Ασφαλιστικό σύστημα: ο αγώνας ενός θεσμού να επιβιώσει ταξιδεύοντας στον χρόνο

Της Παναγιώτας Κουλικούρδη

Αποφοίτου Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (ΙΘ σειρά)

Εισηγήτριας στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Στην καρδιά κάθε ασφαλιστικού συστήματος εμφιλοχωρούν τα αιώνια φιλοσοφικά υπαρξιακού χαρακτήρα ερωτήματα γύρω από τον άνθρωπο, που συμπυκνώνονται εν ολίγοις στα ακόλουθα: τι είναι η ζωή, πώς ορίζεται η αξιοπρέπεια και η ποιότητα ζωής. Και εν τέλει, ποιος μεριμνά για το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης σε περίπτωση προσδοκώμενων ή και αναπάντεχων κινδύνων: εγώ ή οι άλλοι;

Απαντώντας στα καίρια αυτά ερωτήματα, όχι μόνο από φιλοσοφική αναζήτηση ορμώμενη, μα και από πολιτικές σκοπιμότητες, η Ευρώπη έδωσε τις δικές της απαντήσεις μέσω της διαμόρφωσης αντίστοιχων πολιτικών. Η μεν Ηπειρωτική Ευρώπη, με την πρωτοκαθεδρία της Γερμανίας και την τολμηρή πρωτοβουλία του Καγκελάριου Otto von Bismarck διαμόρφωσε μια συλλογική ασπίδα αρχικά έναντι του κινδύνου του εργατικού ατυχήματος και της ασθένειας (1883) και μετέπειτα έναντι της αναπηρίας και του γήρατος (1889). Η ψήφιση των σχετικών νομοσχεδίων πυροδότησε θύελλα αντιδράσεων. Ωστόσο, η πολιτικά ενδεδειγμένη λύση, υπό τον φόβο της βίαιης εξέγερσης των μαζών[1] λόγω των απάνθρωπων συνθηκών εργασίας που βίωναν σε ένα πρωτόγνωρο εργασιακό πλαίσιο εκβιομηχάνισης με φρενήρεις ρυθμούς, ήταν η ανάληψη -και άρα ο έλεγχος –  της ευθύνης από το Κράτος (νεοσύστατο σχετικά έθνος –κράτος διάδοχο ενός φεουδαρχικού κατεστημένου αιώνων). Το μπισμαρκιανό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης χρηματοδοτείται από εισφορές εργαζομένων, εργοδοτών και ενδεχομένως και του Κράτους (κορπορατιστικό μοντέλο).

Οι Αγγλοσαξωνικές χώρες (Μ. Βρετανία, Ιρλανδία) είδαν το ίδιο ζήτημα από άλλη οπτική γωνία λόγω των καταβολών τους αλλά και των ιστορικών συγκυριών. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κοινωνία έπρεπε να επουλώσει τις πληγές της. Το Κράτος έπρεπε να ανασυγκροτηθεί τονώνοντας την απασχόληση και την ανάπτυξη. Με κατευθυντήριες γραμμές τις νέες αντιλήψεις στην οικονομική θεωρία του Keynes μετά το Κραχ του 1929, ο William Henry Beverigde, όντας ο ίδιος οπαδός του νέου αυτού οικονομικού ρεύματος, στην έκθεσή του (1944), σκιαγράφησε ένα Κράτος Πρόνοιας όπου το Κράτος αναλαμβάνει να διασφαλίσει ένα ελάχιστο επίπεδο εγγυημένου εισοδήματος για όλους τους πολίτες. Χαμηλές παροχές αλλά με καθολικό χαρακτήρα με σκοπό όχι την διατήρηση του επιπέδου εισοδήματος από την εργασία μετά την επέλευση του γήρατος (Μπίσμαρκ), αλλά την πρόληψη της φτώχιας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πέραν της κρατικής σύνταξης χρηματοδοτούμενης από τη φορολογία, στο Μπεβεριτζιανό σύστημα, σημαντικό ρόλο έχουν τα συμπληρωματικά σχήματα ασφάλισης του ιδιωτικού τομέα.

