Η συμβολή του έργου «ο Ηγεμόνας» του Νικολό Μακιαβέλλι, οι ιδεολογικές τάσεις της εποχής του και η Ιταλία του 15ου – 16ου αιώνα

Της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου,

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

Ο Νικολό Μακιαβέλλι είναι ένας από τους συγγραφείς που κατατάσσεται ανάμεσα στους μεγάλους ιστορικούς, πολιτικούς στοχαστές και φιλοσόφους της ιστορίας. Γεννήθηκε στη Φλωρεντία της Ιταλίας στις 3 Μαΐου 1469 και πέθανε στις 22 Ιουνίου 1527 [1]. Το ιστορικό, κοινωνικό, πολιτικό καθώς και γεωγραφικό πλαίσιο κάτω υπό το οποίο έζησε ο Μακιαβέλλι, δίχως καμία αμφιβολία, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία της ζωής του, όσον αφορά το περιεχόμενο της συγγραφής των έργων του και τον τρόπο με τον οποίο έζησε και πέθανε. 

Θα πρέπει να τονιστεί και να αναλυθεί συνοπτικά αυτό το ιστορικό πλαίσιο της Ιταλίας, ιδιαιτέρως της Φλωρεντίας, διότι οι συγκεκριμένες συνθήκες άσκησαν σημαντικότατη επιρροή στα μετέπειτα έργα του Μακιαβέλλι και πρωτίστως στο έργο του «Ο Ηγεμόνας». Έτσι, λοιπόν, πριν από την επίσημη αρχή της πολιτικής και συγγραφικής σταδιοδρομίας του Μακιαβέλλι, η οποία χρονολογείται στα 1498, αλλά και κατά τη διάρκεια της πορείας του[2], η Ιταλία διένυε την ιστορική, κοινωνική και πολιτική μετάβαση από την περίοδο του Μεσαίωνα προς την περίοδο της Αναγέννησης.

Όπως αναφέρει και ο Κονδύλης σχετικά με τη μέθοδο προσέγγισης της εποχής του Μακιαβέλλι και της ζωής του ιδίου, «δεν φτάνει να φωτίσουμε την εποχή από τη σκοπιά των προβλημάτων που θα συναντήσουμε στο άτομο. Προπαντός πρέπει να αναζητήσουμε όσες μπορούμε περισσότερες από τις τεθλασμένες γραμμές που ακολούθησε η εποχή για να μπει μέσα στο άτομο, και όσες πιο πολλές μπορούμε από τις εστίες, τις συγκεκριμένες  και χειροπιαστές, πάνω στις οποίες η προσωπικότητα συναπάντησε τα γενικά χαρακτηριστικά της εποχής, για να τα κάνει ατομικό βίωμα και έναυσμα στοχασμού, μετουσιώνοντας την αντικειμενική κοινωνική πραγματικότητα σε ψυχολογία και σε νοοτροπία»[3].

Οι συνθήκες που επικρατούσαν σχεδόν σε όλη την Ιταλία δεν ήταν διόλου ευνοϊκές και θα εξακολουθούσαν να μην είναι μέχρι το τέλος της ζωής του Μακιαβέλλι και αργότερα. Οι πόλεις – κράτη της Ιταλίας κατά τα μέσα του 15ου και κατά τα μέσα σχεδόν και λίγο νωρίτερα του 16ου αιώνα (περίοδος μελέτης 1469 – 1530), δεν χαρακτηρίζονταν από εθνική ενοποίηση, εθνική ταυτότητα, δεν είχε γίνει εθνικό κράτος. Ήταν διασκορπισμένες. Εκείνη την εποχή, την εποχή της παρακμής του Μεσαίωνα, η σημαντικότερη, μεταξύ άλλων, ιστορική, κοινωνική και οικονομική μετατροπή ήταν η βαθιά ριζωμένη αλλαγή του οικονομικού συστήματος, από την φεουδαρχία στον πρώιμο καπιταλισμό. Η αλλαγή αυτή επηρέασε καθοριστικά τη νοοτροπία των ανθρώπων και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Όπως μας διαφωτίζει ο Κονδύλης, «ο μεσαιωνικός παραγωγός σύγχυζε τον εαυτό του με τα προϊόντα του .  ο έμπορος έχει με αυτά σχέση εξωτερική και ψυχρή, τα βλέπει σα μεγέθη και τα μετράει σε χρήμα …Το χρήμα μετατρέπεται σε νόηση, σε αφηρημένο γενικό παρονομαστή των αγαθών…»[4] , και συνεχίζει, «οι διαφορές ανάμεσα σε τούτους τους δύο ανθρώπινους τύπους διευρύνονται, όσο ο νεότερος βαθαίνει την υπολογιστική του νόηση ασκώντας την σε τομείς όλο και ευρύτερους, πρώτα στο νοικοκυριό του, μετά στην επιχείρησή του και τελευταία στους πολλούς της κλάδους. Στο Μεσαίωνα το νοικοκυριό του φεουδάρχη ήταν προϊόν του εθίμου, ήταν απλώς ανώτερο φυσικό προϊόν .  πρώτη η Αναγέννηση επιδιώκει και εφαρμόζει την ορθολογική οργάνωση»[5].

