Η διαδικασία της (επανα)κοινωνικοποίησης βάσει της θεωρίας των «ενστικτωδών τρόπων σύνδεσης» του Ε. De Greeff

Της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου,

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

           Η θεωρία περί «ενστικτωδών τρόπων σύνδεσης» του E. De Greeff  είναι η βασική θεώρηση και στάση του ιδίου που είχε αναπτύξει για τις δυτικές κοινωνίες, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι αναλύσεις του αποσκοπούσαν στο να αφυπνίσει τον «μέσο άνθρωπο», να τον φτάσει στη συνειδητοποίηση της πνευματικότητας της ύπαρξής του για να μετουσιωθεί στην ηθικότητα της κοινωνικής ζωής. Χαρακτηριστικά, αυτή η στασιμότητα του «μέσου ανθρώπου», οφείλεται στον «τυφλό χαρακτήρα των αυθόρμητων αντιδράσεων δικαιοσύνης», τον οποίο διέκρινε να υφίσταται στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης βάσει της θεωρίας των «ενστικτωδών τρόπων σύνδεσης» υποστηρίζεται από τον Ε. De Greeff  από το 1940 και έπειτα[1]. Πρόκειται για μία προσέγγιση της κοινωνικοποίησης βασισμένη πάνω στην οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων μέσα στην καθημερινότητα ανάμεσα στο «ένστικτο της άμυνας» και στο «ένστικτο της συμπάθειας» (σύμφωνα με τον E. De Greeff αυτά τα ένστικτα είναι έμφυτες κλίσεις του ατόμου, όπως τα ονομάζει «αδιάφθορες λειτουργίες») που προσπαθεί να διαχειριστεί το άτομο, αλλά και το κοινωνικό σύνολο απέναντί του παράλληλα, πόσο μάλλον όταν ομιλούμε για κοινωνική επανένταξη του παραβάτη[2]. Εκεί, υπερισχύουν τα ένστικτα της άμυνας.

           Κατά την άποψη της F. Digneffe, ο Βέλγος Κλινικός Εγκληματολόγος, πιθανόν, όταν αναφερόταν στην έννοια του «ενστίκτου» να εννοούσε «έναν τρόπο να γνωρίσει κανείς τον άλλο, να προβάλλει πάνω του μία εικόνα συνδεδεμένη με τον τύπο της ώθησης που προκλήθηκε: εικόνα αναβαθμίζουσα ή ιεροποιούσα […] ή, αντίθετα, εικόνα μειωτική όταν υπάρχει αντίδραση άμυνας απέναντι στον άλλο»[3].

           Ο παραβάτης είναι εκείνος που έχει προσκολληθεί στα ένστικτα της άμυνάς του (στις έμφυτες κλίσεις του) από τη πρωτογενή κοινωνικοποίησή του μέχρι και την δευτερογενή κοινωνικοποίησή του, γι’ αυτό και βρίσκει δυσκολίες στο να περάσει στο στάδιο της συνειδητοποίησης («στάδιο ευφυΐας»), της ηθικής ζωής και να μετανοήσει. Επικυρώνει τη «συναινετική παραίτηση», δηλαδή, αρνείται την ευθύνη της κοινωνικοποίησής του μέσα στην κοινωνία και την προβάλλει με αρνητικό τρόπο συμβολικά, μέσω του εγκλήματος, ενώ, ταυτόχρονα, το κοινωνικό σύνολο συμπεριφέρεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο απέναντί του, αποκλείοντάς τον, στιγματίζοντάς τον και δίχως να του αφήνει περιθώρια μεταμέλειας ή μετάνοιας (την  πιθανότητα και τη δυνατότητα να μεταβεί στο στάδιο της συνειδητοποίησης).