Απαντήσεις πέραν αυτών των δύο κεντρικών υπήρξαν πολλές, με διαφοροποιήσεις που οφείλονταν κυρίως σε ιδιαιτερότητες του κοινωνικού ιστού (π.χ. μεσογειακά κράτη-διάκριση Ferrera) ή της κουλτούρας (προνοητικότητα μοντέλου σκανδιναβικών κρατών). Το κρίσιμο όμως είναι ότι το Κράτος αναλαμβάνει τον ρόλο να προστατέψει το άτομο από τους κοινωνικούς κινδύνους, έχοντας κατά νου έναν επιμερισμό μεταξύ ατόμου και κοινωνικού συνόλου (ανταποδοτικό δούναι και λαβείν) τόσο των θετικών (παραγόμενο προϊόν από την εργασία του ατόμου, οικονομική, πολιτισμική ανάπτυξη από την δράση του ατόμου ή συλλογικοτήτων) όσο και των αρνητικών (κοινωνικοί κίνδυνοι που αντιμετωπίζει το άτομο). Ένα άρρητο συμβόλαιο που διακρίνει το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο από το Αμερικάνικο, με διαβαθμίσεις ως προς το επίπεδο κάλυψης ή προστασίας του ατόμου.

Η ιστορική πορεία της κοινωνικής ασφάλισης στην Ευρώπη είχε στο επίκεντρο το Κράτος, με την πλειοψηφία των χωρών να δίνουν εκτεταμένο ρόλο στον δημόσιο τομέα και περιορισμένο στον ιδιωτικό (κεντρική, Βόρεια και Νότια Ευρώπη, με εξαίρεση κυρίως τους Αγγλοσάξωνες). Με την πετρελαϊκή κρίση του 1970, την δημογραφική γήρανση που επεσήμανε την αύξηση του προσδόκιμου ζωής αλλά και τον δραματικά μειούμενο ρυθμό γεννήσεων, την μακροχρόνια ανεργία, και την διόγκωση που όλα αυτά τα μεγέθη υπέστησαν τα τελευταία χρόνια με την οικονομική κρίση που μάστισε όλη την Ευρώπη, τα ώριμα πια συνταξιοδοτικά συστήματα δοκιμάζονται σε μεγάλο βαθμό. Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες και γενικότερα οι δαπάνες των κρατών για κοινωνικές πολιτικές συμπιέζονται προκειμένου τα κράτη μέλη της ΟΝΕ να ανταπεξέλθουν στα απαιτούμενα του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Όπως σε κάθε στροφή της ιστορίας, έτσι και ενόψει των ανωτέρω εξελίξεων, αναδύθηκαν για άλλη μια φορά στην επιφάνεια προβληματισμοί σχετικά με το ποιος φέρει την ευθύνη και τι ζωή επιθυμούμε. Όλα αυτά σε συνάρτηση με ένα άκρως πιεστικό οικονομικό πλαίσιο, με προκλήσεις πρωτόγνωρες (εισαγωγή ρομποτικής στην εργασία –διαχείριση ψηφιακής οικονομίας, έντονες μεταναστευτικές ροές, ενδογενής μετανάστευση εργατικού δυναμικού κυρίως νέου). Οι απαντήσεις πιο ενιαίες από ποτέ. Το κάθε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης λίγα περιθώρια διαφοροποίησης έχει ενόψει των κοινών «απειλών». Το κοινό αυτό μέτωπο συνίσταται σε μια επιλογή που προσανατολίζεται σε πολυαξονικά συστήματα συνταξιοδότησης. Η οικοδόμηση ενός συνταξιοδοτικού συστήματος επί τη βάση τριών πυλώνων, εκ των οποίων ο ένας θα είναι δημόσιος, υποχρεωτικός και αναδιανεμητικός και οι άλλοι δύο κατά βάση κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα (με ποικιλία μιγμάτων δημόσιο- ιδιωτικό, υποχρεωτικό – προαιρετικό) αποτελεί το σύγχρονο πρόταγμα στον χώρο της κοινωνικής ασφάλισης. Όσο και αν πρόκειται για απλές κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις, στην ουσία προβάλλει ως κοινή εξ ανάγκης λύση για την πορεία του θεσμού κοινωνικής ασφάλισης στο μέλλον -χωρίς να λείπουν οι ενστάσεις (π.χ. ETUC και συνδικαλιστικοί φορείς ανά κράτος). Εξάλλου, η πρόταση προέρχεται από ποικίλους φορείς και τεκμηριώνεται επαρκώς μέσα από πολυδιάστατες μελέτες.

Η σκιαγράφηση του νέου προτεινόμενου σχήματος έγινε με μικρές διαφορές τόσο από την Παγκόσμια Τράπεζα, την Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, τον Ο.Ο.Σ.Α., όσο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο μετασχηματισμός του συνταξιοδοτικού συστήματος και κυρίως η συρρίκνωση του δημόσιου πυλώνα με αντίστοιχη εισαγωγή κεφαλαιοποιητικών στοιχείων δεν είναι ένα εύκολο στοίχημα να κερδηθεί. Λαμβάνοντας υπόψη τη συστημική προσέγγιση- σκέψη, η οποία εστιάζει στις σχέσεις των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν ένα σύστημα (ενδογενώς και εξωγενώς) και πώς αυτές αλληλεπιδρούν και επηρεάζουν τη συνολική συμπεριφορά και απόδοση του συστήματος, αλλά και αντλώντας στοιχεία από τις θεωρίες δομικής αλλαγής και προσαρμογής, θα άξιζε να σταθούμε και να σημειώσουμε τον βαθμό δυσκολίας που αντιμετωπίζει κάθε κράτος στην υλοποίηση τους εγχειρήματος αυτού.

