Η διαδρομή για τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης | Ομιλία Θ. Κατσιβαρδάκου – Διευθύντριας ΓΓΙΦ

Θεοδώρα Κατσιβαρδάκου

Νομικός, MA in Human Rights

Διευθύντρια ΓΓΙΦ/ΥΠΕΣ

 

Ομιλία στα πλαίσια της ημερίδας της ΓΓΙΦ για την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης

«Έναρξη της ισχύος της στην Ελλάδα: Από τη Θεωρία στην Πράξη»

 

«Το χρονικό μιάς ιστορικής Σύμβασης»

Σκέφτομαι ότι πιο κατάλληλος τίτλος της παρουσίασης μου θα ήταν «Το χρονικό μιάς ιστορικής Σύμβασης»! Ειναι πράγματι ιστορική μία Σύμβαση που αποτελεί το πρώτο νομικά δεσμευτικό διεθνές κείμενο, το οποίο ορίζει τις μορφές που προσλαμβάνει η βία κατά των γυναικών και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για την πρόληψή της, την προστασία των θυμάτων καθώς και για την παύση της ατιμωρησίας των δραστών. Προβλέπει, επιπλέον, τη σύσταση διεθνούς ομάδας εμπειρογνωμόνων που θα παρακολουθεί την εφαρμογή της σε εθνικό επίπεδο (GREVIO). Η Σύμβαση αποτελεί ορόσημο στις διεκδικήσεις του γυναικείου κινήματος για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών, την εξάλειψη της έμφυλης βίας και την προώθηση της ισότητας των φύλων.

Η ανάγκη να ενισχυθεί η δράση του Συμβουλίου της Ευρώπης στο τομέα της πρόληψης και καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας αναγνωρίστηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων στο Σχέδιο Δράσης που υιοθέτησαν κατά τη διάρκεια της 3ης Συνάντησης Κορυφής του Οργανισμού στη Βαρσοβία τον Μάιο του 2005. Η Εκστρατεία του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της Ενδοοικογενειακής Βίας (2006-2008) που ακολούθησε, αποκάλυψε την ανάγκη για ένα νομικά δεσμευτικό εργαλείο που θα αποτρέπει τη βία κατά των γυναικών, θα προστατεύει τα θύματα αυτής της βίας και θα τιμωρεί τους δράστες.

 

Ad Hoc Επιτροπής για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (CAHVIO)

Τον Δεκέμβριο του 2008, αποφασίστηκε η συγκρότηση Ad Hoc Επιτροπής για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (CAHVIO),  αρμοδιότητα της οποίας ήταν να προετοιμάσει μία Σύμβαση γι αυτό το θέμα. Η CAHVIO, της οποίας είχα την τιμή να είμαι μέλος, αποτελείτο από κυβερνητικούς εκπροσώπους των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, εμπειρογνώμονες τόσο της ισότητας των φύλων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και της νομικής επιστήμης. Με καθεστώς παρατηρητή, δηλ χωρις δικαίωμα ψήφου, στις εργασίες συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης, της Ευρωπαικής Ένωσης, του ΟΗΕ, καθώς και διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις όπως το Ευρωπαικό Λόμπυ Γυναικών, η Διεθνής Αμνηστεία, το WAVE, ο ILGA (διεθνής οργάνωση ΛΟΑΤΚΙ). Σημαντική υπήρξε η συμβολή των δύο καθηγητριών, επιστημονικών εμπειρογνωμόνων της CAHVIO, των κυριών Renee Romkens και Christine Chinkin.

 

Υιοθέτηση, υπογραφή και επικύρωση 

Η CAHVIO συνεδρίασε εννέα φορές και τον Δεκέμβριο του 2010 ολοκλήρωσε το σχέδιο κειμένου της Σύμβασης, το οποίο εγκρίθηκε αργότερα από την Επιτροπή Υπουργών και άνοιξε προς υπογραφή στην Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαΐου 2011. Τον Ιανουάριο του 2011 ολοκλήρωσε τις εργασίες της, παραδίδοντας την Επεξηγηματική Έκθεση (Explanatory Memorandum). Στις 12 Μαρτίου 2012, η Τουρκία έγινε η πρώτη χώρα που επικύρωσε τη Σύμβαση. Από το 2013 έως το 2018 έχουν επικυρώσει συνολικά 33 χώρες, ενώ άλλες 13, μαζί με την Ευρωπαική Ένωση, την έχουν υπογράψει. Δύο χώρες, η Ρωσική Ομοσπονδία και το Αζερμπαιτζάν, δεν έχουν ούτε επικυρώσει, ούτε υπογράψει! Μετά τη 10η κύρωσή της, από την Ανδόρα στις 22 Απριλίου 2014, η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2014.

