Το φαινόμενο του Λαϊκισμού και πώς αποτυπώνεται στη σύγχρονη πραγματικότητα

Χαβαλεδάκη Έλενα

Πτυχιούχος Κοινωνικής Πολιτικής Παντείου Πανεπιστημίου

 

Τι είναι ο λαϊκισμός; Πώς τον αναγνωρίζουμε; Είναι κίνημα, ιδεολογία ή τρόπος οργάνωσης και επικοινωνιακού ύφους; Συναντάται τόσο στη Δεξιά όσο και στην Αριστερά; Ποιες είναι οι συνθήκες που ευνοούν τη γέννηση του; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που εγείρονται κατά την προσέγγιση και κατανόηση του φαινομένου. Ωστόσο η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, σε ένα κείμενο περιορισμένης έκτασης, δεν είναι δυνατή.

Είναι αλήθεια ότι, ο λαϊκισμός είναι μία σύνθετη αναλυτική έννοια. Στη πραγματικότητα δεν υπάρχει ένας λαϊκισμός, αλλά πολλοί: ο δεξιός, ο αριστερός, ο επαναστατικός, ο ρομαντικός, ο αστεακός, ο αγροτικός, ο λατινοαμερικανικός, ο βορειοαμερικανικός και πολλοί άλλοι. Ανάλογα τον λαϊκισμό που μελετάμε υπάρχει και διαφορετικός τρόπος προσέγγισης. Συχνά χρησιμοποιείται στον καθημερινό λόγο και αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών. Ωστόσο, το περιεχόμενο της έννοιας παραμένει τόσο ασαφές όσο και αμφιλεγόμενο.

Τα τελευταία χρόνια, ο όρος λαϊκισμός κυριαρχεί στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο. Παρατηρούνται διαφορετικοί πολιτικοί σχηματισμοί, δεξιές, αριστερές κυβερνήσεις, ακροδεξιά και ξενοφοβικά κόμματα αλλά και πολλά κοινωνικά κινήματα, τόσο αντικαπιταλιστικά όπως οι Αγανακτισμένοι στη ‘’κάτω’’ πλατεία Συντάγματος, όσο και συντηρητικά, όπως το Τea Party. Η ανάλυση του λαϊκισμού, των κινητοποιήσεων και των μορφών δράσης στις διάφορες χώρες δεν μπορεί να είναι κοινή, διότι κάθε ανάλυση επικεντρώνεται στα ιδιαίτερα τοπικά και εθνικά χαρακτηριστικά της κάθε χώρας. Συνεπώς, δε μπορεί να υπάρξει ένας και μοναδικός ορισμός του λαϊκισμού.

Τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή βιβλιογραφία, παρατηρείται δυσκολία διατύπωσης ενός γενικού και καθολικά αποδεκτού ορισμού λόγω της ιδιαίτερης και πολύπλοκης φύσης του όρου.  Για παράδειγμα, ο λαϊκισμός τις δεκαετίες του 1930 και 1940 στη Λατινική Αμερική αφορούσε έναν τρόπο διακυβέρνησης, που θέσπιζε μια σχέση ταύτισης μεταξύ λαού και ηγέτη. Τη δεκαετία του 1970 ο  όρος λαϊκισμός εμφανίστηκε από πολιτικούς επιστήμονες όπως ο Ernesto Laclau, ο Νίκος Μουζέλης, ο Χρήστος Λυριντζής και ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης με σκοπό την κατανόηση των φαινόμενων που παρουσίαζαν δυσκολία ανάλυσης εκείνη την εποχή. Σήμερα ο λαϊκισμός δεν είναι ένας τρόπος διακυβέρνησης, αλλά μια στάση απόρριψης στις κυρίαρχες κυβερνητικές πρακτικές. Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται πολύ συχνά στον μεταπολιτευτικό δημόσιο λόγο είτε από τους πολιτικούς είτε από τους δημοσιογράφους για να χαρακτηρίσουν τις πολιτικές, τις ιδεολογίες, τις στρατηγικές και τις συμβολικές κινήσεις των κομμάτων. Παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό να μη προσεγγισθεί ως παθογένεια ή εγκληματική στρέβλωση της σύγχρονης δημοκρατίας, αλλά ως πολιτικός λόγος, ύφος και επικοινωνιακή πρακτική που συγκροτεί πολιτικές ταυτότητες και εμψυχώνει πολιτικές πρακτικές.

