Η αγία αγροτική οικογένεια | Μύθος και πραγματικότητα εντός των Βαλκανίων

Πηγή φωτογραφίας: periodpaper.com

Χριστίνα Μαργιώτη 

Προπτυχιακή Φοιτήτρια

Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής

Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Εισαγωγή

Η παρούσα εργασία έχει σκοπό να αποδείξει πως η πολιτισμική μεταστροφή που παρατηρείται στον αγροτικό χώρο των Βαλκανίων σχετίζεται με την ταυτόχρονη διάδοση ενός διττού Ευρωπαϊκού Λόγου. Στο πρώτο μέρος της μελέτης μας απαριθμούμε τους διάφορους μεθοδολογικούς προβληματισμούς που αναπτύχθηκαν κατά την ερευνητική διαδικασία. Έπειτα καταπιανόμαστε με την ανάλυση του φιλελεύθερου αυτού λόγου, που εκτυλίσσονταν γύρω από την ιδέα του έθνους κράτους και ήθελε του βαλκάνιους λαούς συγχρόνως, υποτελείς στους ευρωπαίους και εθνικώς αυτόνομους. Στη συνέχεια αναλύονται τα αποτελέσματα της δυτικής διείσδυσης στα βαλκάνια, τα οποία εντοπίζονται τόσο στον μεγαλοϊδεατισμό και τη θυματική ταυτότητα, όσο και στη διττή όψη που αποκτά σταδιακά ο πολιτισμός της υπαίθρου.

Έπειτα επιχειρείται η ανάλυση των προκαπιταλιστικών τύπων οργάνωσης της βαλκανικής υπαίθρου προκειμένου να αναδειχθεί o ενεργητικός ρόλος της οικογένειας εντός τους. Τέλος θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε πως η λειτουργία της οικογένειας ως βασικού φορέα φροντίδας, αλληλεγγύης και πρόνοιας στα πλαίσια της προκαπιταλιστικής κοινότητας σχετίζεται έντονα με την μετέπειτα υιοθέτηση των νέων τύπων κορπορατιστικής και συντεχνιακής κοινωνικής πολιτικής στις συγκεκριμένες χώρες.

Κεντρική υπόθεση εργασίας μας  αποτελεί η άποψη ότι τα ιδεολογικού τύπου ζητήματα που εντοπίζονται στο κοινωνικό πεδίο αντανακλούν στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της οικογενειακής δομής και το αντίστροφο. Θα υποστηρίξουμε, πως η διατήρηση της λειτουργίας και της σημαντικότητας του ρόλου της οικογενειακής δομής στην οργάνωση της συλλογικής ζωής είναι που θολώνει τη διαδικασία της μετάβασης από την παραδοσιακή στη σύγχρονη βαλκάνια αγροτική κοινωνία. Αυτό είναι επίσης που «επιβάλλει» την μετέπειτα εδραίωση ενός κορπορατιστικού – συντεχνιακού μοντέλου σε κάθε μια από τις Βαλκάνιες Χώρες ως τρόπου υπεράσπισης της παραδοσιακής κοινωνίας εντός της καπιταλιστικής συνθήκης. Με δυο λόγια κεντρική μας θέση είναι ότι η οικογένεια λειτουργούσε ως μοχλός χαλάρωσης των κοινωνικών πιέσεων, ακριβώς επειδή διακρίνεται από τη δημιουργία ενός πλέγματος φαντασιακών σχέσεων, εντός του οποίου ιδιότητες του ατόμου μετατίθενται  στο οικογενειακό και από κει στο συλλογικό – κοινοτικό σώμα. Κεντρική φιγούρα σε αυτή την διαδικασία μεταθέσεων αποκτά, όπως θα δούμε η γυναίκα ως μάνα.  

Η εργασία έχει προκύψει από την μελέτη έργων που χρησιμοποιούν διαφορετικές προσεγγίσεις-μεθοδολογίες (εμπειρική κοινωνιολογική μέθοδος, κοινωνιολογική- ιστορική παρατήρηση,  ψυχαναλυτική προσέγγιση, ιδεολογική προσέγγιση) και ως αποτέλεσμα, η διάρθρωσή της είναι επηρεασμένη από τα έργα που μελετήθηκαν. Θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για ένα εγχείρημα ποιοτικού χαρακτήρα. Αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια , στα οποία συντίθενται ιστορικά γεγονότα με διάφορες  κοινωνιολογικές και ψυχαναλυτικές παρατηρήσεις.

