Μερικοί θεωρητικοί ορισμοί του ηλεκτρονικού οικονομικού εγκλήματος και σχετικές εμπειρικές έρευνες

Της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου,

Κοινωνιολόγος – Εγκληματολόγος

Παντείου Πανεπιστημίου

Με σκοπό την προσπάθεια επίτευξης μιας επιτυχούς σύνδεσης του ηλεκτρονικού με του οικονομικού εγκλήματος, στο παρόν άρθρο, δεν θα αναφερθούν όλες οι θεωρίες για το οικονομικό έγκλημα, αλλά μόνο εκείνες που προσδίδουν στο θέμα κάποια βήματα παραπέρα ως προς τη χρονική τοποθέτηση, την επικέντρωση στο ότι τα οικονομικά εγκλήματα, όπως θα αναφερθεί και παρακάτω, αποτελούν και παραδοσιακά αλλά και σύγχρονα φαινόμενα διότι τα κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά δεδομένα αλλάζουν σταδιακά και παρασύρουν μαζί τους το έγκλημα, τον εγκληματία, τον τρόπο και τόπο τέλεσης του πρώτου από τον δεύτερο.

            Οι εγκληματολογικές θεωρίες, κατ’ αρχήν, προσεγγίζουν το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνονται υπό διαφορετική οπτική γωνία και συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον τους είτε στους παράγοντες εγκληματογένεσης είτε εγκληματοποίησης, ανάλογα με την εγκληματολογική σχολή. Επομένως, έννοιες όπως έγκλημα και εγκληματικότητα, «ενέχουν ορισμένη σχετικότητα, λόγω της οποίας αποκτούν διαφορετικό νόημα από εποχή σε εποχή»[1].

            Εκείνος που εισήγαγε για τα κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά δεδομένα της εποχής του τη νέα διάσταση της οικονομικής εγκληματικότητας, ήταν ο Sutherland (1883 – 1950) με την «προσωποπαγή» θεωρία που ανέπτυξε για τους επιχειρηματίες εγκληματίες, θεωρία που έστρεψε το ενδιαφέρον, τα βλέμματα των συναδέλφων του και της κοινής γνώμης προς αυτήν την κατεύθυνση, στην ομιλία του στις 27 Δεκεμβρίου 1939. Με τη θεωρία του, γνωστή ως θεωρία του «λευκού περιλαιμίου» (“white collar crime”) αναδεικνύονται τα πρόσωπα του δημοσίου βίου, τα οποία  άνηκαν στα υψηλά κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της εποχής και τελούσαν εγκλήματα μέσω των επιχειρήσεων τους, σε αντίθεση με τους «φτωχούς» δράστες εγκλημάτων με οικονομικό όφελος (“blue collar criminals” –  ληστεία, κλοπή και άλλα)[2].

Αργότερα, εγκληματολόγοι όπως ο Clinard και ο Quinney, διεύρυναν το πεδίο των εγκλημάτων «λευκού περιλαιμίου» με τον όρο «εγκλήματα επαγγελματικής απασχολήσεως» (“occupational crimes”), δηλαδή, εμφάνιση παραβάσεων με τις ανάλογες ενέργειες των ατόμων όχι μόνο στις επιχειρήσεις, αλλά σε κάθε επαγγελματική ομάδα και κλάδο[3]

              Αυτή η «προσωποπαγής» θεώρηση του Sutherland στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας στο ότι η οικονομική εγκληματικότητα συμπεριλαμβάνεται στα προσβαλλόμενα έννομα αγαθά τα οποία προσταστεύονται από τις ποινικές διατάξεις. Η στροφή του ενδιαφέροντος ως προς την έννοια, από τον «εγκληματία» στο «έγκλημα» θεωρείται συνέπεια της προσπάθειας εμπλουτισμού του Ποινικού Δικαίου από την Εγκληματολογία με την εισαγωγή νέων μορφών της αυτής αντικοινωνικής συμπεριφοράς, νέων γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων της, όπως αθέμιτος ανταγωνισμός, προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας, φορολογικά εγκλήματα [4].