Το να λησμονεί κανείς ότι το συνταξιοδοτικό είναι ένα σύστημα με την έννοια που ανεπτύχθη από τον Easton[2] είναι σαν να παραβλέπει μια ζωτική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα έντονης διάδρασης μεταξύ δημογραφικών παραγόντων της κάθε χώρας αλλά και των δημογραφικών τάσεων παγκοσμίως, οικονομικών δεδομένων μιας χώρας αλλά και συναφών ευρύτερων γεωγραφικά εξελίξεων, κοινωνικών παραγόντων και χαρακτηριστικών, δομών ήδη ριζωμένων αλλά και νέων που διεκδικούν ρόλο δυναμικά. Οι αλληλεπιδράσεις είναι αέναες και η ανάγκη προσαρμογής σημαντικός παράγοντας επιβίωσης των θεσμών. Όπως έχει αναλυθεί από ποικίλα μοντέλα στη θεωρία της οργανωσιακής αλλαγής (Μοντέλα Kotter, General Elactric, Jick κλπ), βασικό εναρκτήριο στάδιο της διαδικασίας αλλαγής είναι η δημιουργία ή/και η κοινοποίηση της αναγκαιότητας για μεταβολή, η οποία μπορεί να επέλθει σταδιακά και ομαλά μέσω στρατηγικού σχεδιασμού ή βιαίως και αιφνιδίως με σοβαρές συνέπειες στο σύστημα.

Από την άποψη της διοικητικής επιστήμης (μάνατζμεντ), η κοινωνική ασφάλιση στην χώρα μας αποτελεί ένα –όχι το μοναδικό- παράδειγμα πεδίου στο οποίο η μεταρρύθμιση επήλθε απότομα, αν και η αναγκαιότητα που θα έπρεπε να πυροδοτήσει -σύμφωνα με τα βήματα των θεωρητικών μοντέλων – την αλλαγή είχε καταγραφεί και αναλυθεί σε πολύ προγενέστερο χρόνο.

Η γέννηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα συνδέεται με τις ιστορικές περιπέτειες και αναταραχές που ταλάνισαν την χώρα. Νόμοι που ψηφίζονταν αλλά ετεροχρονισμένα εφαρμόζονταν[3], αποσπασματική κάλυψη ομάδων εργαζομένων, διαφοροποίηση ως προς τις διατάξεις για προϋποθέσεις λήψης παροχής, ποικιλία στο ύψος της παροχής, 155 περίπου ασφαλιστικά ταμεία ως το 2008[4], ένα πολυδαίδαλο νομοθετικό πλαίσιο με συνεχόμενες τροποποιήσεις – πέπλο με μπαλώματα σε αλλεπάλληλες στρώσεις- που επέτεινε την ανασφάλεια δικαίου.

Κομβικό σημείο για την μεταρρυθμιστική προσπάθεια του συνταξιοδοτικού μας συστήματος θεωρείται η έκθεση Σπράου που μεταφράστηκε πολιτικά στην «πρόταση Γιαννίτση» για το ασφαλιστικό, το 2001. Και τα δύο κείμενα είχαν λάβει υπόψη τα πραγματικά εθνικά προβλήματα, τις διεθνείς τάσεις και τις συστάσεις των διεθνών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, το εγχείρημα έπεσε στο κενό (Γενική απεργία). Ακολούθησαν ηπιότερες μα και πιο αποσπασματικές παρεμβάσεις με νομοθετήματα όπως ο ν. 3029/2002, 3655/2008, 3863/2010 και 3865/2010 που επιχειρούσαν αποσπασματικά και χωρίς ενιαίο πλάνο παραμετρικές κυρίως αλλαγές (προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όρια ηλικίας, διοικητικές ενοποιήσεις ταμείων) και εισήγαγαν τον θεσμό της επαγγελματικής ασφάλισης σε προαιρετική βάση.