 

Μεθοδολογικές επισημάνσεις

Πριν περάσουμε στην ανάλυση των θέσεων που χρησιμοποιούνται ως θεωρητικό υπόβαθρο για την μελέτη μας, κρίνουμε αναγκαίο να αναφέρουμε τις βασικές προβληματικές που συναντήσαμε κατά την διεξαγωγή της. Οι δυσκολίες που προέκυψαν έχουν κυρίως να κάνουν με την συνύπαρξη δύο διακριτών πολιτισμών (βαλκάνιος- αγροτικός – λαϊκός και ευρωπαϊκός- βιομηχανικός – αστικός) στο κατά τ’ άλλα ενιαίο κοινωνικό πλαίσιο της βαλκανικής υπαίθρου κοινωνίας. «Ο αγροτικός χώρος ως κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό τοπίο, μέσα από την ιστορική του διαδρομή, προβάλλει για τους μελετητές ως προνομιακό αλλά και ταυτόχρονα ως ιδιαίτερα δύσκολο πεδίο μελέτης»[1]. Πράγμα που συμβαίνει ακριβώς επειδή «διακρίνεται για την ταυτόχρονη και έντονη παρουσία του παραδοσιακού και σύγχρονου στοιχείου»[2]. Όπως θα υποστηρίξουμε παρακάτω το φαινόμενο αυτό δεν θα μπορούσε να υφίσταται χωρίς την εμπλοκή της οικογένειας στην όλη διαδικασία. Η οικογένεια, μέσα από την γυναικεία φιγούρα καταφέρνει να γίνεται ταυτόχρονα φορέας της παλιάς αγροτικής – ποιμενικής συνείδησης και κουλτούρας ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνει στον λόγο της τον λόγο των Μεγάλων Δυνάμεων, σχετικά με τη Μεγάλη Ιδέα και τον αλυτρωτισμό, τον εκσυγχρονισμό και τη θυματική ταυτότητα Βαλκανίων. Λειτουργεί ταυτόχρονα ως μήτρα αγροτικής μνήμης και ως κιβωτός των ευρωπαϊκών αναπαραστάσεων.

Ένα από τα προβλήματα που συναντά κανείς όταν καταπιάνεται με την μελέτη της αγροτικής κοινωνίας είναι η ασάφεια των ορίων μεταξύ των ιστορικών σταδίων της εξέλιξής της (μετάβαση από την «παραδοσιακή» στη «σύγχρονή» βαλκανική αγροτική κοινωνία). Κατά την μετάβαση από την προκαπιταλιστική στην καπιταλιστική κοινωνία οι οικογενειακοί σχηματισμοί που από πολυάριθμοι και γενεαλογικά εκτενείς έχουν μετατραπεί σε πυρηνικούς, διατηρούν ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που μελετήσαμε παραπάνω. Ίσως αυτή να είναι η αιτία της σύγχυσης των ιστορικών σταδίων.

 «Η οικογένεια συνεχίζει να αποτελεί κύτταρο ζωής, κύτταρο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό και κύριο άξονα αναφοράς των οικονομικών συμφερόντων των μελών της. Αποτελεί αρχετυπικό πεδίο κοινωνικοποίησης και πρωταρχικό χώρο διαμόρφωσης της ταυτότητας και σταθερό σημείο αναφοράς των μελών του. Είναι το όνομά τους και η κοινή τους μοίρα.»[3]. Η οικογένεια συνεχίζει να «κινείται γύρω από μία ποσότητα μέσων παραγωγής (γης, κεφαλαίου,εργασίας)»[4]. Ο στόχος στον οποίο αποβλέπει παραμένει ο ίδιος, δηλαδή η αναπαραγωγή της και βάσει αυτού συνεχίζει να «διαμορφώνει τους όρους κατανομής των ρόλων και της εξουσίας, τις συνιστώσες της εργασιακής ηθικής καθώς και τις στρατηγικές διαχείρισης του εισοδήματος, της κατανάλωσης και της κινητικότητας των μελών»[5]. Το ενδιαφέρον και κυριολεκτικά ριζοσπαστικό στοιχείο που διατηρείται στη λειτουργία της οικογένειας παρά τη μετάβαση στην καπιταλιστική μορφή κοινωνίας είναι η «απουσία κάθε έννοιας ατομικής αμοιβής» όσον αφορά την εργασία εντός της αγροτικής οικογενειακής εκμετάλλευσης. Η οικογένεια, με τους μηχανισμούς ασφαλείας που αναπτύσσει συνεχίζει να αποτελεί «το αμυντικό περίβλημα του ατόμου έναντι των εξωτερικών κινδύνων αλλά και βάση εκκίνησης για την διαπραγμάτευση του στο δημόσιο χώρο»[6]. Συνεχίζει δηλαδή να λειτουργεί ως ο κύριος διαμεσολαβητής μεταξύ ατόμου – πολίτη και ανώτατων θεσμών- Κράτους, συμβάλλοντας καταλυτικά στη συνέχιση της οικονομίας των μεταθέσεων που αναλύσαμε στο προηγούμενο τμήμα της μελέτης μας. Τέλος βρίσκεται ακόμα «στο κέντρο αλληλοδιάδοχων και αλληλοσυμπληρούμενων κοινωνικών ομαδώσεων : Άτομο – Οικογένεια – Συγγενείς- Γείτονες – Κοινότητα»[7]. Ως σύστημα εξακολουθεί «να διαμορφώνει ένα πλέγμα αξιών και μηχανισμών κοινωνικής συμμόρφωσης που αποβλέπουν στο να δυσχεραίνουν το άτομο να σπάσει τα δεσμά του»[8]