 

Η διάρθρωσή της σύμβασης

Η σύμβαση περιέχει 81 άρθρα χωρισμένα σε 12 κεφάλαια και συνοδεύεται από Επεξηγηματική Έκθεση 387 σημείων. Η διάρθρωσή της ακολουθεί τη δομή των πιο πρόσφατων συμβάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Βασίζεται στα «τέσσερα Ps»: Prevention-Πρόληψη του φαινομένου, Protection-Προστασία και υποστήριξη των θυμάτων, Prosecution-Ποινική δίωξη των παραβατών, Policies-Πολιτικές συνεκτικές κι ολοκληρωμένες. Συγκεκριμένα μέτρα και πολιτικές προβλέπονται για κάθε τομέα. Περιλαμβάνονται επίσης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δικονομικού δικαίου, διατάξεις για την Μετανάστευση και το Άσυλο, για την διεθνή συνεργασία και τον μηχανισμό παρακολούθησης.

Προοίμιο

Κεφάλαιο I (αρ. 1-6)Σκοποί, ορισμοί, ισότητα και μη-διακριτική μεταχείριση, γενικές υποχρεώσεις

Κεφάλαιο II (αρ. 7-11)- Ολοκληρωμένες πολιτικές και συλλογή δεδομένων

Κεφάλαιο ΙΙΙ  (12-17)- Πρόληψη

Κεφάλαιο IV (18-28)- Προστασία και υποστήριξη

Κεφάλαιο V  (29-48)-  Ουσιαστικό δίκαιο

Κεφάλαιο VI (49-58)– Ανάκριση, ποινική δίωξη, δικονομικό δίκαιο και προστατευτικά μέτρα.

Κεφάλαιο VII (59-61) – Μετανάστευση και άσυλο

Κεφάλαιο VIII (62- 65)– Διεθνής συνεργασία

Κεφάλαιο ΙΧ (66-70) – Μηχανισμός Παρακολούθησης

Τα κεφάλαια Χ, XI, XII, XIII αναφέρονται στη σχέση της Σύμβασης με άλλα διεθνή κείμενα, τους όρους τροποποίησης της Σύμβασης καθώς και τις τελικές διατάξεις (υπογραφή και θέση σε εφαρμογή, προσχώρηση, επιφύλαξη, καταγγελία κλπ)

 

Βία κατά των γυναικών (gender specific issue) ή ενδοοικογενειακή βία (gender neutral issue);

Στο στάδιο της επεξεργασίας της Σύμβασης, υπήρξαν μεγάλες αμφισβητήσεις ως προς το πεδίο εφαρμογής της. Το κρίσιμο ζήτημα   ήταν αν αυτή θα αφορά τη βία κατά των γυναικών (gender specific issue) ή την ενδοοικογενειακή βία (gender neutral issue).

Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι η βία κατά των γυναικών είναι μορφή διάκρισης κατά των γυναικών και συνεπώς απαιτεί gender specific μέτρα.

Όπως εξηγούσε η καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου στο LSE κι επιστημονική υπεύθυνη της CAHVIO κ. Chinkin, διεθνή νομικά πρότυπα που επιβάλλουν την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών ως μορφής διάκρισης κατά των γυναικών βρίσκουμε μεταξύ άλλων στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων, σκληρής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης) σε συνδυασμό με το άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων) και στη Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών – Γενική Σύσταση 19 της Επιτροπής CEDAW.