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται ο άνθρωπος του πρώιμου καπιταλισμού, της Αναγέννησης, και εδραιώνεται ο ατομικισμός, ο ανταγωνισμός, τα μέσα (οποιαδήποτε μέσα) για τον σκοπό, προβάλλονται έντονα οι ικανότητες, οι δεξιοτεχνίες του ανθρώπου, παρά η παράδοση και τα έθιμα που δεν υπολόγιζαν την υπολογιστική νόηση του ατόμου, με την οποία το άτομο αρχίζει σιγά – σιγά να την χρησιμοποιεί σαν εργαλείο, για την καλύτερη, όσον το δυνατόν, εκμετάλλευση του χρόνου του. Οι πόλεις – κράτη της Ιταλίας δεν αποτελούσαν εξαίρεση στο κανόνα. Η πολιτική στην Ιταλία γίνεται τρόπος ζωής, το μέσο, η τέχνη, μέσω της οποίας άνδρες με την κλασσική παιδεία (προερχόμενοι από πλούσια και ευγενή οικογένεια ως επί των πλείστων) και την ικανότητα της ορθολογικής οργάνωσης, ανεβαίνουν στην εξουσία.

Συγκεκριμένα, «η επέκταση των μεθόδων και της νοοτροπίας της οικονομικά επικρατέστερης ομάδας γίνεται δυνατή γιατί ορισμένοι εκπρόσωποί της τυχαίνει να ασκούν, ταυτόχρονα με την οικονομική διαχείριση και άλλες λειτουργίες, στον τομέα της πολιτικής ή του πολέμου …Τέτοια διπλή λειτουργία εκπληρώνανε στη Φλωρεντία οι Μέδικοι, που στα πρόσωπά τους συνενώνανε την τέχνη του οικονομικού οργανωτή με την πολιτική τέχνη»[6], και όσον αφορά τον πόλεμο «…εδώ κερδίζει (και εγκωμιάζεται) όχι εκείνος που έχει το δίκιο, παρά όποιος είναι ο πιο δεξιοτέχνης και όποιος, πολεμώντας, έχει περισσότερο στο νου του τα τεχνικά προβλήματα παρά τους ηθικούς σκοπούς του πολέμου»[7].

Σημαντικός κρίνεται ο διαχωρισμός του Γκουιτσιαρντίνι, όπου γράφοντας την Ιστορία της Ιταλίας διαχώρισε δύο τραγικές περιόδους σε ό,τι αφορά την πολιτική εξέλιξη των πόλεων – κρατών της Ιταλίας. Ο Γκουιτσιαρντίνι τοποθετεί ως σημείο τομής τη χρονολογία 1494, πριν από την οποία «η Ιταλία ποτέ δεν είχε απολαύσει τέτοια ευημερία ή είχε γνωρίσει τόσο ευνοϊκή κατάσταση. Η μακρά περίοδος σύγκρουσης της Φλωρεντίας με το Μιλάνο είχε επιτέλους τελειώσει το 1454 και η μεγαλύτερη δυνατή ειρήνη και ηρεμία βασίλευε παντού». Ωστόσο, αυτήν την ηρεμία έρχεται να την ανατρέψει η τραγική περίοδος μετά το 1494, σαν τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές του ίδιου νομίσματος[8].