           Η ομάδα των ενστίκτων άμυνας είναι εκείνη που «συντελεί στη διατήρηση του «εγώ», λειτουργεί κάτω από το σήμα του αισθήματος της δικαιοσύνης και ευθύνης απέναντι στον άλλο […] έχει ως βάση την επιθετικότητα και έχει ως αποτέλεσμα μία προοδευτική μείωση του ανθρώπου σε μιαν οντότητα  αφηρημένη»[4]. Με αυτόν τον τρόπο, εξηγείται η τιμωρητικότητα της κοινωνικής αντίδρασης απέναντι στον παραβάτη και στο έγκλημα αλλά και η «τιμωρητικότητα» του ίδιου απέναντι στον εαυτό του και την κοινωνία («συναισθηματική δομή της έννοιας της δικαιοσύνης»)[5]

           Η πρόταση γεφύρωσης μεταξύ επανακοινωνικοποίησης και ηθικής ζωής βρίσκεται στη λέξη και στην κατάσταση «μετουσίωση».  Για τον Ε. De Greeff, η προσπάθεια μετά – στροφής προς μία ηθική ζωή σημαίνει «διαχείριση ζωής» και η έννοια της «μετουσίωσης» τοποθετείται σε αυτό ακριβώς το σημείο. Η μετουσίωση ως γέφυρα υλοποίησης ανώτερων ψυχικών δραστηριοτήτων είναι «η συνειδητή και ηθελημένη εξέλιξη του ατόμου με αφετηρία μία αρχική ενστικτώδη ενέργεια»[6].

Χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη μελέτη του ίδιου πάνω σε ανθρωποκτόνους κρατουμένους: «η διάπραξη μιας ανθρωποκτονίας δεν περιορίζεται σε παράβαση ενός νόμου, ανθρώπινου ή θείου, αλλά αλλοιώνει σοβαρά την ισορροπία την οποία τείνει να προσεγγίσει φυσιολογικά το σύνολο αυτών των αδιάφθορων λειτουργιών […] Πριν από τον ηθικό κανόνα, μια βασική τάση της ανθρώπινης ύπαρξης αντιστέκεται στην ανθρωποκτονία». Φυσικά, υπονοούσε με αυτήν, τα γνωστά στάδια περάσματος στην εγκληματική πράξη: α) αδιαμόρφωτη συναίνεση, β) διαμορφωμένη συναίνεση, γ) κρίση –απόφαση, δ) εκτέλεση. 

           Επομένως, ο δρόμος προς μία ηθική ζωή μέσω της μετουσίωσης (της ισορροπίας των ενστίκτων άμυνας και συμπάθειας) και της προσαρμογής του ατόμου στο περιβάλλον (κοινωνικοποίηση), έγκειται τελικά στον τρόπο με τον οποίο το άτομο θα αντιληφθεί τις πράξεις εκείνες που το τελειοποιούν ή το εξευτελίζουν ως προσωπικότητα και ύπαρξη. Πρόκειται για «εσωτερική επιταγή» της υπάρξεώς του και άρα, για επιλογή διαχείρισης προβλημάτων στη ζωή του.

————————- ————-

[1] De Greeff E., Notre Destinee Et Nos Instincts, Paris: Librairie Plon, 1945, σελ. 199, 200. 

[2] F. Digneffe, Ηθική και Εγκληματικότητα, Νομική Βιβλιοθήκη, Μετάφραση: Σαγκουνίδου  – Δασκαλάκη Η., Αθήνα, 2000, σελ. 232,  233.

[3] Στο ίδιο, σελ. 204, σημ. 12.

Βλ. De Greeff E., Notre Destinee Et Nos Instincts, Paris: Librairie Plon, 1945, σελ. 37. 

[4] De Greeff E., Les instincts de defence et de sympathie, Paris: P.U.F., 1947, σελ. 22, 31.

[5] Στο ίδιο, σελ. 33.

[6] De Greeff E., “La morale est – elle inscrite dans notre psychisme?”, άρθρο δημοσιευμένο στο: Les limites de humain, etudes carmelitaines, Bruges, Desclee de Brouwer, 1962, σελ. 164, 165.

Βλ. Φαρσεδάκης Ι. Ι., Στοιχεία Εγκληματολογίας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2005, σελ. 34.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!