Πράγματι, αυτά τα δύο κείμενα συνδυάστηκαν, τονίζοντας το δεσμευτικό χαρακτήρα της CEDAW και την αμοιβαία εφαρμοσιμότητα διεθνών και περιφερειακών προτύπων στην υπόθεση Opuz κατά Τουρκίας. Στην υπόθεση αυτή η Τουρκία καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γιατί απέτυχε να προστατέψει δύο γυναίκες, μάνα και κόρη, οι οποίες τελικά δολοφονήθηκαν από τον σύζυγο της κόρης, μετά από πολλά περιστατικά απειλών και βίας, τα οποία όμως, ήταν γνωστά στις Αρχές. Η υπόθεση αυτή είναι σημαντική για το πώς διαρθρώνει κι αναλύει τη νομική φύση της βίας κατά των γυναικών ως διάκρισης και το πώς εξηγεί την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας του κράτους και για πράξεις όχι μόνο κρατικών αλλά και μη κρατικών παραγόντων.

Συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μεταξύ άλλων είπε ότι η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ ρητά αναγνωρίζει τη σχέση μεταξύ έμφυλης βίας και διάκρισης τονίζοντας στο Ψήφισμα 2003/45 ότι «όλες οι μορφές βίας κατά των γυναικών συμβαίνουν στο πλαίσιο της de jure και de facto διάκρισης κατά των γυναικών και της χαμηλότερης κοινωνικής θέσης που χορηγείται στις γυναίκες η οποία επιδεινώνεται από τα εμπόδια που οι γυναίκες αντιμετωπίζουν όταν αναζητούν βοήθεια από το κράτος». Από τα παραπάνω συνάγει ότι η αποτυχία του κράτους να προστατέψει τις γυναίκες κατά της ενδοοικογενειακής βίας παραβιάζει το δικαίωμά τους σε ίση προστασία από το νόμο κι αυτή η αποτυχία δεν είναι απαραίτητο να είναι σκόπιμη. Συμπέρανε λοιπόν, ότι η παθητική συμπεριφορά των αρχών, ανεξάρτητα από το ότι δεν ήταν σκόπιμη, δημιούργησε πρόσφορο κλίμα για ενδοοικογενειακή βία και κατέληξε ότι η βία που υπέστησαν μάνα και κόρη μπορεί να θεωρηθεί έμφυλη βία η οποία είναι μορφή διάκρισης κατά των γυναικών.

 Αυτό υπογραμμίζει ότι από μόνη της η ύπαρξη ή ακόμα και η δικαστική εφαρμογή gender neutral νόμων δεν είναι αρκετή για να απαλλάξει τα κράτη από τις υποχρεώσεις τους σχετικά με τη πρόληψη, προστασία και δίωξη της βίας κατά των γυναικών περιλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας. Το δικαστήριο τόνισε ότι η ύπαρξη ενός γενικού νόμου κατά της επίθεσης κι άλλων μορφών βίας δεν συνιστά επαρκή προστασία για τις γυναίκες. Συμπέρανε ότι παρά τις μεταρρυθμίσεις που έκανε η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια, η συνολική μή ανταπόκριση του δικαστικού συστήματος και η ατιμωρησία που απολαμβάνουν οι επιτιθέμενοι, όπως φάνηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση, δείχνουν ότι υπήρξε ανεπαρκής δέσμευση για ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.

 

Από τη διάρθρωση των νομικών αρχών από το Δικαστήριο εξάγονται τα εξής συμπεράσματα:

  1. ως προς τις διακρίσεις και τη βία κατά των γυναικών:

-η αντιμετώπιση των δομικών ανισοτήτων που προκαλούνται από τις διακρίσεις κατά των γυναικών είναι προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών περιλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας

– οι gender neutral νόμοι είναι ανεπαρκείς για  να απαλλάξουν τα κράτη από την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας προς τις γυναίκες περιλαμβανομένων των γυναικών θυμάτων βίας.

  1. ως προς την έννοια της έμφυλης βίας:

-η αναγνώριση ότι η ενδοοικογενειακή βία επηρεάζει δυσανάλογα τις γυναίκες πηγαίνει πέρα από την απλή αναγνώριση ότι επηρεάζονται περισσότερες γυναίκες από άνδρες σε επίπεδο αριθμών. Υπάρχουν επίσης διαφορές σε αποτελέσματα και συνέπειες, που με τη σειρά τους απαιτούν gender specific δηλ. προσδιορισμένους ως προς το φύλο νομικούς μηχανισμούς πρόληψης, διερεύνησης και δίωξης.