Αυτό που έμοιαζε αδύνατο σε εθνικό επίπεδο να επιτευχθεί αυτοβούλως, τελικά φαίνεται να προωθήθηκε υπό την πίεση των μνημονιακών απαιτήσεων. Εξωγενείς του εθνικού μας συστήματος παράγοντες λειτούργησαν σαν μηχανισμοί εξώθησης στην (οργανωμένη) αλλαγή. Θέτοντας πλαίσια, ζητώντας την τήρηση χρονοδιαγραμμάτων και παρουσιάζοντας σειρά αριθμητικών -κυρίως- αλλά και ποιοτικών δεδομένων – στόχων, λειτούργησαν ως καταλύτες μιας μεταρρύθμισης επιβεβλημένης από χρόνια, επισπεύδοντας τις διαδικασίες.

Ο ν. 4387/2016 (ΦΕΚ 85Α΄/12-05-2016) θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί το απαύγασμα των αλυσιδωτών και πολύπλοκων σε πολλά επίπεδα πολιτικών εξελίξεων, εστιασμένο στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης. Είναι η πρώτη φορά που σχεδιάζεται σε επίπεδο νομοθετικών διατάξεων ένα μεταρρυθμιστικό πλαίσιο που επιχειρεί να αναδομήσει το συνταξιοδοτικό σύστημα σε πολλά σημεία ταυτόχρονα, επιφέροντας μεταβολές όχι παραμετρικά αλλά δομικά, εμπερικλείοντας σε μεγάλο βαθμό τις θεωρίες της συστημικής προσέγγισης.

Ειδικότερα, επιχειρήθηκαν τομές, όπως η ενοποίηση όλων των φορέων κύριας ασφάλισης σε έναν (ΕΦΚΑ) από 1-1-2017[5], η ενιαιοποίηση των προϋποθέσεων απονομής κύριας σύνταξης, των ποσοστών εισφοράς για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους μισθωτούς τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, πλαισίου εξαγοράς πλασματικών χρόνων ασφάλισης, προαιρετικής ασφάλισης, παράλληλης ασφάλισης, με κυριότερη την διάκριση σε εθνική και ανταποδοτική σύνταξη. Ο νομοθέτης ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις τροποποίησε τον δημόσιο πυλώνα κοινωνικής ασφάλισης, υιοθετώντας ένα μίγμα μπεβεριτζιανού και μπισμαρκιανού μοντέλου. Ένα τμήμα της σύνταξης κοινό για όλους, χρηματοδοτούμενο από την φορολογία (με προϋποθέσεις διαμονής στην χώρα, και ελάχιστο χρόνο ασφάλισης[6]) και ένα ανταποδοτικό (εξαρτώμενο καθαρά από τον χρόνο ασφάλισης εκάστου ασφαλισμένου). Η επιδίωξη πίσω από αυτήν την επιλογή είναι προφανής: το Κράτος εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο στην προστασία του ατόμου από τους κοινωνικούς κινδύνους, αφενός εξασφαλίζοντας ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ως ασπίδα κατά της φτώχιας και του κοινωνικού αποκλεισμού (άραγε αρκεί χωρίς υποστηρικτικές δομές υγείας, μακροχρόνιας περίθαλψης κλπ;), αφετέρου δε ως εγγυητής μιας παροχής ανταποδοτικής με στοιχεία κοινωνικής αλληλεγγύης (ισχύει το αναδιανεμητικό σύστημα), που επιδιώκει να επιβραβεύσει τον επί μακρόν διατηρούμενο στον εργασιακό στίβο εργαζόμενο. Εισάγεται δηλαδή ένας μηχανισμός προστασίας από τυχόν μακροχρόνια ανεργία και ένδεια με τη λογική της αναδιανομής εισοδήματος εξασφαλίζοντας καθολική κάλυψη υπό προϋποθέσεις (εθνική σύνταξη), παράλληλα με έναν άλλο μηχανισμό που στοχεύει στην διατήρηση του εισοδήματος από την εργασία κατά την επέλευση του γήρατος.

Διαβάστε Επίσης  Σάββας Ρομπόλης: Σε μείωση της εγγυημένης σύνταξης από το 70% στο 30% οδηγεί το σχέδιο της Ν.Δ.

