Νήμα στο χρόνο: πολιτικά βιώματα, μνήμη και βιογραφία

Της Μέλισσας Νόλα* 

Του Χρήστου Βαρβαντάκη**

 

Αντλώντας από ένα αρχείο «πρώτων πολιτικών αναμνήσεων», που συγκεντρώσαμε κατά τη διάρκεια μακρόχρονης διεθνoύς εθνογραφικής έρευνας, συζητάμε τη συχνά αγνοημένη σημασία της πολιτικής στην παιδική ηλικία και στοχαζόμαστε πάνω στην έννοια της μνήμης και του ρόλου των παιδικών αναμνήσεων στη συγκρότηση του πολιτικού εαυτού.

 

«Το φως της τηλεόρασης αναβοσβήνει στο σαλόνι. Ο παππούς με το γιαούρτι του, οι ειδήσεις των 9 με το χαρακτηριστικό σήμα. H ΕΡΤ. Ησυχία. Ώρα ιερή. Εικόνες συγκέντρωσης του ΠΑΣΟΚ στο κέντρο της Αθήνας. Στην οθόνη τα χέρια ενός γέρου, κάτασπρου και με τρανταχτή φωνή, απλωμένα προς το πλήθος. Η γιαγιά μαζεύει την κουζίνα και μαζί της και μας. Ώρα για ύπνο.”

«Το 1981 στη μεγάλη συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ στο Σύνταγμα βρέθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου (ήμουν 11 ετών) σε πολιτική συγκέντρωση. Δεν θα ξεχάσω τον παλμό και τα χαμογελαστά πρόσωπα των ανθρώπων.”

 

Τι σχέση έχει η παιδική ηλικία με τη δημόσια και την πολιτική ζωή; Πώς θα μπορούσαμε να φανταστούμε τη συνάντηση του πολιτικού με τις διάφορες μορφές που αυτό παίρνει στην καθημερινότητα μας, με την παιδική ηλικία; Τι σημασία έχουν τέτοιες συναντήσεις με το πολιτικό στοιχείο και τι απόηχο έχουν μετέπειτα; Πώς θυμόμαστε στο παρόν, αν θυμόμαστε καν, αυτές τις συναντήσεις; Σ’ αυτές τις διάσπαρτες, προσωπικές αναμνήσεις υπάρχει κάτι που να προσεγγίζει την έννοια της συλλογικότητας που να επαναφέρει την ατμόσφαιρα μιας εποχής στο παρόν; [1]

Σήμερα σπάνια θα σκεφτούμε αν ή πώς μετέχουν τα παιδιά στην δημόσια και πολιτική ζωή, παρόλο που η παιδική ηλικία αποτελεί αναμφισβήτητα πολιτικό θέμα: το αύριο του έθνους σήμερα. Σήμερα συναντάμε όλο και πιο συχνά φαινόμενα «ηθικού πανικού» σε σχέση με την ανατροφή των παιδιών: πώς πρέπει να τα ταΐζουμε, να τα ντύνουμε, να τα εκπαιδεύουμε κοκ., ενώ αξίζει να θυμηθούμε ότι η έννοια του παιδιού ως πολιτικό ον ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 με την υπογραφή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών (για τα δικαιώματα του παιδιού). Τα παιδιά έχουν δικαιώματα και ολοένα και περισσότερο εκλαμβάνονται ως «δρώντα υποκείμενα» (actors), οι γνώμες των οποίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε θέματα που τα αφορούν. Ως ενήλικες αντιδράμε αβέβαια και διφορούμενα σε αυτές τις εξελίξεις. «Γονείς ελικόπτερα» (helicopter parents) «υπερίπτανται» πάνω από τα βλαστάρια τους, «γονείς προσκόλλησης» (attachment parents) επιδιώκουν να ακολουθούν μια φυσική διαπαιδαγώγηση, άλλοι γονείς πάλι, ίσως με πιο αυταρχικές τάσεις, μοιρολογούν την ανάδυση του «παιδιού βασιλιά» (l’enfant roi).

