Δράστης και Ηθική

Της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου,

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

           Σύμφωνα με το συναινετικό πλαίσιο υπό το οποίο εμφανίζεται σε μία κοινωνία το έγκλημα και κατ’ επέκταση αναπτύσσεται η συμπεριφορά του ανθρώπου, η τελευταία προσδιορίζεται ως μία καθαρά αντικοινωνική συμπεριφορά η οποία συνοδεύεται από τη συγκρουσιακή κατάσταση που κυριαρχεί συναισθηματικά στον δράστη πριν και κατά τη διαδικασία της κοινωνικοποίησής του. Υπό την οπτική του συναινετικού πλαισίου, λοιπόν, κατά τον Garofalo, «πραγματικό έγκλημα είναι η βλαβερή πράξη που καταστρέφει το υπάρχον σε μια δεδομένη κοινωνία κοινό ηθικό συναίσθημα της φιλαλληλίας», και κατά τον Durkheim, το έγκλημα «αποτελεί προσβολή των ισχυρών συναισθημάτων της συλλογικής συνείδησης»[1].

Όσο για τον δράστη ή αλλιώς παραβάτη των ηθικών συναισθημάτων της κοινωνίας του, παρατηρείται για τους συν – ανθρώπους του πως «πρόκειται για την προσωπική στάση απέναντι σε καταστάσεις που προξενούν πόνο στον άλλο γενικά και όχι αποκλειστικά στο ίδιο το υποκείμενο» και γι’ αυτόν το λόγο του αξίζει η τιμωρία[2]. Η αναφορά αυτή μας παραπέμπει στον ορισμό του Garofalo για τον εγκληματία, ο οποίος είναι «εκείνος που στερείται ή αδυνατεί να νιώσει τα συναισθήματα του οίκτου και της εντιμότητας»[3].

Και από τον Pinatel είχε αναφερθεί ότι στον πυρήνα της προσωπικότητας του εγκληματία υπάρχουν συναισθήματα όπως «ο εγωκεντρισμός, η αστάθεια, η επιθετικότητα και η συναισθηματική ψυχρότητα / σκληρότητα ή αδιαφορία», συναισθήματα που αποκλείουν πιθανότητες και δυνατότητες συμβίωσης με τους άλλους κοινωνούς (επανένταξης) μετά την εγκληματική πράξη, καθώς, και αισθήματα μεταμέλειας ή μετάνοιας[4]. Εδώ, τα στοιχεία του πυρήνα της προσωπικότητας του Pinatel, θυμίζουν αρκετά τις προϋποθέσεις του περάσματος στη πράξη του Manouvrier (θεμελιωτής της σχέσης Δικαίου και Ηθικής)[5]:

 

  • Ηθική: μη συγκράτηση από την ηθική αποδοκιμασία της πράξης,
  • Ποινική: μη συγκράτηση από το φόβο της ποινής,
  • Υλική: μη συγκράτηση από τις δυσχέρειες υλοποίησης του σχεδίου και
  • Συγκινησιακή: μη συγκράτηση από την αίσθηση του κακού που προκαλεί στον συν – άνθρωπό του.

 

Ακόμη πιο σφαιρικά, σύμφωνα με τον τρόπο προσέγγισης του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού για την κοινωνική πραγματικότητα, το βασικό στοιχείο κατανόησης της δράσης και της διαντίδρασης μεταξύ των ανθρώπων είναι ακριβώς οι ερμηνείες που αποδίδουν στα γεγονότα της κοινωνικής ζωής, όπως το έγκλημα και η ύπαρξη των δραστών, δηλαδή, τα νοήματα που δημιουργούν και χρησιμοποιούν γύρω από αυτά προκειμένου να τα εξηγήσουν.

Βάσει της θεωρίας του Mead (Σχολή του Σικάγο, 1863 – 1931, θεμελιωτής της θεωρίας της συμβολικής διαντίδρασης), η κοινωνικοποίηση έγινε αντιληπτή ως μία αμφίδρομη διαδικασία μεταξύ των ενεργών ως φορέων δράσης ατόμων και των (επίσημων και ανεπίσημων) κανόνων που βρίσκονται σε συνεχόμενη αλλά σταθερή μεταβολή ανά περιόδους της ιστορίας της ανθρωπότητας. Για τον Mead, «ο εαυτός είναι σε διαρκή μεταβλητότητα» ανάλογα με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που επικρατούν στην κοινωνία[6].