-Τα κράτη έχουν θετική υποχρέωση να αναγνωρίσουν τη βία κατά των γυναικών περιλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, ως μορφή διάκρισης κατά των γυναικών που απαιτεί θετικά μέτρα για να αντιμετωπισθεί με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τη διάσταση του φύλου.

 

Η θέση της Ελλάδας υπερ των έμφυλων και όχι των ουδέτερων πολιτικών

Η Ελλάδα τοποθετήθηκε σαφώς, όπως και οι πλειοψηφία των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, υπέρ της σύναψης Σύμβασης που σκοπό έχει την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, περιλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, η οπoία πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες. Η βία κατά των γυναικών συνιστά συστηματική και διαδεδομένη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και έχει τις ρίζες της στις ιστορικά άνισες σχέσεις εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών και στις επίμονες διακρίσεις κατά των γυναικών. Αναγνωρίζοντας αυτή την πραγματικότητα, άλλωστε, η Ελλάδα υλοποιούσε ήδη από το 2009 το «Εθνικό Πρόγραμμα για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών» το οποίο μάλιστα σήμερα έχει ενισχυθεί και διευρυνθεί και ως προς την ομάδα στόχο και ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες

 

Η βία κατά των γυναικών συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους

Την πραγματικότητα αυτή αναγνωρίζει και η Σύμβαση η οποία στο  Προοίμιο αναφέρεται στα νομικά κείμενα από τα οποία έλκει τη νομιμοποιητική της βάση: Συμβάσεις και Συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης με πρώτη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (1950). Τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο θεσπίζει σημαντικούς κανόνες στον τομέα της βίας κατά των γυναικών. Κείμενα του ΟΗΕ μεταξύ των οποίων τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη όλων των μορφών Διακρίσεων κατά των γυναικών(“CEDAW”, 1979) καθώς και τη Γενική Σύσταση υπ’ αριθμ. 19 της Επιτροπής CEDAW για τη βία κατά των  γυναικών.  Το καταστατικό της Ρώμης για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (2002), τις βασικές αρχές του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και ειδικότερα τη Σύμβαση της Γενεύης

 

Καταδικάζοντας όλες τις μορφές βίας κατά των γυναικών και την ενδοοικογενειακή βία.

Αναγνωρίζοντας ότι η υλοποίηση της de jure και de facto ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών αποτελεί βασικό στοιχείο για την πρόληψη της βίας κατά των γυναικών.

Αναγνωρίζοντας τη δομική φύση της βίας κατά των γυναικών ως βίας βασιζόμενης στο φύλο, και ότι η βία κατά των γυναικών αποτελεί έναν από τους ζωτικής σημασίας κοινωνικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι γυναίκες εξαναγκάζονται σε υποδεέστερη θέση σε σύγκριση με τους άνδρες.

Αναγνωρίζοντας ότι οι γυναίκες και τα νεαρά κορίτσια είναι εκτεθειμένες σε μεγαλύτερο κίνδυνο βίας που συνδέεται με το φύλο απ΄ ότι  οι άνδρες.

Αναγνωρίζοντας ότι η ενδοοικογενειακή βία επηρεάζει τις γυναίκες σε δυσανάλογο βαθμό, και ότι οι άνδρες δύνανται επίσης να αποτελέσουν θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Αναγνωρίζοντας ότι τα παιδιά αποτελούν θύματα ενδοοικογενειακής βίας, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης να αποτελούν αυτόπτες μάρτυρες βίας στην οικογένεια.

Καθορίζει τους σκοπούς της Σύμβασης ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι (αρ. 1) με τρόπο που αντανακλούν την ανάλυση της βίας ως μηχανισμού ελέγχου και υποταγής των γυναικών και παρεμπόδισης της πλήρους εξέλιξής τους. Επιδιώκεται, δηλ. η προστασία τους από τη βία, η προαγωγή της ουσιαστικής ισότητας, η ανάπτυξη συνεκτικών κι ολοκληρωμένων πολιτικών, η υποστήριξη του συντονισμού και της συνεργασίας, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Προς το σκοπό δε της αποτελεσματικής εφαρμογής της Σύμβασης, θεσπίζεται ειδικός μηχανισμός παρακολούθησης (GREVIO).