Οι πόλεις – κράτη της Ιταλίας μετά το 1494, λεηλατήθηκαν και υπέφεραν από δεσποτικής μορφής ηγεμόνες της Γαλλίας και της Ισπανίας, οι οποίοι εισέβαλλαν με σκοπό την υποταγή της Φλωρεντίας και της Ρώμης για αρχή, ύστερα της νότιας Νάπολης και της υπαίθρου, αργότερα του Μιλάνου με κοινό παρονομαστή τους πολέμους. Μέσα από αυτές τις καταστροφές στην Ιταλία, η τάση που επικράτησε και επιβίωσε ως ιδεολογία και καθεστώς, ήταν οι δεσποτικές μορφές ηγεμονικής εξουσίας.

Ως προς την καθημερινότητα των Ιταλών, με αφορμή την ανάδειξη και την κυβέρνηση των εκκλησιαστικών ηγεμόνων, το επίκεντρο πλέον βρισκόταν στην ιδέα του θεωρητικού βίου ή αλλιώς “otium”, με την έννοια του ότι θα εκτιμάται από εδώ και πέρα «μια ζωή απόσυρσης από τα κοινά και διαλογισμού», σε αντίθεση, με την παραδοσιακή δημοκρατική αντίληψη των ουμανιστών που ίσχυε τότε με επίκεντρο τις αξίες και την έννοια του πολίτη, την ιδέα του πρακτικού βίου ή αλλιώς “negotium”[9]. Πλέον το θέμα και η προσοχή των ύστερων ουμανιστών στρέφεται «στην πολύ επιβλητικότερη και σημαντικότερη μορφή του ηγεμόνα», αφήνοντας πίσω τη μορφή του πολίτη ως ατόμου [10]

Με αφορμή αυτό το γεγονός, γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε ένα νέο λογοτεχνικό είδος. Οι πραγματείες των θεωρητικών της Αναγέννησης είχαν ως στόχο και αποκλειστικά συγκεκριμένους ηγεμόνες με σκοπό τη συμβουλή και την παραίνεσή τους ως προς τον τρόπο ανάληψης και διατήρησης της ηγεμονικής εξουσίας. Κορυφαίος, μεταξύ άλλων, εκείνη την εποχή των ηγεμόνων, υπήρξε ο Μακιαβέλλι.

Όπως αναφέρει ο Skinner, «το διασημότερο από τα συμβουλευτικά αυτά έργα υπήρξε βέβαια με διαφορά «Ο Ηγεμόνας» του Μακιαβέλλι, το οποίο εκείνος ολοκλήρωσε στα τέλη του 1513 και αφιέρωσε δύο περίπου χρόνια μετά «στον μεγαλοπρεπή Λαυρέντιο των Μεδίκων». Ο Μακιαβέλλι είχε ειδικούς λόγους να θέλει να γίνει σύμβουλος ηγεμόνων το 1513, παρά το γεγονός ότι σε ολόκληρη τη μέχρι τότε σταδιοδρομία του είχε υπηρετήσει ως αξιωματούχος της αποκατεστημένης φλωρεντινής δημοκρατίας. Η δημοκρατία είχε καταρρεύσει τον προηγούμενο χρόνο, οι Μέδικοι είχαν επιστρέψει στην εξουσία και ο Μακιαβέλλι είχε βρεθεί ξαφνικά χωρίς αξίωμα και δουλειά. Έπρεπε επειγόντως να κάνει καλή εντύπωση στους νέους κυρίους της πόλης και ήλπιζε ότι, αν μπορούσε κάπως να πείσει τους Μεδίκους να διαβάσουν το βιβλίο του, ίσως να κέρδιζε και πάλι το πολιτικό αξίωμα που ποθούσε. Το βιβλίο απέτυχε στο δεδηλωμένο στόχο του, πέτυχε όμως να αποτελέσει μια συνεισφορά στο είδος της συμβουλευτικής λογοτεχνίας, η οποία επέφερε συνάμα επανάσταση στο ίδιο το είδος»[11].

Πάντως, όσον αφορά τα δύο αυτά πολιτεύματα, τη βασιλεία (ηγεμονία) και τη δημοκρατία που κυριάρχησαν στις πόλεις – κράτη της διαρκώς μεταβατικής ιστορικής Ιταλίας, παρά την ουσιώδη τους διαφορά, ανταποκρίθηκαν πλήρως, το καθένα ξεχωριστά, στα καλέσματα και στις ανάγκες της εποχής τους. Κάποια από τα κοινά χαρακτηριστικά τους, αξίζει να αναφερθούν: (1) κατάργηση των προνομιών της καταγωγής, (2) υποχώρηση της θεοκρατικής αντίληψης και επικράτηση του ορθολογισμού σε όλους τους τομείς της ζωής, (3) διεξαγωγή πολέμων υπό την έννοια των συγκρούσεων ανάμεσα σε κρατικούς οργανισμούς και όχι ανάμεσα σε άτομα με αναρχικό χαρακτήρα και (4) μέσω αυτών των πολιτευμάτων μπήκαν οι βάσεις προκειμένου να δημιουργηθεί η διοικητική, φορολογική και δικαστική γραφειοκρατία[12].

