι τις ματωμένες φράουλες της Μανωλάδας, από το βιτριόλι στο πρόσωπο της Κούνεβα μέχρι τη δολοφονία του Λουκμάν, υπάρχει μια συγκολλητική ουσία μεταξύ ρατσισμού και εργατικής εκμετάλλευσης: η απουσία μεταναστευτικής πολιτικής. Η μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους διαμορφώθηκε για τουλάχιστον δύο δεκαετίες από τα χαρακτηριστικά της «μη απόφασης». Φαινόμενο που αναδείχθηκε έντονα από τις μελέτες που συγκρότησαν συστηματικότερα τις μεταναστευτικές σπουδές στην Ελλάδα τις δεκαετίες του 1990 και του 2000.

Ένα από τα γνωρίσματα της «Νέας Μετανάστευσης» που εκδηλώθηκε στις χώρες της Νότιας Ευρώπης στο τέλος του 20ού αιώνα ήταν ακριβώς αυτός ο άτυπος χαρακτήρας της. Σε αντιδιαστολή με το οργανωμένο πλαίσιο της μεταπολεμικής περιόδου στη Δυτική Ευρώπη, οι μετανάστες αντιμετωπίστηκαν από τα νοτιοευρωπαϊκά κράτη με χαρακτηριστικά αορατότητας. Γεγονός που επεξέτεινε το κοινωνικό πρόβλημα, τις ρατσιστικές συμπεριφορές αλλά και την αδύναμη διαπραγματευτική θέση των μεταναστών στην αγορά εργασίας.

Η μετανάστευση επηρεάζει και επηρεάζεται από τα δεδομένα της αγοράς εργασίας. Ο συγκεκριμένος τρόπος κρατικής διαχείρισης του μεταναστευτικού ζητήματος οδήγησε σε σημαντική αποσταθεροποίηση του ελληνικού εργασιακού τοπίου. Οι μετανάστες αξιοποιήθηκαν ως μέσο πίεσης για τη μείωση του μισθολογικού κόστους και για τη διόγκωση των γκρίζων ζωνών της απασχόλησης (ευελιξία, ανασφάλιστη εργασία κλπ). Γεγονός που ενθαρρύνθηκε από τις ανταγωνιστικές, ευέλικτες και ελαστικές κατευθύνσεις των νέων εργασιακών προτύπων που θεμελίωσε η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Απασχόλησης την ίδια περίοδο.

Η μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους απώθησε τους μετανάστες στο κοινωνικό περιθώριο και λειτούργησε απορρυθμιστικά για το σύνολο των εργασιακών σχέσεων. Συνέπεια που επηρέασε επακόλουθα και το ημεδαπό εργατικό δυναμικό. Η κρίση και οι πολιτικές υπολειμματικοποίησης της εργατικής προστασίας εκβάλλουν σε μια νέα φάση γενικευμένης εργασιακής ευπάθειας. Αναμενόμενα, οι μετανάστες αποτελούν το πιο ευάλωτο κομμάτι μιας διαρκώς αυξανόμενης δεξαμενής ανέργων και επισφαλώς εργαζομένων. Δεξαμενή ακατάπαυστα τροφοδοτούμενη από νέες κατηγορίες ανθρώπων με ανίσχυρη διαπραγματευτική θέση, όπως θα είναι σύντομα οι πρόσφυγες.

Το βιβλίο του Αποστόλη Καψάλη Μετανάστες Εργάτες στην Ελλάδα έρχεται να φωτίσει καίριες όψεις αυτών των αναδιαρθρώσεων. Ο Καψάλης, κουβαλώντας ήδη στις αποσκευές του μια δεκαπενταετή ερευνητική συνεισφορά στο μεταναστευτικό, επιχειρεί να συνδυάσει καινοτόμα δύο διαφορετικές ερευνητικές περιοχές με συγκλίνουσες εκφάνσεις: το εργατικό δίκαιο και τη μετανάστευση. Πρόκειται για ένα δυσχερές εγχείρημα για το οποίο σε καμία περίπτωση δεν προσφέρονται εκ των προτέρων εγγυήσεις επιτυχίας.