Σε γενικές γραμμές, ο νόμος προσφέρει το κίνητρο παραμονής στην αγορά εργασίας, αν και το επιπλέον όφελος στην συνταξιοδοτική παροχή κάποιου που θα παραμείνει εντός κοινωνικής ασφάλισης για περισσότερα χρόνια από έναν άλλον με μεσαίο ασφαλιστικό βίο δεν είναι τόσο υπολογίσιμο. Ίσως με την σχεδιαζόμενη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στους ελεύθερους επαγγελματίες, να ανατραπεί αυτή η αίσθηση τουλάχιστον για αυτήν την κατηγορία. Μια επιπλέον παράμετρος που υποσκάπτει τη λογική που διέπει τον νόμο στο θέμα της ανταποδοτικής σύνταξης είναι η εκτεταμένη εισφοροαποφυγή και εισφοροδιαφυγή. Είναι ένα ερώτημα κατά πόσο για κάποιον φαίνεται ελκυστικότερη η λύση της ανεπίσημης εργασίας ή της επίσημης ασφαλισμένης στα κατώτατα δυνατά όρια με στόχο την κατοχύρωση της εθνικής και μιας μικρής ανταποδοτικής σύνταξης από ό,τι η επιλογή της επίσημης εργασίας, που όμως με τις υπέρμετρες κρατήσεις δεν εξασφαλίζει ιδιαίτερα μεγαλύτερα ποσά σύνταξης (τουλάχιστον από αυτά που είχαμε συνηθίσει ως τώρα).

Η φιλοσοφία της νέας δομής του πρώτου πυλώνα συνεχίζει να εμφορείται από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης και τον δυναμικό ρόλο του Κράτους, ωστόσο η ευθύνη μετατοπίζεται ελαφρώς και προς το άτομο, χωρίς το Κράτος να απαλλάσσεται της εγγύησης της κοινωνικής ασφάλισης, όπως προβλέπεται στο Σύνταγμα. Η κατάργηση των κατώτατων ορίων σύνταξης (ήδη από τον νόμο 4336/2015) και η διασφάλιση μόνο ενός ελάχιστου κοινωνικού επιπέδου διαβίωσης γνέφει με νόημα προς τον εργαζόμενο ότι αν επιθυμεί υψηλότερη σύνταξη θα πρέπει να ενεργοποιηθεί: να απασχοληθεί και να ασφαλιστεί. Η κινητοποίηση του ατόμου ως στοιχείο του μπεβεριτζιανού συστήματος θα πρέπει ωστόσο να συνοδεύεται ενδεικτικά από σοβαρές ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, πολιτικές ουσιαστικής δια βίου μάθησης, τόνωσης κλάδων της οικονομίας με αξιοποίηση της καινοτομίας και της έρευνας και προσέλκυση επενδύσεων στη χώρα. Σε αντίθετη περίπτωση, η νέα αυτή μεταρρυθμιστική τομή ενδέχεται να προκαλέσει άλλα παρελκόμενα προβλήματα στον τομέα της φτώχιας κατά το γήρας, ειδικά σε ένα περιβάλλον με ελλείπουσες κρατικές συμπληρωματικές δομές –υγείας, μακροχρόνιας περίθαλψης, στήριξης της οικογένειας, πρόνοιας. Η εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης στους απομάχους του εργασιακού στίβου πρέπει να παραμένει στο επίκεντρο μαζί με την βιωσιμότητα του συστήματος. Πατώντας με το ένα πόδι στην μπεβεριτζιανή κοινωνική ασφάλιση και με το άλλο στην μπισμαρκιανή, τα βήματα πρέπει να είναι σταθερά. Θετικό βήμα στην κατεύθυνση αυτή είναι και η διάκριση που έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ συνταξιοδοτικών και προνοιακών παροχών, επιφέροντας έναν εξορθολογισμό στις δύο κατηγορίες που επιτελούν διαφορετικό σκοπό εξ ορισμού.

Η μεταρρύθμιση του ν. 4387/2016 ωστόσο περιορίστηκε στον πρώτο πυλώνα. Ο δεύτερος πυλώνας της επαγγελματικής ασφάλισης στην Ελλάδα εξακολουθεί να διέπεται από τον ν. 3029/2002 (άρθρα 7 & 8- για τα προαιρετικά Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης) και τον ν. 4052/2012 (άρθρο 36 -για τα υποχρεωτικά τέσσερα ΤΕΑ). Ειδικά επ’ αφορμή της ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης -12-2016 «για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών» , θα μπορούσε να γίνει μια εκ νέου θεώρηση του δεύτερου πυλώνα ενταγμένη στο νέο συνολικότερο υπό ανέγερση οικοδόμημα της ελληνικής κοινωνικής ασφάλισης. 

Η επαγγελματική ασφάλιση στην Ελλάδα φέρει το βάρος και την ανασφάλεια που γεννά το «ιδιωτικό» σε μια χώρα με παγιωμένη την δημόσια ταυτότητα της κοινωνικής ασφάλισης. Συνιστά την εισαγωγή ενός κεφαλαιοποιητικού στοιχείου στο κατά παράδοση αναδιανεμητικό (PAY AS YOU GO) συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας. Σ’ αυτήν την δυσπιστία, σε συνδυασμό με παράγοντες που συνδέονται με την υψηλή ανεργία, τους χαμηλούς μισθούς και τις υψηλές ασφαλιστικές κρατήσεις, μπορεί να αποδοθεί ο χαμηλός βαθμός ανταπόκρισης στην πρόσκληση του Κράτους για ίδρυση εθελοντικών ΤΕΑ (εξού και ο αριθμός τέτοιων ταμείων στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρός[7].