             Η σύνθεση των δύο θεωρήσεων οδήγησε στον ορισμό της οικονομικής εγκληματικότητας «το σύνολο των αθέμιτων εκείνων δραστηριοτήτων, οι οποίες τελούνται διά των επιχειρήσεων ή και οι οποίες κατ’ αποτέλεσμα προσβάλλουν (απειλούν ή βλάπτουν) την καλή λειτουργία της οικονομίας ή λειτουργικώς σημαντικών κλάδων και θεσμών της»[5] (αγγλοαμερικάνικη εκδοχή) και για τους Γερμανούς, «η οικονομική εγκληματικότητα χαρακτηρίζεται ως εγκληματικότητα του κέρδους, η οποία συνίσταται στη προσβολή (βλάβη ή διακινδύνευση) των υπερατομικών εννόμων αγαθών του οικονομικού βίου ή στη παράνομη χρήση των μέσων για την κοινωνική επιτυχία»[6]. Τα κριτήρια διαπίστωσης μιας τέτοιας προσβολής είναι το μέγεθος της ζημίας και η κατεύθυνσή της, τα οποία σε κάθε περίπτωση διαφέρουν. Η συγκεκριμενοποίηση αυτών παρουσιάζει δυσκολίες, καθώς, στο χώρο των οικονομικών συναλλαγών υφίσταται μια «φαιά ζώνη»[7], η οποία βρίσκεται ανάμεσα στις αθέμιτες και θεμιτές οικονομικές ενέργειες και γίνεται, κατά κύριο λόγο, ανεκτή από τη Πολιτεία.

             Λόγω του ότι ο Sutherland, όμως, απέφευγε έναν ξεκάθαρο ορισμό για το έγκλημα λευκού περιλαιμίου, αρκετοί μελετητές ασχολήθηκαν με αυτόν μεταγενέστερα[8]. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Parker, «κάθε απόπειρα ή πρακτική που αφορά την παρεμπόδιση της ελεύθερης επιχείρησης ή στην προώθηση του αθέμιτου ανταγωνισμού, στη διατάραξη της εμπιστοσύνης έναντι ενός ατόμου ή μιας επιχείρησης, στην παραβίαση της εργασιακής διαδικασίας, ή στην διακινδύνευση των καταναλωτών ή της πελατείας συνιστά έγκλημα λευκού περιλαιμίου»[9]. Ωστόσο, σε συνάρτηση με το ηλεκτρονικό έγκλημα, η θεωρία του λευκού περιλαιμίου έχει δεχθεί αποδοχή και κριτική από αρκετούς μελετητές. Μερικές θεωρήσεις τάσσονται υπέρ του γεγονότος ότι το ηλεκτρονικό έγκλημα αποτελεί μέρος των εγκλημάτων του λευκού περιλαιμίου, ενώ, μερικές άλλες, τάσσονται κατά αυτής της σύνδεσης.

            Ειδικότερα, στο σημείο που εφάπτονται, κατά τον Wasik, υπάρχουν τρία είδη οικονομικών εγκλημάτων[10]:

  1. Τα εγκλήματα της επιχείρησης. Το πλαίσιο κατά το οποίο εμφανίζεται και αναπτύσσεται το ηλεκτρονικό έγκλημα είναι αυτό της πολιτικής που ακολουθεί η επιχείρηση και της τακτικής που επιλέγουν για να κινηθούν στην αγορά τα βασικά στελέχη της, τα οποία μπορεί να έχουν και ενεργό θέση στην ιεραρχία της επιχείρησης. Οι συνηθέστερες μορφές ηλεκτρονικού εγκλήματος σε αυτήν την περίπτωση είναι η βιομηχανική κατασκοπεία (απόκτηση δεδομένων ή περιουσιακών στοιχείων) και τα εγκλήματα της επιχείρησης σε βάρος του κοινού και του κράτους.
  2. Τα εγκλήματα εργασίας (insiders). Αυτά κατηγοριοποιούνται σε εγκλήματα που οι ίδιοι εργαζόμενοι τα διαπράττουν για τον εαυτό τους, για προσωπικό κέρδος, όπως η κλοπή εξοπλισμού υπολογιστών (hardware) και λογισμικού υπολογιστών (software), και σε εγκλήματα που διαπράττουν οι εργαζόμενοι προς αντίδραση στο πρόσωπο των εργοδοτών τους, όπως η απάτη διαμέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών.
  3. Τα εγκλήματα των εξωτερικών ατόμων ως προς την επιχείρηση (outsiders). Η τακτική τους είναι η εξ αποστάσεως μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση και ο σκοπός τους είναι η ανακάλυψη εμπιστευτικού υλικού της επιχείρησης, η απάτη, ακόμα και η πρόκληση ζημιών σε προγράμματα ή δεδομένα.