Τα δύο λειτουργικά κριτήρια για την ταυτοποίηση του λαϊκιστικού λόγου είναι: η άρθρωσή του γύρω από ‘’το κενόν σημαίνον’’ – λαός και η διαίρεση της κοινωνίας σε δύο τμήματα, την άρχουσα τάξη – ελίτ και τον λαό. Της εμφάνισης του λαϊκιστικού λόγου προηγείται η έντονη δυσαρέσκεια του λαού για το υπάρχον πολιτικό σύστημα και ακολουθεί η συνάρθρωσή του κατά του  κοινού αντιπάλου. Παράλληλα, αναπτύσσονται πολιτικές δυνάμεις ή σχηματισμοί που συσπειρώνουν τον λαό, μιλούν εξ ονόματος του και κάνουν επίκληση στο συναίσθημα.

Αναφορικά με τη λέξη λαϊκιστής, η δυσκολία ορισμού της  οφείλεται στην αμφισημία του όρου. Ο χαρακτηρισμός ‘’λαϊκιστικός’’ και ‘’λαϊκιστής’’ μπορεί να αποδοθεί ταυτόχρονα με επιβραβευτικό ή επικριτικό τρόπο. Για παράδειγμα, ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει την πολιτική τόσο του Jimmy Carter και του Ronald Reagan, όσο και του Martin Luther King, του Jesse Jackson και της Margaret Thatcher. Αξίζει να αναφερθεί ότι, στην ελληνική βιβλιογραφία, η κατάληξη -ι(κι)στικός έχει αρνητική σημασία και εκφράζει μονομέρεια, σε αντίθεση με την αγγλική κατάληξη-ist (populist) που έχει θετική.

Συνοψίζοντας, η έννοια του λαϊκισμού δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει να προσελκύει όλο και περισσότερους μελετητές. Ο ρόλος των κοινωνικών επιστημόνων είναι ιδιαίτερα σημαντικός, διότι είναι εκείνοι που επιφορτίζονται με το επίπονο έργο της διάγνωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε λαού ξεχωριστά. Οφείλουν, παράλληλα, να έχουν υπόψη τους ότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, όσον αφορά τις αντικειμενικές ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες μελετάται κάθε φορά. Για αυτό  θα ήταν ορθό να μην τίθενται a priori περιοριστικοί και ανελαστικοί περί λαϊκισμού ορισμοί. Τέλος, ο εκάστοτε μελετητής, δεν δύναται να αγνοεί την αντίληψη των ανθρώπων να αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη ενός λαού, καθώς επίσης και την πεποίθηση ότι κάποιοι άλλοι συγκροτούν έναν διαφορετικό λαό.

 

Βιβλιογραφία:

Ανανιάδης, Γ., Κατσαμπέκης, Γ., Σταυρακάκης, Γ., 2010, ‘’Λαϊκισμός και Δημοκρατία’’, Αθήνα: Σύγχρονα θέματα, τεύχος 110

Λυριντζής, Χ., Σπουρδαλάκης, Μ., ‘’Περί λαϊκισμού: Μια σύνθεση με αφορμή την ελληνική βιβλιογραφία’’

Συλλογικό, 2015, ‘’Λαϊκιστικός λόγος και Δημοκρατία’’, Αθήνα: Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τεύχος 43

Rancière, J., 2014, ‘’Ο ανεύρετος λαϊκισμός’’ στο Συλλογικό, ‘’Τι είναι λαός’’, Αθήνα: Εκδόσεις του εικοστού πρώτου

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!