Περαιτέρω δε, και κατά την άποψή μου, κυριότερα, η επιφυλακτικότητα έναντι τους οφείλεται στην μη σαφή ένταξή τους συστημικά στην υπάρχουσα συνταξιοδοτική δομή. Ενώ δηλαδή, όλα υποδεικνύουν μια πορεία τριών πυλώνων ασφάλισης, η όλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια εστίασε σε ένα σημείο (πρώτο πυλώνα) χωρίς ξεκάθαρο όραμα για το περιεχόμενο του καθένα από τους πυλώνες και την εικόνα του οικοδομήματος εν όλω. Έτσι, ο θεσμός της επαγγελματικής ασφάλισης μοιάζει αίολος,  αιωρούμενος κάπου ανάμεσα, χωρίς σαφή διατύπωση της  αποστολής και της θέσης του. Η μεν προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση εισήχθη στα πλαίσια εναρμόνισής μας με την Οδηγία 2003/41 προς εξασφάλιση και τη δυνατότητας μεταφοράς των σχετικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ανά την Ε.Ε. (portability). Η δε υποχρεωτική εισήχθη στα πλαίσια της δυνατότητας που δόθηκε σε κάποια ταμεία επικουρικής ασφάλισης να μην προσδεθούν στο άρμα του ΕΤΕΑ. Αυτό που λείπει είναι το εθνικό όραμα για την συμπληρωματική ασφάλιση. Διαφορετικά, γιγαντώνεται ο πρώτος πυλώνας εις βάρος των άλλων δύο που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να συμπληρώνουν και να επαυξάνουν το συνταξιοδοτικό εισόδημα του ατόμου.  

Βέβαια, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού παραμένει δύσκολη και πρέπει να ξεπεραστούν πολλοί σκόπελοι για να γίνει πιο οικείος ο θεσμός της επαγγελματικής ασφάλισης, καθότι πρόκειται για κεφαλαιοποιητικό στοιχείο που προκαλεί αναταραχή στο άκουσμα και ανασφάλεια. Εκτός αυτού η αναμόρφωση του πρώτου δημόσιου πυλώνα ήταν αναμφίβολα ένα σημαντικό βήμα μη υποτιμητέο. Για να μην μιλάμε όμως για ένα αβέβαιο βήμα, θα πρέπει να ενισχυθούν και οι άλλοι δύο πυλώνες (επαγγελματικής ασφάλισης και ιδιωτικής) προκειμένου το οικοδόμημα να έχει σταθερότητα.

Οι επιλογές θα μπορούσαν να είναι ενδεικτικά: α. ελάχιστη εγγυημένη σύνταξη για όλους και υποχρεωτική επαγγελματική ασφάλιση με επιλογή ως προς το ύψος εισφορών β. ελάχιστη εγγυημένη σύνταξη για όλους, ανταποδοτική σύνταξη ανάλογα με τις εισφορές και επιπλέον συμπληρωματική προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση γ. η σταδιακή μετατροπή της δημόσιας επικουρικής ασφάλισης σε ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης με κεφαλαιοποιητική λειτουργία[8] είτε υποχρεωτικά ή ακόμα και προαιρετικά ως συμπλήρωμα στην σύνταξη του πρώτου πυλώνα, όπως κι αν αυτός δομείται.

Η εικόνα της επαγγελματικής ασφάλισης στην Ευρώπη, και ο ρόλος που της έχει αποδοθεί στο συνταξιοδοτικό πλάνο, αποτυπώνεται στην προαναφερθείσα Οδηγία 2016/2341 (IORP II), η οποία θα πρέπει να ενσωματωθεί το αργότερο μέχρι 13-1-2019 στην εθνική μας νομοθεσία. Το ήδη ισχύον κοινοτικό πλαίσιο ενισχύεται ως προς την διασυνοριακή δραστηριότητα, δίνει έμφαση στα θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης (fit and proper requirements– απαιτήσεις καταλληλότητας και ήθους) του ταμείου, ενδυναμώνει την προληπτική εποπτεία για τις αρμόδιες αρχές, εισάγει νέες πιο εξειδικευμένες απαιτήσεις διαχείρισης, απαιτεί την διασφάλιση διαφάνειας στην ενημέρωση των ασφαλισμένων ή των υποψηφίων μελών και την ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση (τόσο στο στάδιο προ ένταξης, όσο και στα στάδια συμμετοχής στο πρόγραμμα και εξόδου στη συνταξιοδότηση).