Στον αντίποδα της θεωρίας του λευκού περιλαιμίου του Sutherland και εκείνων που την υποστήριξαν, βρίσκονται οι κοινωνιοκρατικές θεωρίες περί του οικονομικού εγκλήματος. Κατά τον Bonger, ένας από τους εκφραστές αυτής της θεωρητικής προσέγγισης, «το οικονομικό έγκλημα πηγάζει, στο επίπεδο του εγκληματία, από μια εγκληματική σκέψη, την οποία δημιουργεί εντός του ο υπό του κεφαλαιοκρατικού συστήματος υποθαλπόμενος εγωισμός του ατόμου (με τη μορφή της εξαθλίωσης ή της απληστίας), στο επίπεδο της κοινωνίας, από την επικρατούσα κοινωνική τάξη (της αστικής) της οποίας τα συμφέροντα προσβάλλονται ποινικά»[11].

            Σαφώς, οι παράγοντες που γεννούν το οικονομικό έγκλημα δεν εξαντλούνται σε αυτό το επίπεδο, των κοινωνιολογικών θεωριών. Ως προς τον τομέα της Κλινικής Εγκληματολογίας, ο Pinatel έχει επισημάνει ορισμένες ιδιότητες του ατόμου που προδιαθέτουν την τάση προς την εγκληματική πράξη, οι οποίες πριν από το στάδιο της ενηλικίωσης είχαν αναπτυχθεί σε λανθάνουσα μορφή κατά τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης, καλλιεργημένες και εξαρτημένες μετέπειτα από το ανάλογο κοινωνικό περιβάλλον, όπως είναι ο εγωκεντρισμός, η επιθετικότητα, η οργανωτική ανεπάρκεια και η συναισθηματική αδιαφορία[12].

            Οι παράγοντες που συγκρατούν το άτομο από το πέρασμα στη πράξη εξαλείφονται βαθμιαία, καθώς κατέχοντας ή αποκτώντας τις παραπάνω ιδιότητες σε συνδυασμό με το κοινωνικό περιβάλλον, οι μετέπειτα επιλογές του, όπως η επιλογή επαγγέλματος θα προσδιοριστεί από τη συγκεκριμένη κατάσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμβαίνει πάντα κάτι ανάλογο. Η σημασία των «παράνομων» προτύπων και η υιοθέτηση αντίστοιχης νοοτροπίας, όταν το άτομο αυτό εισέλθει στην αγορά εργασίας, καθίσταται σημαντική ως προς την εξάλειψη ανασταλτικών παραγόντων στο πέρασμα στη πράξη, σε συνδυασμό με την κατάσταση της κοινωνίας, αυτής της κοινωνικής αποδιοργάνωσης και ανομίας.               

            Ως προς το τελικό στάδιο της απόφασης της μετάβασης στην εγκληματική πράξη, υπάρχουν περισσότεροι παράγοντες που λειτουργούν καθοριστικά προς αυτήν την κατεύθυνση (πολυπαραγοντική προσέγγιση). Μερικοί από αυτούς που μας ενδιαφέρουν εδώ είναι[13]:

  • Τα «δεσμά» του ατόμου προς την επαγγελματική ομάδα στην οποία έχει ενταχθεί και προς τα πρότυπα τα οποία ακολουθεί πιστά, ώστε το άτομο σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητάς του να υποστηρίζεται και να καλύπτεται όταν αποτύχει από αυτή (Sellin).
  • Οι αντιδράσεις που μπορεί να προκύψουν από το άτομο στην περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις επιταγές της ομάδας, όπως η κοινωνική αποβολή του από την ομάδα και μη συμμόρφωσης προς τις επιταγές της κοινωνίας γενικότερα.
  • Αποφυγή προσωπικών διλημμάτων με τη μορφή μείωσης ευθυνών και δικαιολογίας της υιοθετημένης στάσης από την ομάδα (αφού δεν υπάρχει αντίδραση από τις παράνομες πράξεις τους, τότε δεν υπάρχει και κίνδυνος δικού μου εντοπισμού).
  • Η ύπαρξη ενός οικονομικού προβλήματος στη ζωή του ατόμου που δεν μπορεί να το μοιραστεί, δημιουργεί σε αυτό την ανάγκη απομόνωσης από το περιβάλλον του με αποτέλεσμα να ζει μέσα σε μια πιεστική ψυχολογική κατάσταση, η οποία με τη σειρά της ψάχνει τρόπο να εκτονωθεί επειγόντως.