Εν τούτοις, οι πόλεις – κράτη με τα συγκεκριμένα πολιτεύματα, δεν κατάφεραν να εξελιχθούν τόσο, όσο επιθυμούσε και ο ίδιος ο Μακιαβέλλι. Δεν κατάφεραν την εθνική ενοποίηση, την ομοιογένεια και ομογένεια ενός εθνικού κράτους. Όπως μας πληροφορεί ο Κονδύλης, «το αίσθημα της κρίσης είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της Ιταλίας ακριβώς στο χρονικό διάστημα που καλύπτει η ζωή του Μακιαβέλλι, και η πεμπτουσία, καθώς και το εσώτατο κίνητρο, του μακιαβελλικού έργου είναι η επιθυμία και η προσπάθεια εύρεσης των πολιτικών λύσεων που θα δίνανε τη διέξοδο σε τούτην την κρίση (που ο Μακιαβέλλι την ονομάζει «διαφθορά», ρίχνοντας έτσι το βάρος στην ακραία της συνέπεια, δηλαδή στην εξάλειψη της ατομικής ή συλλογικής αρετής και αξιοσύνης)»[13].

Και συνεχίζει, «ιδιαίτερα όσο αφορά τη Φλωρεντία, φαίνεται ότι οι κοινωνικοί λόγοι τούτης της «διαφθοράς» ήσαν η υπερίσχυση του τραπεζικού κεφαλαίου πάνω στο βιομηχανικό και η δημιουργία μιας τάξης αργόσχολων αστών, που δεν άργησαν να συγχωνευθούν με τα κατάλοιπα των ευγενών και να υιοθετήσουν την αυλική ζωή»[14].

Ανακεφαλαιώνοντας, η κατάσταση στη Φλωρεντία, στα χρόνια της νεότητας του Μακιαβέλλι και της συγγραφικής και πολιτικής δραστηριότητάς του (1492 – 1525), χαρακτηρίζονταν από αμέτρητους πολέμους, εμφυλίους και μη. Έτσι λοιπόν, συνέβησαν αρκετά ιστορικά γεγονότα, τα οποία κάθε φορά καθόριζαν τη πορεία της ζωής του Μακιαβέλλι, δηλαδή είχαν έναν προσαρμοστικό χαρακτήρα της «Τύχης» του ίδιου αλλά και της πατρίδας του, της Φλωρεντίας. Ο στοχαστής έζησε τον καιρό όπου άρχοντας – ηγεμόνας της Φλωρεντίας ήταν ο Λαυρέντιος των Μεδίκων και πάπας της ήταν ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ Βοργίας. Παράλληλα, ο Μακιαβέλλι το 1494 εισέρχεται στη φλωρεντική Καγκελλαρία υπό τον Marcello di Virgilio Adriani  και το 1498 αναλαμβάνει το αξίωμα του Γραμματέως των Δέκα στην 2η Καγκελλαρία με την αρμοδιότητα του υπευθύνου για εσωτερικές υποθέσεις και θέματα πολέμου[15].

Τον επόμενο χρόνο, το 1499, ο Λουδοβίκος ΙΒ΄ της Γαλλίας συνάπτει συμμαχία με τη Βενετία και τη Φλωρεντία, ενώ, ο Μακιαβέλλι χαρακτηρίζεται έμπιστος των Σοντερίνι και πραγματοποιεί διπλωματικές αποστολές, μία εκ των οποίων αποτελεί και το ταξίδι του στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΒ΄ , το 1500. Ο Piero Soderini, το 1502, ανεβαίνει στην εξουσία της φλωρεντινής δημοκρατίας και ο Μακιαβέλλι ταξιδεύει στη Ρώμη και στη Γερμανία για να συναντήσει τον Καίσαρα Βοργία, τον Λουδοβίκο ΙΒ΄, τον πάπα Ιούλιο Β΄ και τον Μαξιμιλιανό Α΄, μέχρι και το 1507, έτος όπου συγκροτείται στη Φλωρεντία πολιτοφυλακή, ενώ, στη πόλη – κράτος Νάπολη αρχίζουν να κυριαρχούν οι Ισπανοί[16].

