Γιατί η έρευνα σχετικά με την κατοχή όπλων χρειάζεται τους κοινωνιολόγους και το αντίθετο

Jennifer Carlson

Μετάφραση / Απόδοση: Γιάννης Ζαφράς

Η συνεισφορά της Jennifer Carlson στη σειρά συζητήσεων “Κατανοώντας την ένοπλη βία» αφορά τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητη η μελέτη της ένοπλης βίας για το ευρύ πεδίο των αναλύσεων των κοινωνικών επιστημών και η εργασία προς το ερώτημα της ένοπλης βίας καθώς και πως το ζήτημα καθεαυτό μπορεί να διευρύνει έννοιες των κοινωνικών επιστημών και ερευνητικά ερωτήματα. Εστιάζοντας στην Κοινωνιολογία, η Carlson χρησιμοποιεί το αναλυτικό πρίσμα της αρρενωπότητας (masculinity) και της φυλής (race), ώστε να κατανοήσει την οπλοκατοχή κάτω από μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Αναδεικνύει επίσης, πως μια εστίαση στην έρευνα σχετικά με την ιδιωτική κατοχή όπλων μπορεί να περιπλέξει τις κλασικές κοινωνιολογικές συζητήσεις περί της φύσης του κράτους και του ομολογούμενου μονοπωλίου νόμιμης βίας που αυτό κατέχει.

 

Καθώς η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα ερχόταν στο τέλος της, βρέθηκα καθηλωμένη από τις ζοφερές αναλύσεις σχετικά με τις πολιτικές της οπλοκατοχής την επομένη της εκλογής του Μπαράκ Ομπάμα. Η κορύφωση των πωλήσεων πυρομαχικών και όπλων το Νοέμβριο του 2018 φαινόταν να έδειχνε ότι ο Ομπάμα, ο οποίος είχε διακηρύξει στην προεκλογική του εκστρατεία, ότι οι καταπιεσμένοι Αμερικανοί ελπίζουν στα όπλα και τη θρησκεία, θα προχωρούσε σε μια επιθετική ρύθμιση, αν όχι ξεκάθαρη απαγόρευση των όπλων. Φυσικά, ο Ομπάμα δε θα διέπραττε κάτι τέτοιο: υπέγραψε νομοθεσίες που διεύρυναν τα δικαιώματα οπλοκατοχής, ενώ οι εξαγγελίες του για δράση του Κογκρέσου να αυστηροποιήσει τους ελέγχους και να εξετάσει άλλους κανονισμούς περί όπλων αδράνησαν. Παρόλα αυτά, με κάθε ένα απ’ τα περιστατικά ένοπλης βίας, η δολοφονία του Travyon Martin, του Jordan Davis, το μακελειό στο club Pulse- η δημόσια συζήτηση περί όπλων έφτανε σε ένα ακόμη πιο δυσεπίλυτο αδιέξοδο.