Το βιβλίο έχει έκταση 400 σελίδες. Αποτελείται από τέσσερα μέρη και δέκα κεφάλαια. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται η συνολική εικόνα της μετανάστευσης στην Ελλάδα. Αυτό επιχειρείται μέσα από συγκεκριμένα πεδία ανάλυσης με έμφαση στα μεταναστευτικά αίτια, τα πληθυσμιακά και εργασιακά χαρακτηριστικά των μεταναστών. Το πλεονέκτημα της ανάλυσης είναι ότι δεν αρκείται σε μια στατική ποσοτική απεικόνιση αυτών των δεδομένων. Αντίθετα, αποζητά τον εντοπισμό των αιτιωδών σχέσεων που οδήγησαν στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης εικόνας των μεταναστών στην ελληνική αγορά εργασίας.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου καταπιάνεται με την ανάλυση του θεσμικού πλαισίου διαχείρισης της μετανάστευσης. Επίκεντρό της είναι το καθεστώς διαμονής των εισερχόμενων μεταναστών και η συσχέτιση της μεταναστευτικής νομοθεσίας με το εργατικό δίκαιο. Παρότι ο συγγραφέας δηλώνει στον τίτλο του βιβλίου του ότι θα ασχοληθεί με την απασχόληση των μεταναστών την περίοδο των μνημονίων δεν αρκείται σε αυτό. Αντίθετα, οι νομικές σπουδές του τον διευκολύνουν να προσφέρει μια μακροσκοπική ερμηνευτική αποτύπωση της εξελικτικής πορείας της μεταναστευτικής πολιτικής στην Ελλάδα από το 1990 μέχρι το 2017. Εκεί ο Καψάλης καταφέρνει σε 170 σελίδες –εγχείρημα που θα μπορούσε να εκδοθεί και αυτόνομα– να συσχετίσει τα πεδία της μετανάστευσης και της απασχόλησης. Ειδικότερα, η εξέλιξη των νομοθετικών παρεμβάσεων για τη μετανάστευση και την εργασία των μεταναστών, η λειτουργία της μεταναστευτικής νομοθεσίας στην εξέλιξη της εργατικής νομοθεσίας, καθώς και η λειτουργία του επονομαζόμενου ως «κατοχυρωμένου φιλελευθερισμού» είναι οι τρεις πυλώνες που συνθέτουν το δεύτερο μέρος του βιβλίου.

Στο πλαίσιο μιας λογικής σειριακής εμβάθυνσης το τρίτο μέρος του βιβλίου καταπιάνεται με τις παρεμβάσεις του κράτους και των ομάδων συμφερόντων στη διαμόρφωση της μεταναστευτικής πολιτικής. Οι απώτερες επιδιώξεις του κράτους, των οργανωμένων ομάδων συμφερόντων, των μεταναστευτικών κοινοτήτων, καθώς και των κινημάτων υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μεταναστών προσεγγίζονται στην εργασία αυτή σαν κομβικού χαρακτήρα συνιστώσες που διαμορφώνουν τη συνισταμένη της μεταναστευτικής πολιτικής. Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση με την αξιοποίηση εργαλείων ανάλυσης από το γνωστικό αντικείμενο της δημόσιας πολιτικής. Προσέγγιση που υποδηλώνει ότι ο συγγραφέας διαθέτει την απαιτούμενη διεπιστημονική οπτική για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου πολυθεματικού εγχειρήματος.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το τέταρτο μέρος στο οποίο περιλαμβάνονται συμπεράσματα και προτάσεις πολιτικής. Στα συμπεράσματα αξιολογείται ο βαθμός αποτελεσματικότητας των μέτρων που παρουσιάστηκαν στις προηγούμενες ενότητες. Κατά τον Καψάλη, όπως και κατά την κυρίαρχη εγχώρια επιστημονική προσέγγιση, η Ελλάδα δεν κατόρθωσε ποτέ να διαμορφώσει μια συγκροτημένη και συνεκτική μεταναστευτική πολιτική. Μια ουσιαστική συμβολή του βιβλίου είναι ότι καταλήγει σε μια πρόταση θεραπείας αυτής της παθογένειας. Αφενός, θέτει στον δημόσιο διάλογο ένα ενδεδειγμένο μεθοδολογικό υπόδειγμα για την προετοιμασία, την υιοθέτηση και την εφαρμογή μεταναστευτικών πολιτικών. Αφετέρου, το υπόδειγμα αυτό εξειδικεύεται και συνδυάζεται με συγκεκριμένες δράσεις και πρωτοβουλίες άμεσης εφαρμογής, οι οποίες μπορούν να ωφελήσουν πολύπλευρα, όχι μόνο τους μετανάστες, αλλά και την ελληνική κοινωνία.