Στον δυτικό κόσμο, πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε αυτό το συνονθύλευμα θεωριών και γονεϊκών (καλών) προθέσεων που υπόκεινται σε διαρκείς μεταβολές και ερμηνείες, σε μετα-εκβιομηχανισμένα και νεοφιλελεύθερα πλαίσια. Έρχονται σε επαφή με αυτές τις προσεγγίσεις της παιδικής ηλικίας και τα φαινόμενα ηθικού πανικού μέσω των γονεϊκών αποφάσεων για την κατανομή του χρόνου τους: συμμετοχή σε εξωσχολικές δραστηριότητες, κατανάλωση τηλεόρασης και iPad, χρόνος για παιχνίδι. Πολλές από αυτές τις προσεγγίσεις βασίζονται ακόμα σε μια -ρομαντικών καταβολών- ιδέα περί παιδικής αθωότητας: το παιδί, ένας λευκός καμβάς πάνω στον οποίο «ζωγραφίζουμε» ανάλογα με τις δικές μας διαθέσεις. Μάλιστα τέτοιου είδους προβολές και, κατ’ επέκταση, αναπαραστάσεις της παιδικής ηλικίας, οδηγούν κάποιους γονείς να προστατεύουν τα παιδιά τους από την εμπλοκή με τα κοινά και όλα όσα αυτή συνεπάγεται. Όμως, τα παιδιά βιώνουν συστηματικά τις πολιτικές επιρροές που διαμορφώνουν και καθορίζουν τις ζωές τους ακριβώς μέσα από αυτές τις μέτα-σύγχρονες τάσεις ανατροφής και εκπαίδευσης. Στην καθημερινότητά τους, τα άτομα νεαρής ηλικίας βιώνουν, εξοικειώνονται και, μερικές φορές, συμμετέχουν άμεσα στη δημόσια ζωή και την πολιτική: οικογενειακές συζητήσεις γύρω από το τραπέζι, μέσα μαζικής ενημέρωσης, συζητήσεις στο σχολείο με φίλες και στην τάξη, περπατώντας στο δρόμο, στην παιδική χαρά, αλλά και στην ατμόσφαιρα της εποχής. Τέτοιες επιρροές, που δύσκολα μεταβιβάζονται και με κόπο κωδικοποιούνται γλωσσικά ή οπτικά, καταλήγουν εντέλει να αποτελούν μια αίσθηση, ένα συναίσθημα.

«Δικές μου σίγουρα μνήμες είναι επί σειρά ετών τσακωμοί μεταξύ των γενεών της οικογένειας, γιαγιαδοπαπούδες που ψήφιζαν παραδοσιακά ΝΔ και γονείς και θείοι που ψήφιζαν αριστερά και στη χειρότερη ΠΑΣΟΚ.”

Η καθημερινή ζωή είναι όσα συμβαίνουν μεταξύ και μέσω των θεσμικών χώρων. Το «καθημερινό» αποτελείται από τις επαναλαμβανόμενες πράξεις μας που συνυφαίνουν τους χρόνους και τους τόπους της από κοινού ζωής μας· είναι εκείνο που είναι ταυτόχρονα το πιο οικείο και αναγνωρίσιμο, αλλά και το πιο παράξενο και περίεργο. Είναι το σημείο που χάνουμε τον εαυτό μας στην επανάληψη και τον βρίσκουμε στην έκπληξη των περιστασιακών διαταραχών. Στις πολιτισμικές θεωρίες το καθημερινό θεωρείται εδώ και καιρό το αποθετήριο μιας πανάρχαιας, διαχρονικής και «ζωντανής» σοφίας, αλλά και ο τόπος απ’ όπου πηγάζει η εφευρετικότητα.

Η καθημερινή ζωή είναι ασφαλώς πολιτική, σε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της. Αλλά πώς θα έμοιαζε μια θεώρηση του πολιτικού μέσα από το πρίσμα της καθημερινής ζωής; Κατά τη γνώμη μας, ένας καλός ορισμός θα μπορούσε να περιλαμβάνει την πολιτική της έγνοιας, «αυτού που έχει σημασία». Ένας τέτοιος ορισμός θα μπορούσε να περιλάβει ‒χωρίς να περιορίζεται σε αυτά‒ εμπειρίες και αναμνήσεις, που έχουν να κάνουν με την επικοινωνία και την έκφραση, την κοινωνία και τη μοναξιά, την σκέψη και τις πεποιθήσεις (κοσμικές και θρησκευτικές), τη φαντασία και την απόδοση νοήματος στα πράγματα που έχουν σημασία για μας.

«Συμμετοχή με γονείς μου σε συγκέντρωση Ανδρέα Παπανδρέου στο Ηράκλειο. Η διαδρομή ως το Ηράκλειο με τις ουρές από τα αμάξια και τις σημαίες και μετά η συγκέντρωση, οι ενθουσιώδεις συζητήσεις στις καφετέριες και στις ταβέρνες. Υπήρχε ενθουσιασμός, λες και η συμμετοχή είχε κάποια σημασία. Και επειδή είχε σημασία ο κάθε ένας που συμμετείχε ήταν σημαντικός. Και εγώ ως παιδί το καταλάβαινα αυτό και αυτή η αίσθηση της συνεισφοράς δημιουργούσε χαρά.”