Κατόπιν των ανωτέρω, επανερχόμενοι στα εν αρχή τεθέντα φιλοσοφικά ερωτήματα και στις απαντήσεις που προτάσσει η εκάστοτε κοινωνία για την ζωή και την ευθύνη, μπορούμε να σημειώσουμε ότι το άτομο αναδεικνύεται πλέον σταδιακά σε πιο ενεργό δρώντα του συστήματος, αναλαμβάνοντας και αυτό τμήμα της ευθύνης για το επίπεδο ζωής του κατά την τρίτη ηλικία. Αυτή η μεταβολή φιλοσοφίας αντικατοπτρίζεται στις τρέχουσες νομοθετικές εξελίξεις στην ΕΕ, αλλά και στα ήδη δημοσιευμένα επίσημα κείμενα[9]. Στο επίκεντρο του κοινοτικού ενδιαφέροντος βρίσκεται ο εξορθολογισμός του δημόσιου πρώτου πυλώνα με σκοπό τον περιορισμό των συνταξιοδοτικών δαπανών, και την ενίσχυση της συμπλήρωσης του συνταξιοδοτικού εισοδήματος με άλλους τρόπους. Ένας από αυτούς είναι η επαγγελματική ασφάλιση, ωστόσο στα πλαίσια αυτά, εντάσσεται και η πρόταση για Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τη θέσπιση πανευρωπαϊκού ατομικού συνταξιοδοτικού προϊόντος (PEPP).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της πρότασης, το PEPP θα επιτρέψει στους καταναλωτές να συμπληρώνουν εκουσίως τις αποταμιεύσεις τους ενόψει της συνταξιοδότησής τους και να τυγχάνουν παράλληλα ισχυρής προστασίας ως καταναλωτές ανά την Ε.Ε., επιφέροντας διορθωτικές παρεμβάσεις στον κατακερματισμό που επικρατεί σε αυτού του είδους την αγορά. Αποσκοπεί δε σαφώς στην «ενθάρρυνση των Ευρωπαίων πολιτών να προνοήσουν επαρκώς για τη συνταξιοδότησή τους, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις κρίσης των ασφαλιστικών συστημάτων»[10]. Σε όλη αυτή δυναμική που αναπτύσσεται, δεν θα πρέπει να ξεχνάει κανείς την παράμετρο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πρωτίστως μια ένωση αγορών (χρηματοπιστωτικών και κεφαλαιαγορών εν προκειμένω) και μέσω όλων των πολιτικών της επιδιώκει να υπηρετεί πιστά την τόνωση των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων, με απώτερο στόχο την οικονομική ανάπτυξη.

Τα περιθώρια αντίδρασης στα σενάρια που έχουν σκιαγραφηθεί, αναλυθεί και σταδιακά εφαρμόζονται για τα εθνικά συνταξιοδοτικά συστήματα μοιάζουν πράγματι ισχνά. Η πραγματικότητα αναπόδραστη. Από τη άλλη, η ανάγκη για αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου σταθερή και επιτακτική. Όσο κι αν η ανοικτή μέθοδος συντονισμού στην κοινωνική ασφάλιση επιτρέπει κάποια ελευθερία στα κράτη- μέλη στην διαμόρφωση της συνταξιοδοτικής πολιτικής τους, ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές τοποθετούνται σε ένα ευρύτερο οικονομικό σκηνικό, όπου παράλληλα τα μέλη δεσμεύονται κατά πολύ από τις θεμελιώδεις και υποχρεωτικές ενωσιακές αρχές της ενιαίας αγοράς και οικονομίας.

Τι απομένει για το ώριμο πια έθνος-Κράτος (από τον 19ο αιώνα) να πράξει κατά βάση, και εντασσόμενο σε κάθε περίπτωση εντός των πλαισίων στα οποία λειτουργεί; Κατά την άποψή μου, η βαθύτερη απάντηση, πέραν των πορισμάτων και των εργαλείων που παρέχουν οι διοικητικές και νομικές επιστήμες, πρέπει να αναζητηθεί σε ρίζες αρχέγονες, φιλοσοφικές και πιο εσωτερικές. Αν το κράτος θεωρήσουμε ότι απέτυχε σε μεγάλο βαθμό να καλύψει τις κοινωνικές ανάγκες[11] και να προσαρμοστεί στις πραγματικότητες που διαμορφώνονται διαχρονικά, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε αν αποτύχαμε κι εμείς ως κοινωνία, ως άτομα μαζί του. Η κοινωνία οφείλει να αναστοχαστεί. Τι όραμα έχει για το μέλλον, για τις επερχόμενες γενεές, για την ποιότητα ζωής. Και έπεται κάθε μεταρρύθμιση…

———————— ———————- ——————–

[1] Κομουνιστικό Μανιφέστο το 1848, την Πρώτη Διεθνή το 1864, την Κομούνα του Παρισιού το 1871

[2] A systems analysis of political life, D. Easton (1965).