Η ξαφνική «δόξα» που έλαβαν οι πολιτικές οπλοκατοχής το 2008 παρακίνησε την κοινωνιολογική μου φαντασία- έτσι, με ανυπομονησία θέλησα να μάθω τι ακριβώς είχαν να πουν οι Κοινωνιολόγοι σχετικά με τις πολιτικές οπλοκατοχής. Εξάλλου, οι Κοινωνιολόγοι είναι οι κατάλληλοι να εξηγήσουν τις διαφοροποιήσεις μεταξύ αλλαγών στο μικρο-επίπεδο και στις δομές μακρο-επιπέδου, να συνδέουν διαφορετικά δεδομένα, όπως η φυλή και το φύλο, ώστε να εξηγήσουν τα κοινωνικά φαινόμενα και να στοχαστούν πάνω στη σχέση μεταξύ πολιτικών και δράσης- της δράσης στην πολιτική συμπεριλαμβανομένης. Πως θα μπορούσε να αρθρωθεί μια βαθιά κατανόηση των όπλων στις Η.Π.Α χωρίς κοινωνιολογική ευαισθησία ; Εκτός μερικών πολύ σημαντικών έργων, βρέθηκα στη δυσάρεστη θέση να διαπιστώσω ότι πολύ λίγοι συνάδελφοι στον τομέα μου είχαν ασχοληθεί με το “ξεσκέπασμα” ενός τόσο κεντρικού ζητήματος  στην Αμερικανική κοινωνία. Παρά το ότι η βιβλιογραφία βρίθει σχετικά με το έγκλημα και τα όπλα, η τελευταία φορά που το American Journal of Sociology ή το American Sociological Review (δυο απ’ τα περιοδικά- αναφορά στην Κοινωνιολογία) δημοσίευσαν ουσιαστικές μελέτες σχετικά με νομίμως αποκτηθέντα  όπλα ήταν η δεκαετία του 1980.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μακράν μια κοινωνία όπλων, τα οποία έχουν παίξει σημαντικότατο ρόλο σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές και κοινωνικές συνθήκες. Αλλά κάτι άλλαξε ριζικά  κατά τις δεκαετίες που οδήγησαν στην εκλογή του προέδρου Ομπάμα: όχι μόνο οι Αμερικανοί κατείχαν όπλα, αλλά τα μετέφεραν επίσης και μάλιστα σε βαθμούς πρωτόγνωρους, χάρη σε νέους νόμους οι οποίοι χαλάρωσαν τους περιορισμούς στη συγκαλυμμένη μεταφορά όπλων[1].Αυτή η μεταβολή σήμαινε ότι, σύμφωνα με την τελευταία μέτρηση, τουλάχιστον 16 εκατομμύρια Αμερικανοί δικαιούνται πλέον να φέρουν όπλα και ακόμη περισσότεροι Αμερικανοί που ζουν σε πολιτείες όπως η Αριζόνα, το Μέιν, το Μισσούρι, το Νέο Χάμσαϊρ, το Βέρμοντ και άλλες, όπου και δεν απαιτείται καν άδεια για να φέρει κανείς όπλο σε δημόσιο χώρο. Η αλλαγή υπήρξε άνιση: πολιτείες όπως η Καλιφόρνια και η Νέα Υόρκη αυστηροποίησαν τους νόμους οπλοκατοχής όσο η υπόλοιπη χώρα τους χαλάρωσε. Η έκταση και μόνο του φαινομένου θα έπρεπε να έχει προκαλέσει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Για να παραφράσουμε την Kristin Goss, πολιτική επιστήμονα και ακαδημαϊκό, δεν υπάρχει, ίσως, δημόσιο ζήτημα τέτοιας σημασίας  που αναλογικά να έχει υπομελετηθεί τόσο πολύ, όσο η πολιτική όπλων και η κουλτούρα οπλοκατοχής.

 

Προβλήματα των έως τώρα προσεγγίσεων:

 Παρά το ότι περιορισμοί στην Ομοσπονδιακή χρηματοδότηση σχετικά με την έρευνα ένοπλης βίας έχουν κυρίως επηρεάσει την έρευνα στη δημόσια υγεία που αφορά τραυματισμούς όπλων, η πλειοψηφία της βιβλιογραφίας σχετικά με τα όπλα χρησιμοποιεί μια προσέγγιση υπό το πρίσμα της δημόσιας υγείας, της εγκληματολογίας ή της νομικής επιστήμης, παρά μια κοινωνιολογική προσέγγιση. Μια τέτοιου είδους έρευνα μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ανάπτυξη μια βάσης παρατήρησης η οποία μπορεί να οδηγήσει στο σχεδιασμό της πολιτικής όπλων. Ενώ κομμάτι της έρευνας αυτής έχει αποκαλύψει διαφωτιστικά ευρήματα, έχει επίσης κατά καιρούς υπάρξει απογοητευτικά αντιθετική, διφορούμενη, χωρίς συμπέρασμα ή απλώς “προτρεπτική”.