            Όσον αφορά τις εμπειρικές έρευνες, η εμπειρική έρευνα του Clinard σε συνεργασία με τον Yeager, στις Η.Π.Α, το 1975 – 1976, έλαβε χώρα σε πολυεθνικές εταιρείες. Τα αποτελέσματα της διεξαχθείσας έρευνας ήταν, μεταξύ άλλων, τα εξής[14]:

  • Λόγω της έκτασης αυτών των επιχειρήσεων από άποψη εργατικού δυναμικού και διεθνικών διπλωματικών, ανταγωνιστικών σχέσεων, ο τύπος και ο βασικός κορμός της λειτουργίας τους χαρακτηρίζεται από την επιθυμία και την επιδίωξη τους για μονοπωλιακή ή ημιμονοπωλιακή ή ολιγοπωλιακή θέση στην παγκόσμια αγορά. Αυτό σημαίνει πως οι ίδιες καθορίζουν μονόπλευρα το είδος, τον τρόπο, το ύψος τιμής και το τόπο διανομής των εμπορευμάτων τους.
  • Από θυματολογική πλευρά, η επιδίωξή τους για μεγιστοποίηση των κερδών μπορεί να αποφέρει δυσάρεστα αποτελέσματα. Πιθανά θύματα αυτού του εμμονικού μάρκετινγκ, μπορεί να είναι οι εργαζόμενοί τους ή τρίτα άτομα – συνεργάτες που έχουν επενδύσει σε αυτές τις πολυεθνικές με οξύτατες συνέπειες γι’ αυτούς, όπως οι ολέθριες οικονομικές καταστροφές.
  • Τα φορολογικά τους έσοδα είναι μεγαλύτερα από εκείνα των «μεσαίων κρατών». Αυτό σημαίνει μεγάλη επιρροή ανάμεσα σε κυβερνήσεις υπανάπτυκτων και αναπτυσσόμενων χωρών.

 

           Κατά τη διάρκεια της έρευνας, παρατήρησαν έξι βασικές μορφές της εγκληματικότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων:

  • Παραβίαση των κανόνων διαχείρισης.
  • Παραβάσεις των όρων προστασίας του περιβάλλοντος.
  • Οικονομικές παραβάσεις.
  • Παραβίαση των κανόνων προστασίας των εργαζομένων στο χώρο επαγγελματικής απασχόλησής τους.
  • Παραβάσεις των κανόνων παραγωγής.
  • Παράνομες πρακτικές του εμπορίου.

 

          Τέλος, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως οι πολυεθνικές επιχειρήσεις τελούν τα πιο σοβαρά εγκλήματα, διότι περιλαμβάνουν πολλές μορφές και τα αποτελέσματα αυτών είναι μαζικά και ότι «οι φαρμακευτικές, οι πετρελαιοπαραγωγικές βιομηχανίες, βαρύνονται με τη σημαντικότερη οικονομική εγκληματικότητα».

          Μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παροχής υπηρεσιών λογιστικής, τήρησης βιβλίων, ελέγχου και φορολογικών συμβουλών, η “PricewaterhouseCoopers” (PwC), διεξάγει κάθε χρόνο παγκόσμια έρευνα για το οικονομικό έγκλημα συμπεριλαμβάνοντας και το ηλεκτρονικό οικονομικό έγκλημα. Στην έκτη, κατά σειρά, έρευνα του 2011, με το στατιστικό δείγμα να το αποτελούν επιχειρήσεις, το ηλεκτρονικό οικονομικό έγκλημα ξεπέρασε (14%) σε ποσοστό τις υπόλοιπες μορφές οικονομικού εγκλήματος (όπως δωροδοκία, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος).

          Η έρευνα έδειξε, ακόμη, ότι τα περισσότερα περιστατικά ηλεκτρονικού οικονομικού εγκλήματος προέρχονται τόσο από εσωτερικούς παράγοντες όσο και από εξωτερικούς. Ως προς τους τελευταίους, το ¼ των ερωτηθέντων απάντησε πώς τα περισσότερα περιστατικά προέρχονται από τις εξής χώρες: ΗΠΑ, Ρωσία, Ρουμανία, Χόνγκ Κόνγκ και Κίνα, Βουλγαρία. Ως προς τους εσωτερικούς παράγοντες, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι στους οργανισμούς και στις επιχειρήσεις, προέρχονται, κυρίως, από τα τμήματα Operations (39%) και Πληροφορικής (53%), ενώ ακολουθούν οι Οικονομικές Υπηρεσίες (32%) και το τμήμα του Marketing (34%).