Στη συνέχεια, τα έτη 1511 – 1514 στιγματίζουν τη ζωή του Μακιαβέλλι και την πατρίδα του. Η Γαλλία είχε εισβάλλει στη Φλωρεντία και η τελευταία αναγκάστηκε να συνάψει συμμαχία μαζί της. Όμως, οι κατακτητές των υπόλοιπων πόλεων – κρατών της Ιταλίας, οι Ισπανοί και οι Ελβετοί, έδειξαν φανερά την «ενόχλησή» τους για αυτή τη συμμαχία, αφού το 1511, μαζί με τη Βενετία και τον πάπα, πραγματοποίησαν Ιερή Συμμαχία με το σύνθημα «έξω οι βάρβαροι». Διεξήχθη πόλεμος, κυρίως, ανάμεσα στην Ισπανία και τη Γαλλία ( «Μάχη του Πράτο» ), από τον οποίο νικητής βγήκε η πρώτη. Κορυφαίες συνέπειες ήταν οι εξής: οι Ισπανοί επανέφεραν στην εξουσία της Φλωρεντίας τους Μεδίκους, η Γαλλία έχασε την Ιταλία και ο Μακιαβέλλι εξέπεσε από το αξίωμά του, λόγω του ότι είχε ανέβει από τους Γάλλους[17].

Με αυτή την τροπή των καταστάσεων, το 1513, συλλαμβάνουν τον Μακιαβέλλι με τη κατηγορία υπόπτου συνωμοσίας (με τους Γάλλους) και τον βασανίζουν. Αποφυλακίζοντάς τον, ο Μακιαβέλλι αποσύρεται στο αγρόκτημά του, στο Σαν Κασιάνο, όπου και συγγράφει τα έργα του, μεταξύ άλλων, και τον «Ηγεμόνα». Από εκεί και έπειτα, κρατά επαφές μέσω επιστολών με ανθρωπιστές, από το 1516, ενώ, το 1520, δέχεται την πρόταση του Ιουλίου των Μεδίκων, να συγγράψει την ιστορία της Φλωρεντίας. Μία αποτυχημένη απόπειρα επιστροφής στα γραμματειακά καθήκοντά του γίνεται το 1525, βρίσκοντας δύσπιστους τους δημοκράτες της Φλωρεντίας. Το 1527, στις 22 Ιουνίου, πεθαίνει, ενώ το δημοκρατικό πολίτευμα αποκαθίσταται στη Φλωρεντία[18]              

——————– ——————————————- ————— 

[1] Μακιαβέλλι Ν., Ο Ηγεμόνας, Βάνιας, μετάφραση Ζώζη Ζωγραφίδου – Καραχάλιου, Θεσσαλονίκη, 1991, σελ. 10.

[2] Πλάγγεσης Γ., Νεότερη πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία. Από τον Machiavelli στον Marx, University Studio Press – Επιστημονικών Βιβλίων και Περιοδικών, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 48.

[3] Κονδύλης Τ., Νικολό Μακιαβέλλι – Έργα, Τόμος 1ος, Κάλβος, Αθήνα, 1984, σελ. 38.

[4] Στο ίδιο, σελ. 19.

[5] Στο ίδιο, σελ. 20.

[6] Στο ίδιο, σελ. 28.

[7] Στο ίδιο, σελ. 29.

[8] Skinner Q., Τα θεμέλια της νεότερης πολιτικής σκέψης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2005, σελ. 147.

[9] Στο ίδιο, σελ. 149, 150.

[10] Στο ίδιο.

[11] Στο ίδιο, σελ. 152.

[12] Κονδύλης Τ., Νικολό Μακιαβέλλι – Έργα, Τόμος 1ος, Κάλβος, Αθήνα, 1984, σελ. 33.

[13] Στο ίδιο, σελ. 34.

[14] Στο ίδιο.

[15] Μακιαβέλλι Ν., Ο Ηγεμόνας, Βάνιας, μετάφραση Ζώζη Ζωγραφίδου – Καραχάλιου, Θεσσαλονίκη, 1991, σελ. 11.  

[16] Στο ίδιο, σελ. 12.

[17] Στο ίδιο.

[18] Στο ίδιο, σελ. 13.

 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!