 Τα αδιέξοδα που χαρακτηρίζουν τόσο τις δημόσιες συζητήσεις όσο και την ακαδημαϊκή έρευνα σχετικά με τις πολιτικές οπλοκατοχής είναι κατά καιρούς ενδεικτικές των αμοιβαίων παραλείψεων που τείνουν να περιορίσουν την εμπειρία της Αμερικής σε ειδικότερα ζητήματα βίας και πολιτικής. Αυτό διευκολύνει τη διατύπωση ότι η απάντηση περιορίζεται σε μια λογική «περισσότερων όπλων» ή «λιγότερων όπλων» που θα έλυνε το πρόβλημα. Αλλά , όπως τονίζουν οι ερευνητές και η κοινωνία, οι πολιτικές είναι τόσο καλές όσο αυτοί που τις εφαρμόζουν αφενός και τόσο καλές όσο αυτοί που τις ακολουθούν αφετέρου- κι’ αυτό ίσως να εξηγεί την υπολειτουργία των πολιτικών οπλοκατοχής στις Η.Π.Α. Χωρίς την κατανόηση όχι μόνο του γιατί οι Αμερικανοί κατέχουν και φέρουν όπλα, αλλά του ποια θέση έχουν τα όπλα στην καθημερινότητα και τις ζωές των πολιτών, οι ακαδημαϊκοί, οι ειδικοί και οι πολιτικοί κινδυνεύουν να αποδώσουν ένα σορό (αβάσιμες) υποθέσεις σχετικά με την κοινωνική ζωή των όπλων στις Η.Π.Α.

Αρρενωπότητα και Όπλα:

Το βιβλίο μου, “Προστάτες των Πολιτών», σκοπεύει να παρέχει ακριβώς μια τέτοια Κοινωνιολογική παρέμβαση : να διαχωρίσω γιατί οι Αμερικανοί- ειδικότερα οι Αμερικανοί άνδρες – φέρουν όπλα και πως τα κρυμμένα όπλα μεταμορφώνουν τους ίδιους και το κοινωνικό περιβάλλον γύρω τους.  Ρωτώντας και μεταφέροντας άνδρες που έφεραν όπλα στο Μίσιγκαν, έμαθα σχετικά με το πως η κοινωνικοοικονομική παρακμή διαμόρφωσε τον τρόπο που αυτοί οι άνδρες έβλεπαν τον εαυτό τους και βρήκαν την «ταυτότητά» τους ως άνδρες μέσω των όπλων. Πως η φυλή διαμόρφωσε τα νοήματα που αυτοί οι άνδρες απέδιδαν στα όπλα τους, ειδικά αναφορικά με το δημόσιο νόμο. Πως, ακόμη, η πιστοποιημένη εκπαίδευση όπλων της NRA[2] μεταμορφώθηκε από απλή πρακτική σε ένα εθνικό καθήκον, σύμφωνα με το οποίο αυτός που φέρει όπλα χαρακτηρίζεται από την καλή πρόθεση της επιλογής του.