          Όσον αφορά την ερώτηση για τις επιπτώσεις του ηλεκτρονικού οικονομικού εγκλήματος τόσο για τους ίδιους όσο και για την συνεργασία τους με τον οργανισμό ή επιχείρηση, οι ερωτηθέντες απάντησαν ότι ανησυχούν περισσότερο για την εταιρική τους φήμη (40%), κλοπή ή απώλεια προσωπικών δεδομένων (36%), κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας (35%), οικονομική απώλεια (31%) και κόστος αξιολόγησης και διαχείρησης ζημιών (18%).

          Αυτή η παγκόσμια έρευνα επαναλήφθηκε το 2014 από το ίδιο δίκτυο εταιρειών, την PwC. Ένας στους 4 ερωτηθέντες ανέφεραν πως είχαν κάποια εμπειρία με το ηλεκτρονικό οικονομικό έγκλημα, κυρίως, ως θύματα μιας που το 11% αυτών είχε οικονομική απώλεια μέχρι και ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Το 45% των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών / οργανισμών ανέφεραν πως έπεσαν θύματα του ηλεκτρονικού οικονομικού εγκλήματος, κοντά τρεις φορές περισσότερο σε συχνότητα απ’ ότι άλλες υπηρεσίες / άλλους οργανισμούς (45% έναντι 17%)[15].

————– ————————-

[1] Αλεξιάδης Στ., Εγκληματολογία, Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 68, Θεσ/νίκη, 1980, σελ. 68.

[2]  Sutherland Ε., “White Collar Criminality”, έν: American Sociological Review, 5:1940, 1-12:4, σημ . 2 (“Crime and Business”, έν: Annals of the American Academy of Political and Social Science, 217:1941, 112-118:112.

[3] Clinard – Quinney, Criminal Behavior Systems, 1973, σελ. 130 – 176.

[4] Ανδρουλάκης Ν., Έχει ανάγκη και δύναται να εμπλουτισθεί το «ποινικό δόγμα» δι’ εγκληματολογικών δεδομένων;, έν: του ιδίου, Ποινικές Μελέτες, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 1972.

[5] Κουράκης N., Τα οικονομικά εγκλήματα, Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αναθεωρημένη Επανέκδοση, Ποινικά 13, Αθήνα – Κομοτηνή, 1982, σελ. 18 και 31.

[6] Heinz W., “Wirtschaftskriminalitat”, στο Kaiser – Kerner – Sack – Schellhoss, Kleines Kriminologisches Worterbuch, Heidelberg, 1985, σελ. 525 – 528.

[7] Κουράκης N., Τα οικονομικά εγκλήματα, Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αναθεωρημένη Επανέκδοση, Ποινικά 13, Αθήνα – Κομοτηνή, 1982, σελ. 30.

[8] Λάζος Γ., Πληροφορική και Έγκλημα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2001, σελ. 55 – 60.

[9] Parker D. B., Crime by Computer , New York: Charles Scribner’s Sons, 1976, σελ. 28.

[10] Wasik M., Crime and the computer, Oxford: Clarendon Press, 1991, σελ. 29 και 30.

[11] Taylor I., Walton P., Young J., The new Criminology: for a social theory of deviance, London / Boston: Routledge & Kegan Paul, p. 209, 1973, σελ. 209.

[12] Pinatel J., “Criminologie”, τόμου ΙΙΙ του έργου των Bouzat P. & Pinatel J., Traite de  Droit penal et de criminologie, σημ. Ι του κεφ. V, Paris: Dalloz, 1970.

[13] Κουράκης N., Τα οικονομικά εγκλήματα, Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αναθεωρημένη Επανέκδοση, Ποινικά 13, Αθήνα – Κομοτηνή, 1982, σελ. 185 – 187.

[14] Clinard – Yeager, Corporate Crime, New York – London, 1980, σελ. 3.

[15]https://www.pwc.com/gx/en/search.html?searchfield=economic+crime+&tp=long&pwcGeo=GX&pwcLang=en&pwcHideLevel=0&pwcSiteSection= , τελευταία πρόσβαση: 8/9/2018.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!