[3] Χαρακτηριστικό παράδειγμα με το ΝΑΤ, που ήταν ο πρώτος οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, που το διάταγμα ψηφίστηκε από το 1836 και εφαρμόστηκε το 1861. Επίσης, το 1929 ο Βενιζέλος εξήγγειλε την εφαρμογή γενικευμένου συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης, ψηφίζοντας τον Ν. 5733/1932, ο οποίος δεν εφαρμόστηκε γιατί υπήρξε πολιτική αστάθεια. Ψηφίστηκε νέος νόμος (Ν. 6296/1934) «περί ιδρύσεως του ιδρύματος κοινωνικής ασφάλειας (ΙΚΑ)», οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από 19/12/1937 επί δικτατορίας Μεταξά.

[4] Βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 3655/2008.

[5] Ήδη από το 2012 είχε πραγματοποιηθεί ενοποίηση και στους φορείς επικουρικής ασφάλισης (ΕΤΕΑ), ενώ πλέον με το ΕΤΕΑΕΠ από 1-1-2017 (άρθρο 74  ν. 4387/2016) ενοποιήθηκε και η παροχή εφάπαξ και εντάχθηκε και αυτή στο ΕΤΕΑΕΠ.

[6] Σημειωτέον ότι o θεσμός της εθνικής σύνταξης δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην καθολική παροχή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος του αγγλοσαξωνικού μοντέλου, που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχουν όλοι οι διαμένοντες νόμιμα στη χώρα ανεξαρτήτως εισφορών. Επίσης, το ελληνικό υβρίδιο δεν είναι flat rate καθώς το ύψος της εθνικής σύνταξης υφίσταται μειώσεις ανάλογα με τα χρόνια διαμονής και τα χρόνια ασφάλισης.

[7]11 Ταμεία: Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (ΝΠΙΔ) (ΦΕΚ Β 727/14/5/2004)

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Οικονομολόγων (ΝΠΙΔ, ΦΕΚ Β’ 1307 – 26/8/2004)

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Προσωπικού ΕΛΤΑ (ΝΠΙΔ, ΦΕΚ Β’ 1364 – 6/9/2004)

Επαγγελματικό Ταμείο Ασφάλισης Γεωτεχνικών (ΝΠΙΔ, ΦΕΚ Β’ 818 – 4/7/2004)

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Προσωπικού Καζίνο (ΝΠΙΔ, ΦΕΚ Β’ 2192 – 23/10/2008)

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδος (ΝΠΙΔ, ΦΕΚ Β’ 1028 – 29/5/2009)

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Ελληνικού Τμήματος Διεθνούς Ενώσεως Αστυνομικών (ΝΠΙΔ, ΦΕΚ Β’ 1903 – 4/9/2009).

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Προσωπικού των εταιρειών Johnson and Johnson Ελλάς ΑΕΒΕ και Janssen-CILAG Φαρμακευτική ΑΕΒΕ(ΝΠΙΔ, ΦΕΚ Β’ 715 – 26/5/2010).

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Προσωπικού Interamerican (ΝΠΙΔ, ΦΕΚ Β’ 1279 – 6/8/2010).

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών (ΤΕΑ – ΣΟΕΛ)

Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΤΕΑ – ΙΣΘ)

[8] Σημειωτέον ότι από το 2012 (ν. 4052/12) έχει θεσπιστεί ως νέος τρόπος υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης  για όσους ασφαλίζονται για πρώτη φορά από 1.1.2001 το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση, με ατομικές μερίδες των ασφαλισμένων (ΥΑ οικ.23123/785/7.6.2016 -ΦΕΚ Β΄1604) αντί του αναδιανεμητικού που ίσχυε ως τότε.

[9] Λευκή βίβλος με τίτλο Ατζέντα για επαρκείς, ασφαλείς και βιώσιμες συντάξεις, COM(2012) 55 τελικό, 16 Φεβρουαρίου 2012.

[10] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:52017PC0343&from=EN

[11] Νεοφιλελεύθερη κριτική.

Διαβάστε Επίσης  Ορίζοντας και Προσεγγίζοντας Μεθοδολογικά την Παιδική Ευημερία

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!