«Ηλικία τεσσάρων χρόνων. Θυμάμαι να κρατάω ένα πανό υποστηρίζοντας την απεργία εργατών σε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Τρίπολη. Ο πατέρας μου ήταν εργάτης και απεργός, και μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος εκείνης της εποχής. Ήμουνα μπροστά-μπροστά, κρατούσα το πανό, που το κρατούσαν οι μεγάλοι στο μπόι μου για να μπορώ να το κρατάω από το πάνω μέρος. Περπατούσαμε και φωνάζαμε συνθήματα. Μου άρεσε η ατμόσφαιρα (vibe) της διαδήλωσης, η πορεία, τα τραγούδια, τα διάφορα ερεθίσματα. Πιστεύω πως ήταν κι άλλα παιδιά παρόν.”

«ΠΑΣΟΚ! Και να που τώρα τα ξαναθυμάμαι. Θυμάμαι και τη θεία μου να έρχεται στο χωριό (3.000 ατόμων max.) με αφίσες και να κολλάνε παντού! Και τον παππού με 3-4 εγκεφαλικά να περιμένει να τον πάνε να ψηφίσει τον Αντρέα.”

Οι καθημερινές μας αφηγήσεις δεν συνηθίζουν να εξετάζουν τον ρόλο της πολιτικής στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας. Η πολιτική εκλαμβάνεται ως κατεξοχήν «δημόσια υπόθεση» ενώ, στον αντίποδα, τα πολιτικά μας πιστεύω ως άκρως «ιδιωτικά» -στο βαθμό που τα μοιραζόμαστε μόνο με έμπιστα πρόσωπα. Όταν τα παιδιά έρχονται σε επαφή με την πολιτική, οι εμπειρίες τους αυτές είναι αμφιλεγόμενες, εφήμερες και αβέβαιες. Αυτό που μένει είναι ένα συλλογικό αίσθημα – απόλαυσης, φόβου, μια αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει, και τα νοήματα αυτών των αναμνήσεων μορφοποιούνται πολύ αργότερα, σε δεύτερο χρόνο και τόπο, αν τελικά μορφοποιηθούν ποτέ.

Οι προσωπικές μας ιστορίες όμως είναι δυναμικές, οι σκέψεις μας, οι δράσεις μας, τα συναισθήματά μας, οι αντιλήψεις και οι πεποιθήσεις μας αλλάζουν και να ανασχηματίζονται διαχρονικά. Οι αναμνήσεις και η αναπόληση παίζουν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση των προσωπικών μας αφηγήσεων, σ’ αυτές τις ιστορίες που διηγούμαστε για τη ζωή μας, όπου το παρελθόν απηχεί στο παρόν και ο απόηχος αυτός με την σειρά του δίνει νόημα και σχήμα στο μέλλον. Η θεώρηση της μνήμης από μια φαινομενολογική ανθρωπολογική σκοπιά, μπορεί να προσφέρει μια διευρυμένη κατανόηση του πώς θυμόμαστε -πέρα από την αυθεντική ανάμνηση γεγονότων, με ποιον τρόπο υλικότητες (πχ. οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ, αντικείμενα) και σχέσεις (πχ. οικογενειακές αφηγήσεις) επηρεάζουν και το τι θυμόμαστε και πώς το θυμόμαστε. Κατά συνέπεια, το θέμα δεν είναι τόσο αν οι αναμνήσεις μας αυτές αντιστοιχούν πιστά σε κάποια πραγματικότητα· κάθε φορά που ανακαλούμε τα βιώματα που μας άφησαν οι αναμνήσεις αυτές, βίωμα και ανάμνηση αλλάζουν, το παρελθόν ανασχηματίζεται και αναπλάθεται.

«Από διηγήσεις των γονιών μου, οι οποίοι και οι δυο ως φοιτητές ανήκαν σε αριστερά φοιτητικά κόμματα (ΕΚΚΕ, Ρήγας Φεραίος), να έχω πάει μαζί τους σε ηλικία των 2 ετών σε συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ και να αναπαράγω το σύνθημα: ΠΑΘΟΚ ΘΤΗΝ ΕΞΟΥΘΙΑ. Αυτό είναι περίπτωση που από την ασταμάτητη επανάληψη εξιστόρησης της ιστορίας, δε ξέρω αν είναι δική μου μνήμη ή εμφυτευμένη.”