Αναλύοντας πως η οπλοφορία μεταμορφώνει τα έμφυλα και φυλετικά νοήματα της ιδιότητας του πολίτη, την κοινωνική κατανομή της αστυνόμευσης (τουλάχιστον συμβολικά) και τις ηθικές πολιτικές της φονικής βίας, το βιβλίο αυτό αναπτύσσει τον όρο “προστάτης πολιτών” για να εντοπίσει πως οι άνδρες χρησιμοποιούν τα όπλα τους ώστε να επιβεβαιώσουν την εξουσία τους, την αξιοπρέπειά τους και τη συσχέτιση με τις οικογένειές τους ακόμη και τις ευρύτερες κοινότητές τους με το να υιοθετούν το καθήκον να προστατεύουν (σ.σ την οικογένεια και τους συγγενείς του) μέχρι την προθυμία να σκοτώσουν. Αυτό είναι εσωτερικά συνδεδεμένο με τη διάβρωση ενός βασικού πυλώνα της αρρενωπότητας- το στοιχείο του «κουβαλητή»-  εξαιτίας της απομάκρυνσης από μια παραγωγική οικονομία της κατασκευής (manufacturing). Τα όπλα παρέχουν μια εναλλακτική βάση μέσω της οποίας ο  άνδρας ανακτά την αξιοπρέπειά του:  αυτή που δεν περιστρέφεται γύρω απ’ την ικανότητά του να παρέχει στη οικογένειά του, αλλά αυτή που εστιάζεται στο διακριτικό δικαίωμά του να την προστατεύει. Αυτό το μοντέλο του πολίτη είναι συχνό σε σκοπευτικούς ομίλους, συλλόγους όπλων και διαδικτυακά φόρουμ και σε επίσημα σκοπευτικά προγράμματα (συχνά διοργανωμένα από πιστοποιημένους εκπαιδευτές της NRA) που απαιτούνται απ’ το νόμο για την κατοχή άδειας συγκεκαλυμμένου όπλου στις περισσότερες πολιτείες .

Το μοντέλο του «προστάτη πολιτών» πήρε διαφορετικές σημασίες για τους άνδρες σε διαφορετικές κοινωνικές θέσεις. Για τους λευκούς άνδρες της μεσαίας τάξης, για παράδειγμα συνεπάγεται τη δέσμευση στις οικογένειές τους και παρέχει έναν τρόπο να τοποθετηθούν ως προστάτες μέσα στα νοικοκυριά τους, ειδικά στο ενδιάμεσο μια βιωμένης κοινωνικοοικονομικής ανασφάλειας. Για τους έγχρωμους άνδρες,  η νόμιμη οπλοφορία παρείχε έναν τρόπο να ασκήσουν μια ‘’εκτός ορίων’’ μορφή «ανδρικής» υπηκοότητας (καθώς οι οπλισμένοι έγχρωμοι άνδρες είναι συχνά ύποπτοι ως παραβάτες από την αστυνομία και τους συμπολίτες τους) και να αντισταθούν στον εξονυχιστικό αστυνομικό έλεγχο που διαφαίνεται σε φράσεις όπως ‘’οδηγούσε ενώ είναι μαύρος, « περπατούσε όντας μαύρος»  και «Έγχρωμος με όπλο» υποστηρίζω εγώ[3]. Δεδομένης της σημαντικής διασταύρωσης μεταξύ φυλής και όπλων, οι κοινωνικοί επιστήμονες οφείλουν να λάβουν υπόψη ρητά τόσο την περιθωριοποίηση των ακαδημαϊκών μη-λευκών σχετικά με τη συζήτηση των όπλων, όπως επίσης και τον τρόπο που οι όροι για τη συζήτηση αυτή τελικώς καταλήγουν να περιθωριοποιούν τις φωνές αυτών που περισσότερο από όλους επηρεάζονται από την ένοπλη βία : τις αστικές κοινότητες μαύρων.

Η κατηγορία «προστάτες πολιτών» στόχευε στην κατανόηση των οπλοφόρων, αλλά επίσης άλλαξε την άποψή μου για τη  NRA: για να το θέσω απλά, η NRA είναι πολλά παραπάνω από μια εκ των ισχυρότερων ομάδων πίεσης της Ουάσιγκτον. Για τους περίπου ένα εκατομμύριο Αμερικανούς που εκπαιδεύονται κάθε χρόνο, η NRA αντιπροσωπεύει έναν οργανισμό κοινότητας υπηρεσιών που ασχολείται με την προστασία των όπλων και την εκπαίδευση και εργάζεται ώστε να προστατέψει όχι μόνο τα δικαιώματα αλλά και την ευημερία των οπλοκατόχων Αμερικανών.

Επανεξετάζοντας τη «νόμιμη βία».