 

Άρθρο 2- Πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης

Το άρθρο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί καθορίζει τις δεσμευσεις που αναλαμβάνουν τα κράτη και κατά συνέπεια τις ευθύνες που θα τους ζητηθούν.

  1. Η παρούσα Σύμβαση θα εφαρμόζεται αναφορικά με όλες τις μορφές βίας κατά των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, η οποία έχει δυσανάλογη επίπτωση επί των γυναικών.

Η υποχρεωτικότητα λοιπόν της Σύμβασης αφορά όλες τις μορφές βίας κατά των γυναικών. Εδώ η ενδοοικογενειακή βία αντιμετωπίζεται ως μορφή βίας κατά των γυναικών, όχι γιατί είναι τα μοναδικά της θύματα, αλλά γιατί τις πλήττει δυσανάλογα, όχι μόνο ποσοτικά δηλ σε αριθμούς, αλλά και ποιοτικά δηλ ως προς τις συνέπειες και τα αποτελέσματα, όπως εξηγήσαμε παραπάνω.

  1. Τα μέρη ενθαρρύνονται σε εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης αναφορικά με όλα τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Τα μέρη θα καταβάλλουν ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά τις γυναίκες θύματα βίας που συνδέεται με το φύλο κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.

Η παράγραφος αυτή δεν εισάγει υποχρέωση. Τα κράτη ενθαρρύνονται, δεν υποχρεούνται, να εφαρμόσουν την Σύμβαση αναφορικά με τα λοιπά θύματα της ενδοοικογενειακής βίας. Αυτό σημαινει ότι ο μηχανισμός παρακολούθησης  της αποτελεσματικής εφαρμογής της Σύμβασης, δεν θα ελέγξει τη χώρα ως προς το βαθμό υλοποίησης αυτής της παραγράφου. Είναι συνεπώς στη διακριτική ευχέρεια της χώρας, το αν θα αναλάβει δράση για τα άλλα, πλην των γυναικών, θύματα της ενδοοικογενειακής βίας.

  1. Η παρούσα Σύμβαση θα τυγχάνει εφαρμογής τόσο σε περιόδους ειρήνης όσο και σε περιστάσεις ενόπλων συγκρούσεων.

 

Άλλα ζητήματα τριβής

Πέραν του κρίσιμου θέματος του πεδίου εφαρμογής της Σύμβασης, ζητήματα τριβής προέκυψαν κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών και από πλήθος άλλων διατάξεων. Η συλλογή στοιχείων, το απόρρητο της συμβουλευτικής και η υποχρέωση αναφοράς στις αρχές, η αρχή της μη διάκρισης, ιδιαίτερα ως προς την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό, ο ορισμός της έννοιας των συντρόφων, της ψυχολογικής βίας, της συναινεσης στο αδίκημα του βιασμού, η αυτόνομη άδεια παραμονής σε γυναίκες μετανάστριες και πρόσφυγες θύματα έμφυλης βίας, η προστασία των προσωπικών δεδομένων στις περιπτώσεις διεθνούς συνεργασίας, ζητήματα σχετικά με την εκλογή την λειτουργία και τα αποτελέσματα του μηχανισμού παρακολούθησης είναι μερικά μόνο από τα θέματα που ανέκυψαν.

 