Αυτή η θέση, όμως, παραπέμπει στις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές αναπαραστάσεις των κοινωνούντων (νοηματοδοτήσεις που αλλάζουν ανά εποχή) για τη βαρύτητα των εγκλημάτων που διαπράττονται σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο εξετάζονται από το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την έρευνα των Robert και Faugeron (1979)[7] για τις παραστάσεις της δικαιοσύνης, η οποία αναφέρεται από τον Debuyst[8], εκείνο το στοιχείο που καθορίζει τις στάσεις των ανθρώπων απέναντι στον άνθρωπο που διέπραξε ελαφρύ ή σοβαρό έγκλημα, στην ουσία, είναι «η δυνατότητα που αισθάνεται το υποκείμενο να ταυτιστεί ή όχι με τον δράστη της πράξης και να διακρίνει την πιθανότητα να είναι ή να γίνει ενδεχομένως ο ίδιος δράστης μιας παρόμοιας συμπεριφοράς».

Επισημαίνεται από τον Debuyst πως «η απουσία κάθε δυνατότητας αυτοπαραπομπής καθιστά στην πραγματικότητα τον «εγκληματία» έναν «διαφορετικό», δηλαδή, ενισχύει τη διαφορετικότητά του και συντελεί στην πλήρη κατίσχυση της αποδίδουσας προθέσεως και μειωτικής διαδικασίας»[9]. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο διαχωρισμός αυτός συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη μεταβλητών σχετικών με τους γενικότερους τρόπους ψυχικών, ηθικών ή κοινωνικών στάσεων των ανθρώπων καταλήγοντας πως η διάκριση ανάμεσα σε σοβαρή ή μη εγκληματικότητα είναι η αντανάκλαση αυτής της δυνατότητας ή μη αυτοπαραπομπής.

————– —————— —————–

[1] Γαρδίκας Κ.,  Εγχειρίδιον Εγκληματολογίας, Δ. Τζάκα, Αθήνα, 1957, σελ. 18.

[2] criminology.panteion.gr, τίτλος δημοσίευσης: «Η Εγκληματολογία μέσα από τα Ιερά Ευαγγέλια», του Α. Μαγγανά με σχόλια της Χρ. Ζαραφωνίτου και του Γρ. Λάζου, σελ. 5, σχόλιο 17, τελευταία πρόσβαση: 2/05/2015.

[3] Garofalo R., La Criminologie, Alcan, Paris, 1888, σελ. 9, 20, 32, 34, 35.

[4] Pinatel J., Le phenomene criminel, VO crime, Paris, 1987, σελ. 398.

Υποσημείωση: Επίσης, στην κατηγοριοποίηση των μορφών εγκλήματος του ίδιου, συμπεριλαμβάνει και το έγκλημα που διαπράττεται από «αυτοτιμωρία ή από συναίσθημα ενοχής».

Βλ. Φαρσεδάκης Ι. Ι., Στοιχεία Εγκληματολογίας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2005, σελ. 36.

[5] Φαρσεδάκης Ι. Ι., Η εγκληματολογική σκέψη απ΄ την αρχαιότητα  ως τις μέρες μας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1990, σελ. 196 – 202, 217, 218.

[6] Mead G. H., Mind, Self and Society, Chicago: Universityof Chicago Press, 1934.

[7] Robert Ph. & Faugeron C., La justice et son public, Medecine et Hygiene – Masson, Συλλογή Deviance et Societe, Γενεύη – Παρίσι, 1979, σελ. 82, 111, 423 – 449.

[8] Debuyst C., Ηθολογικό Πρότυπο και Εγκληματολογία, Νομική Βιβλιοθήκη, Μετάφραση: Ηρώ Σαγκουνίδου – Δασκαλάκη, Αθήνα, 1999, σελ. 154, 155.

[9] Στο ίδιο.

 

Διαβάστε Επίσης  Θεωρητικές τάσεις στη Θυματολογία

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!