Την πρόωρη έκπληξή μου σχετικά με την αδιαφορία των κοινωνικών επιστημόνων για την Αμερικάνικη κουλτούρα όπλων ήρθε να ανατρέψει ένα καινούργιο κύμα μελετών. Συνάδελφοι όπως η Angela Stroud, Jooyoung Lee, David Yamane και Harel Shapira κινητοποίησαν την κοινωνιολογική κριτική που εξετάζει τη φυλετική και έμφυλη δυναμική της οπλοφορίας και παρέχει νέους τρόπους να επανεξετάσουμε τι ακριβώς σημαίνει ο όρος κουλτούρα σ’ αυτό το περιεχόμενο. Αλλά οι αναλυτές της κουλτούρας της οπλοφορίας (gun carry) έχουν μόλις αρχίσει να εξετάζουν την επιφάνεια της κοινωνικής ζωής των όπλων στις Η.Π.Α

Έτσι, δεν ωφελούνται μόνο οι αναλυτές της οπλοκατοχής από κοινωνιολογικής σκοπιάς, αλλά και η επιστήμη κερδίζει επίσης. Η κοινωνική ζωή των όπλων στην Αμερική προσφέρει ανεπανάληπτες ευκαιρίες να επανεξετάσουμε την κανονικοποίηση της βίας στις Η.Π.Α, να αναλύσουμε πως οι ιδεολογίες φυλής, φύλου και κοινωνικής τάξης διαμορφώνουν τα κοινωνικά προβλήματα όπως η βία των όπλων. Μας βοηθά ακόμη να αναλύσουμε τη διάρκεια ή την αστάθεια της σχέσης μεταξύ του κράτους και της έννομης βίας.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ας σκεφτούμε πως η κοινωνική ζωή των όπλων θα μπορούσε να αναζωογονήσει τη συζήτηση σχετικά με την έννομη βία, ένας όρος που τυπικά έχει οριστεί ως ο φυσικός εξαναγκασμός που μπορεί να δικαιολογηθεί από τις εκβολές του νόμου, της δικαιοσύνης ή της ηθικής αυθεντίας. Στο θέμα αυτό, οι Κοινωνιολόγοι κάνουν μια ιστορική θεώρηση- σκεφτείτε τη θέση του Μαξ Βέμπερ περί κρατικού μονοπωλίου της βίας, τη θέση του Ελίας για τη διαδικασία εκπολιτισμού ή την άποψη του Φουκώ περί κυρίαρχης εξουσίας. Η σχέση του κράτους με το μονοπώλιο νόμιμης βίας, ειδικά στις Η.Π.Α, θεωρείται συχνά ως απότοκο ιστορικών διαδικασιών.