Παρανόηση της Σύμβασης διαπιστώνει το ΣτΕ

Εδώ θα ήθελα να κάνω μία συναφή κατά τη γνώμη μου αναφορά στο εξής γεγονός: Τους τελευταίους μήνες, το Συμβούλιο της Ευρώπης διαπίστωσε πως υπάρχει μία παρανόηση από τη πλευρά ορισμένων κρατών- μελών τα οποία κρίνουν τη Σύμβαση αντίθετη με τις παραδοσιακές οικογενειακές αρχές και κατά συνέπεια διστάζουν να την επικυρώσουν. Η παρανόηση σχετίζεται με τις αναφορές της Σύμβασης σε κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους και στερεότυπα, στην αρχή της μή διάκρισης στη βάση ταυτότητας φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού αναφορές που διαστρεβλώνονται σε δήθεν υποχρεωτική αναγνώριση γάμων ομοφύλων, ή νομική αναγνώριση περισσότερων φύλων κλπ. Η Bridget O’Loughlin – Εκτελεστική Γραμματέας της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης – απορρίπτει αυτές τις παρανοήσεις σε ένα βίντεο  που ανάρτησε το Συμβούλιο της Ευρώπης τον περασμένο Μάρτιο (https://vimeo.com/258975674), όπου ισχυρίζεται σαφώς ότι η Σύμβαση δεν σχεδιάστηκε για να αναγκάσει τις γυναίκες ή τους άνδρες να ζήσουν με ορισμένους τρόπους. Ο κεντρικός άξονας της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, όπως επισημαίνει το ΣτΕ, είναι ότι οι γυναίκες είναι ισότιμες με τους άντρες και δεν είναι υποδεέστερα όντα, στα οποία επιτρέπεται να ασκείται οποιαδήποτε μορφής βία. Επίσης, η Σύμβαση υποστηρίζει ότι οι γυναίκες και οι άντρες θα πρέπει να έχουν ισότιμα δικαιώματα και πρόσβαση στη κοινωνία.

 

Επιφυλάξεις

Το τελικό κείμενο της Σύμβασης αποτελεί προϊόν συμβιβασμού. Προήλθε μετά από τρείς αναγνώσεις και πάμπολλες τροποποιήσεις του αρχικού σχεδίου. Στη πορεία των συνεδριάσεων κι επιδιώκοντας συναινετικές αποφάσεις, τα άρθρα είχαν κατηγοριοποιηθεί σε συμφωνημένα (agreed), σχεδόν συμφωνημένα (almost agreed) και με σημαντικές διαφοροποιήσεις (significant differences). Οι διαπραγματευσεις ξεκινούσαν με τις διατάξεις που παρουσίαζαν μεγαλύτερες δυσκολίες. Επί δύο χρόνια δούλεψαν από κοινού εμπειρογνώμονες τόσο της ισότητας των φύλων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και της νομικής επιστήμης και κατέληξαν σε ένα κείμενο που σκοπό έχει να προστατέψει τις γυναίκες από τη βία που ασκείται εναντίον τους, επιτρέποντας ταυτόχρονα στα κράτη που το επιθυμούν να επεκτείνουν τη παρεχόμενη προστασία σε όλα τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Κάποια ζητήματα αποφασίστηκαν με ενδεικτική ψήφο. Εκείνα για τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να συμφωνηθούν με οποιοδήποτε τρόπο, περιελήφθησαν στο άρθρο 78 παρ. 2 περί επιφυλάξεων.

 Το ζητούμενο ήταν η δημιουργία ενός συνεκτικού και συγκροτημένου θεσμικού πλαισίου, που βέβαια θα μπορούσε να επικυρωθεί από τις διάφορες χώρες. Η δυνατότητα των επιφυλάξεων δεν εξασθενίζει την αποτελεσματικότητα της Σύμβασης, αφού δίνει τη δυνατότητα σε περισσότερες χώρες να προσχωρήσουν σε αυτή, χωρίς ταυτόχρονα να έχουν γίνει δυσανάλογες υποχωρήσεις στη διατύπωση των συγκεκριμένων διατάξεων. Το άρθρο 78 παρ. 2 αποτελεί προϊόν συμβιβασμού. Ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη θέσπισης ενός νομοθετικού εργαλείου που θα συνάδει με τα διεθνώς αποδεκτά standards υποστήριξης και προστασίας των γυναικών θυμάτων βίας (ΟΗΕ, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κλπ) και στην ανάγκη το εργαλείο αυτό να ενσωματωθεί σε όσο το δυνατόν περισσότερα εθνικά δίκαια.

 

Το ζητούμενο της Σύμβασης – Επιδιωκόμενα αποτελέσματα

 Η βία κατά των γυναικών σε όλες τις εκφάνσεις της και η ενδοοικογενειακή βία είναι μια βαθιά τραυματική πράξη βίας. Βία που χρησιμοποιείται για να ασκεί  κυριαρχία και  έλεγχο.