Δεν συνηθίζουμε να φιλτράρουμε τα πράγματα που είναι σημαντικά για μας μέσα από τις πρώτες μας πολιτικές αναμνήσεις, και σπάνια συνδέουμε τέτοιες αναμνήσεις με ιστορικά γεγονότα. Η αναπόληση φυσικά δεν είναι μόνο μια παιχνιδιάρικη ή ανούσια πράξη νοσταλγίας, αντίθετα έχει την ικανότητα να παράγει «αναχρονιστική ελπίδα» (backward looking hope, Bradbury 2012) ενώ μπορεί να ειδωθεί εν μέρει και ως μια φανταστική θεώρηση του παρελθόντος. Για κάποιους αυτό ίσως να σημαίνει την επανεπινόηση του παρόντος και του μέλλοντος, για άλλους ίσως την ευκαιρία να ισορροπήσουν την ένταση δυνατών συλλογικών συναισθημάτων.

«Ήμουν 9 χρονών όταν το πρωί στην αυλή, υπήρξε μια αναστάτωση. Οι νοικοκυρές είχαν πλησιάσει τις χαμηλές μάντρες που χώριζαν τις ιδιοκτησίες τους και με συνωμοτικό ύφος συζητούσαν ταραγμένες. Προσπαθούσα να καταλάβω τι λέγανε αλλά ήταν αδύνατον. Ήταν η πρώτη μέρα της χούντας στη γειτονιά του Δάσους Χαϊδαρίου. Αυτή η στιγμή έχει αγκιστρωθεί ολοζώντανη βαθιά στη μνήμη μου. Η επταετία που ακολούθησε ήταν καθοριστική κατ’ αρχάς για την διαμόρφωση της αντιφασιστικής μου θέσης.”

«Οι πρώτες συνειδητές πολιτικές μου αναμνήσεις ήταν οι πανελλαδικές εκλογές του Οκτώβρη του 1993, όταν ήμουνα 10 χρονών […] αυτό που έχει ενδιαφέρον για μένα από άποψη ανάμνησης είναι, και το λέω αυτό καθώς επανεξετάζω την πολιτική περίοδο αυτή μέσω βίντεο στο YouΤube, πως τα πράγματα μου φαίνονται πολύ λιγότερο αποκαλυπτικά και μνημειώδης όπως μου φαινόντουσαν τότε όντας παιδί. Για εμένα τότε οι εκλογές του 1993 ήταν σημείο αναφοράς, αλλά μέσα από την ενηλικιωμένη ματιά μου τώρα και ως πολιτικός επιστήμονας τα πράγματα μου φαίνονται πολύ πιο μπανάλ και δευτερογενές απ’ ότι νόμιζα τότε. «

Οι αναμνήσεις που εμφανίζονται σ’ αυτό το άρθρο προέρχονται από ένα «Αρχείο Πρώτων Πολιτικών Αναμνήσεων» που συγκροτήθηκε στο πλαίσιο της επιστημονικής έρευνας, Connectors Study, η οποία εστιάζει στην σχέση της παιδικής ηλικίας με τη δημόσια ζωή. Σε πρώτη φάση, μας ενδιέφεραν οι αναμνήσεις ως «δημιουργική μεθοδολογία επινόησης»: συγκεκριμένα μας βοήθησαν να φανταστούμε τις διαφορετικές μορφές που θα μπορούσε να πάρει η πολιτική εμπειρία στην παιδική καθημερινότητα, μία απαραίτητη άσκηση πριν ξεκινήσει η εθνογραφική έρευνα πεδίου. Εδώ και δύο χρόνια συγκροτούμε ένα αρχείο με σχεδόν 200 πολιτικές αναμνήσεις ενός ευρέως δείγματος κοινού μετά από διαδικτυακή πρόσκληση υποβολής αναμνήσεων στην ιστοσελίδα της έρευνας, καθώς και αναμνήσεις από συνεντεύξεις με τους γονείς των παιδιών που έλαβαν μέρος καθώς και ποικίλες αναμνήσεις που συλλέξαμε κατά την διάρκεια παρουσίασης της εν εξέλιξη έρευνας στο Λονδίνο και στην Αθήνα. Οι αναμνήσεις αυτές εισήχθησαν μέσα στην θεωρητικοποίηση της σχέσης της παιδικής ηλικίας με την δημόσια ζωή ανατρέποντας τη γραμμική εξιστόρηση της ενηλικίωσης και παράλληλα της πολιτικής. Το αρχείο παραμένει ζωντανό και ανοιχτό, και η κάθε ενδιαφερόμενη μπορεί να καταθέσει την πρώτη πολιτική ανάμνηση της εδώ.