Η μελέτη του Απόστολου Καψάλη –προϊόν της μακροχρόνιας, προσηλωμένης και συστηματικής έρευνάς του στο πεδίο της μετανάστευσης– αποτελεί μια ουσιαστική και απολύτως ευπρόσδεκτη συμβολή στην ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία. Συμβολή η οποία προεκτείνει μια διαμορφωμένη ακαδημαϊκή παράδοση μελέτης του μεταναστευτικού φαινομένου· κοινωνός της παράδοσης αυτής εξάλλου είναι και ο ίδιος ο συγγραφέας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, οι αναγνώσεις αυτού του βιβλίου μπορούν να λάβουν ευρύτερες προεκτάσεις –πέραν του διαλόγου για το μεταναστευτικό.

Το πόνημα αυτό είναι μια γνήσια προσπάθεια ανάλυσης του μέτρου ισορροπίας του δίπολου κεφαλαίου και εργασίας. Οι μετανάστες στην ανάλυση του Καψάλη είναι υποκείμενα που αποτελούν κομμάτια της εργατικής τάξης. Μέσα σε μια περίοδο έντονης στροφής των μεταναστευτικών σπουδών προς τις πολιτισμικές ταυτότητες -στροφή που εν πολλοίς συμπυκνώθηκε στη διατύπωση του «δικαιώματος στη διαφορά»- ο Καψάλης επαναφέρει το πρίσμα ανάγνωσης στην παράμετρο της κοινωνικής τάξης.

Το δικαίωμα στη διαφορά[1] –θεμελιώδες και διαχρονικό αίτημα των υποστηρικτών της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας– καταλήγει σε πολλές περιπτώσεις να λειτουργεί εις βάρος της ταξικής ανάγνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Της ανάγνωσης δηλαδή εκείνης που συνηγορεί υπέρ των φτωχών. Η πολιτισμική συνεισφορά των κινημάτων του Μάη του ’68 είναι σημαντική: το φεμινιστικό, το αντιρατσιστικό και το οικολογικό κίνημα αδιαμφισβήτητα προσέφεραν νέες και απαραίτητες αναγνώσεις της κοινωνικής ανισότητας. Είναι και οι έμφυλες και οι φυλετικές διακρίσεις, πέρα από τις ταξικές, που αποτελούν θύλακες ανισότητας.

Παρ’ όλ’ αυτά, το δικαίωμα αναγνώρισης του διαφορετικού (του διαφορετικού φύλου, της διαφορετικής φυλής, της διαφορετικής θρησκείας, του διαφορετικού πολιτισμού) δεν αποκόπτεται από ιδεολογικά συμφραζόμενα. Το δικαίωμα στη διαφορά, θεμελιώδες διακύβευμα όλων των σύγχρονων κοινωνικών ομάδων που υφίστανται την καταπίεση του ετεροκατασκευασμένου ως «κανονικού» -και άρα κυρίαρχου- με όρους νέου φιλελευθερισμού χρησιμοποιείται από τους ισχυρούς ως «δικαίωμα στην ανισότητα». Η στροφή από τις ταξικές στις πολιτισμικές διαστάσεις της ανισότητας, αν και δεν το επιδιώκει, ευνοεί τη μετατροπή του δικαιώματος στη διαφορά σε δικαίωμα στην ανισότητα. Ωστόσο, δεν είναι ο πλούσιος Σαουδάραβας εκείνος που θα βιώσει τον ρατσισμό ως μετανάστης σε μια ξένη χώρα, αλλά, ο φτωχός Πακιστανός εργάτης. Τη βάση αυτού του πρίσματος ανάγνωσης επιδιώκει να επαναφέρει στο προσκήνιο η εργασία του Καψάλη. Και το πράττει αυτό αναδεικνύοντας, πέρα από τις επιστημονικές, τις πολιτικές του καταβολές και την έμπρακτη ταξική του μεροληψία εις όφελος των αδύναμων.

Υποσημειώσεις

1. Βλ. Τσουκαλάς Κ. (2010), Η Επινόηση της Ετερότητας. «Ταυτότητες» και «Διαφορές» στην Εποχή της ΠαγκοσμιοποίησηςΑθήνα, Καστανιώτης.

 

Πηγή: marginalia.gr

Διαβάστε Επίσης  Η ομιλία της ΓΓΙΦ στην Ημερίδα για την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης "Έναρξη Ισχύος στην Ελλάδα: Από τη θεωρία στην πράξη"

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!