Η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων  καταδίωξης (stalking), σεξουαλικής παρενόχλησης, σεξουαλικής βίας και  βιασμού, αναγκαστικών γάμων, σωματικής, σεξουαλικής και ψυχολογικής κακοποίηση από σύντροφο και αναγκαστικής στείρωσης είναι γυναίκες. Αν προσθέσουμε τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων και τις αναγκαστικές αμβλώσεις, μορφές βίας που μόνο οι γυναίκες μπορούν να υποστούν, είναι φανερό το πόσο περισσότερο εξευτελιστική και βάναυση συμπεριφορά υποφέρουν οι γυναίκες. Αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι οι περισσότερες περιπτώσεις βίας διαπράττονται από τους άνδρες, καταλαβαίνουμε ότι η βία κατά των γυναικών είναι δομική βία – δηλ βία που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ανδρικής εξουσίας και του ελέγχου. Αυτό είναι ακόμη πιο προφανές αν δούμε πόσο αποσπασματικές είναι οι προσπάθειες της αστυνομίας, των δικαστηρίων και των κοινωνικών υπηρεσιών για να υποστηρίξουν τις γυναίκες θύματα  σε πολλές χώρες  στον κόσμο.

Η Σύμβαση του Συμβούλιου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας βασίζεται στην αντίληψη ότι η βία κατά των γυναικών είναι μια μορφή έμφυλης βίας που διαπράττεται κατά των γυναικών επειδή είναι γυναίκες. Είναι υποχρέωση του κράτους να αντιμετωπίσει πλήρως σε όλες τις μορφές της και να λάβει μέτρα για την πρόληψη της βίας κατά των γυναικών, την προστασία των θυμάτων και τη δίωξη των δραστών. Σε διαφορετική περίπτωση το κράτος έχει ευθύνη. Η σύμβαση δεν αφήνει καμία αμφιβολία: δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, αν οι γυναίκες υπόκεινται σε μεγάλης κλίμακας έμφυλη βία και οι κρατικές υπηρεσίες και τα θεσμικά όργανα κλείνουν τα μάτια.

Επειδή δεν είναι μόνο οι γυναίκες που υποφέρουν από ενδοοικογενειακή βία, τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης παρακινούνται να εφαρμόσουν το προστατευτικό της πλαίσιο και στους άνδρες, στα παιδιά και στους ηλικιωμένους θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η πλειοψηφία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας είναι γυναίκες και ότι η ενδοοικογενειακή βία εναντίον τους είναι μέρος ενός ευρύτερου στερεότυπου διακρίσεων και   ανισότητας.

 

Η επικύρωση από την Ελλάδα

Η επικύρωση της Σύμβασης είχε ως προυπόθεση την εναρμόνιση του εσωτερικού μας δικαίου με αυτή είτε διότι εισάγει νέα αδικήματα (πχ ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, καταδίωξη-stalking κλπ) είτε διότι ρυθμιζει θέματα διαφορετικά (πχ δικαιοδοσία). Η εναρμόνιση αυτή που ήταν αναγκαία για να είναι δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή της Σύμβασης,  έγινε πράξη με το Ν 4531/2018 με τον οποίο όχι μόνο επικυρώνεται ηΣύμβαση αλλά, επίσης, θεσμοθετείται ο εφαρμοστικός της Νόμος.

 

Η Ελλάδα στην πρωτοπορία της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Σημειώνεται ότι με την επικύρωση της Σύμβασης αυτής,  ενισχύεται το θεσμικό πλαίσιο της χώρας για την πρόληψη του φαινομένου, την προστασία των θυμάτων και την ποινική δίωξη των δραστών. Ενισχύονται συνεπώς οι πολιτικές και δράσεις της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων στο πλαίσιο του «Εθνικού Προγράμματος για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών». Τέλος, επισημαίνεται η συμβολή της επικύρωσης της Σύμβασης στην ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας!

Διαβάστε Επίσης  Χορήγηση προνοιακών επιδομάτων ΑμεΑ σε κρατούμενους

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!