Αλλά η διαμόρφωση αυτού του θέματος από την οπτική της κοινωνικής ζωής των όπλων εγείρει διαφορετικά ερωτήματα: ο πολλαπλασιασμός των νόμιμων όπλων στα χέρια των αμάχων και η προβολή των συμφερόντων των υποστηρικτών των όπλων στην καθημερινή ζωή των ΗΠΑ προκαλεί νόμιμη βία από τα πρώτα στάδια μέχρι τα μετέπειτα στάδια της κοινωνικής ζωή, αντίθετα με την άποψη του Ελίας. Η κουλτούρα των όπλων μας αναγκάζει να συγχέουμε τις κοινές διακρίσεις μεταξύ κυριαρχικής[4] και πειθαρχικής εξουσίας για να κατανοήσουμε την ικανότητα άσκησης νόμιμης βίας ως μέσο να γίνουμε ολοκληρωμένοι πολίτες – πράγματι, ένας «καλοπροαίρετος πολίτης με όπλο» (μια ερμηνεία της κυρίαρχης εξουσίας, που εγώ θα υποστήριζα είναι πιο σύμφωνη με την αρχική διατύπωση του Foucault). Και αυτή η ευρεία αποδοχή των δικαιωμάτων των πυροβόλων όπλων ενάντια  στις φωνές ελέγχου τους μεταξύ κρατικών παραγόντων, όπως η αστυνομία, υποδηλώνει ότι οι συνηθισμένες συνδηλώσεις που αποδίδονται στον ορισμό του Weber για το κρατικό μονοπώλιο στη νόμιμη βία – δηλαδή, ότι το κράτος δεν διεκδικεί αυτό το μονοπώλιο μόνο για τον εαυτό του, τόσο όσο απλώς καθορίζει τους όρους αυτού του μονοπωλίου – δεν επαρκούν για την πλήρη κατανόηση της σχέσης μεταξύ μιας ένοπλης πολιτείας και ενός ένοπλου λαού. Σε αυτό το τελευταίο σημείο, αξίζει να αναρωτηθούμε όχι μόνο πώς ή γιατί η αμερικανική κρατική μηχανή εφαρμόζει συγκεκριμένες πολιτικές πυροβόλων όπλων, αλλά και τι κερδίζουν τα κράτη από χαλαρές νομοθεσίες περί όπλων. Μια τέτοια προοπτική θα σήμαινε ότι η επιβολή της νομοθεσίας περί πυροβόλων όπλων δεν θα αποτελούσε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό από πάνω προς τα κάτω (όπως συχνά πιστεύεται στις εγκληματολογικές μελέτες και τις μελέτες δημόσιας υγείας για τα πυροβόλα όπλα) αλλά ως μια δυναμική κοινωνική διαδικασία που συνενώνει αμοιβαία τις γραμμές μεταξύ κράτους και πολίτη, ειδικά κατά μήκος των αξόνων της φυλής, της τάξης και του φύλου.

Σε αυτό και σε άλλα σημεία, οι κοινωνικοί επιστήμονες, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνιολόγων, είναι μοναδικά τοποθετημένοι για να αντιμετωπίσουν τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί βλέπουν τα όπλα. Εάν όμως το παρελθόν είναι κάποια ένδειξη, αυτή η υπόσχεση μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια ιδιαίτερη ανησυχία: η πλήρης αξιοποίηση αυτής της δυναμικής θα απαιτήσει τη σκέψη με τη θεωρητική δημιουργικότητα όσον αφορά τη σύγχρονη κοινωνική ζωή των όπλων, πράγμα που σημαίνει απαραιτήτως να αφήσουμε τους δοκιμασμένους- και πραγματικούς- όρους της συζήτησης για τα όπλα. Αυτή είναι μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για μια σαφώς κοινωνιολογική προσέγγιση των όπλων – και γι ‘αυτό ένα εξαιρετικά συναρπαστικό εγχείρημα.

——————– —————–

[1] Το Concealed arms act είναι μια σειρά από νομοθετικές ρυθμίσεις που δίνουν το δικαίωμα στους πολίτες να οπλοφορούν υπό προϋποθέσεις και να αναγνωρίζονται από άλλες Πολιτείες.

[2] National Riffle Assosiation- Η Εθνική Ένωση Όπλων της Αμερικής.

[3] Πολλά περιστατικά με μαύρους έχουν βασική ρητορική το γεγονός ότι τα άτομα αυτά ανήκουν σε μια διαφορετική φυλή και επομένως είναι υπαίτιοι παραβατικών συμπεριφορών για τις οποίες όμως δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό αποδείξιμο στοιχείο. Εξ’ ου και οι πολλές περιπτώσεις άδικων καταδικών (wrongful convictions) στις Η.Π.Α

[4] Εδώ ο όρος κυριαρχικός αναφέρεται στην εξουσία του κυρίαρχου κράτους (sovereign power), που σύμφωνα με τη  Νομική θεώρηση του κράτους έχει τη δύναμη να επιβάλλει τη βούλησή του στους πολίτες ως αποτέλεσμα της ύστατης οργάνωσής του και ενός κοινώς συντεταγμένου κοινωνικού συμβολαίου αρχόντων-αρχομένων.

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!