Οι αναμνήσεις αυτές είναι επεξηγηματικές μιας πιο δυναμικής και «παράδοξης» (queer) χρονικότητας (temporality) που πιο εύκολα περιγράφεται μέσω του ποιητικού παρά του επιστημονικού λόγου. Ο στίχος του ποιητή T.S.Elliot μας δίνει έναν όμορφο ορισμό της παράδοξης χρονικότητας: «Ὁ παρών χρόνος καί ὁ παρελθών χρόνος, εἶναι ἴσως καί οι δύο παρόντες στόν μέλλοντα χρόνο, καί ὁ μέλλων χρόνος περιέχεται στόν παρελθόντα χρόνο» (μετάφραση Χάρη Βλαβιανού).

Οι μνήμες που περιλαμβάνονται ενδεικτικά σε αυτό το άρθρο αποτυπώνουν κάτι από την πολιτική ζωή της Ελλάδας την δεκαετία του ‘80, κατά τα πρώιμα χρόνια της μεταπολίτευσης. Στην ποπ κουλτούρα και σε κοινωνικούς επιστημονικούς κύκλους απαντάται ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για την δεκαετία του ’80, μια δεκαετία που έσπειρε τον νεοφιλελευθερισμό μέσω της πολιτικής του Ρίγκαν και της Θάτσερ. Οι αναφορές στα «eighties» ίσως αποτελούν μια απόπειρα ανίχνευσης και εντοπισμού κάποιας πραγματικής ή νοερής γραμμής εκκίνησης, τουλάχιστον για την αριστερά, κάπου εκεί που όλα άρχισαν να πηγαίνουν κατά διαόλου. Ίσως όμως, να αποτελούν και μια αφορμή να ξανασκεφτούμε τις διαδικασίες και τις πρακτικές πολιτικοποίησης της γενιάς μας, τη διαμόρφωση αντιλήψεων και πεποιθήσεων, εν μέρει ως μια πιο «μοιρασμένη» και συλλογική διαδικασία. Το προσωπικό βίωμα μπορεί να είναι κάτι που μοιραζόμαστε από κοινού με άλλους, ταυτόχρονα η ανάμνησή του μπορεί να είναι φιλτραρισμένη εξίσου από τον ηγεμονικό λόγο και από οικείες αφηγήσεις. Ο αναστοχασμός πάνω σε πρώτες πολιτικές μνήμες μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα το ρόλο της πολιτικής στην παιδική ηλικία και αντίστοιχα τον ρόλο που μπορεί να έχει η παιδική ηλικία στις θεωρήσεις μας του πολιτικού.

Πηγή: marginalia.gr

—–

Μέλισσα Νόλα γεννήθηκε στο Λονδίνο και μεγαλώσε στην Αθήνα. Σπούδασε γλωσσολογία (Πανεπιστήμιο του Sussex) και κοινωνική ψυχολογία (London School of Economics), και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Goldsmiths στο Λονδίνο στο τμήμα κοινωνιολογίας. Κάνει εθνογραφική έρευνα με παιδία και οικογένειες και έχει δημοσιεύσει άρθρα πάνω στην σχέση της παιδικής ηλικίας με την δημόσια ζωή, την πολιτική και την κοινωνική αλλαγή και την συμμετοχή παιδιών και εφήβων σ’αυτές. Eίναι υπεύθυνη της έρευνας ERC Connectors Study και συνάκτρια του επιστημονικού περιοδικού «Entanglements: Experiments in Multimodal Ethnography» και του βιβλίου «Political activism across the lifecourse».

**Ο Χρήστος Βαρβαντάκης είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος και εργάζεται στο Goldsmiths, University of London. Ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο Freie Universität του Βερολίνου, ενώ έχει ακόμα σπουδάσει κοινωνιολογία (Πανεπιστήμιο Κρήτης, BA) και οπτική ανθρωπολογία (Goldsmiths, MA). Έχει πραγματοποιήσει εθνογραφική έρευνα στη Γερμανία, Ινδία και Ελλάδα και έχει δημοσιεύσει άρθρα πάνω στις πολιτικές της διεκδίκησης του αστικού δημόσιου χώρου, τη θεσμική απο-πολιτικοποίηση της μνήμης, την πολιτική στην παιδική ηλικία και τη θεωρία και ιστορία της οπτικής ανθρωπολογίας και των οπτικών μέσων στην κοινωνική έρευνα. Είναι υπεύθυνος προγράμματος του Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας και δουλεύει ως συντάκτης στα επιστημονικά περιοδικά «Sensate: Journal for Experiments in Critical Media Practice», «LivingMaps Review: Journal for theory and practice in critical cartography» και «Entanglements: Experiments in Multimodal Ethnography».

 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!