Όσον αφορά τα παραπάνω θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε ορισμένα βασικά συμπεράσματα. Αρχικά η δυσκολία που εντοπίζεται στο διαχωρισμό των σταδίων μετάβασης από την παραδοσιακή στην σύγχρονη βαλκανική αγροτική κοινωνία, μπορούμε να πούμε πως οφείλεται στο ότι η οικογένεια συνεχίζει να δρα ως φορέας επιβίωσης του προκαπιταλιστικού αξιακού συστήματος, ως μήτρα φαντασιακών σχέσεων οι οποίες αντανακλούν σε συγκεκριμένες ιεραρχήσεις και ρόλους, που τελικά αποτυπώνονται τόσο στο ατομικό, όσο και στο συλλογικό – κοινοτικό Εγώ. Η ιδιότυπη για την καπιταλιστική συνθήκη, λειτουργία της οικογένειας είναι που διχάζει τον ερευνητή κατά την περιοδολόγηση και που θολώνει τα χρονικά όρια μετάβασης από το ένα ιστορικό στάδιο στο άλλο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η οικογένεια λειτουργούσε ως διοικητική δομή, δηλαδή ως δομή εξουσίας ήδη από τα προκαπιταλιστικά χρόνια, διατηρώντας αυτόν της τον ρόλο, βρέθηκε να είναι βασικός φορέας κοινωνικής πολιτικής και πρόνοιας στα καπιταλιστικά πλέον Βαλκανικά Κράτη. Η ευκολία επιλογής της οικογένειας ως μοχλού χαλάρωσης κοινωνικής πίεσης έγκειται στο γεγονός, ότι αυτή  ήδη ενσωμάτωνε τις λειτουργίες της προκαπιταλιστικής παραγωγής (παραγωγή αξιών χρήσης) και θα μπορούσε να ενσωματώσει εκείνες της καπιταλιστικής παραγωγής (παραγωγή ανταλλακτικών αξιών), λόγω της φύσης της ως αυτοσυντηρούμενου μηχανισμού παραγωγής και αναπαραγωγής, τουλάχιστον κατά την αρχική περίοδο της δημιουργίας των ανεξάρτητων βαλκανικών κρατών. Το παράδοξο στην νέα καπιταλιστική συνθήκη είναι, πως η αγροτική οικογένεια βρίσκεται εγκλωβισμένη στη μικρή οικογενειακή καλλιέργεια και την διαπραγματευτική αδυναμία που αυτή συνεπάγεται, έχει μειωθεί ο αριθμός του δυναμικού της, το κράτος δεν της παρέχει καμία υποστήριξη, το κύρος του ρόλου της δεν αναγνωρίζεται, η εκμετάλλευση η οποία υφίσταται λειτουργώντας ως αμνιακός σάκος για την εκκόλαψη των νέων καπιταλιστικών αξιών και ως βασικός τροφοδότης για την κάλυψη των αναγκών της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας αγγίζει τα όρια του παράλογου. Ενώ λοιπόν η συνθήκη είναι εντελώς καινούρια και η σημαντικότητα της οικογένειας ως κοινωνικής δομής αναγνωρίζεται σε πολύ μικρότερο βαθμό, ο ρόλος που της ζητάται να επιτελέσει, στα νέα καθεστώτα πρόνοιας των βαλκανικών κρατών παραμένει ο ίδιος, και το επίπεδο εκμετάλλευσης της φαίνεται αρκετά υψηλό.

Ο διχασμένος και διχαστικός βαλκάνιος πολιτισμός

Η Ευρωπαϊκή Διείσδυση και η Πολιτισμική Μεταστροφή : (εθνική) ανεξαρτησία και υποτέλεια (στη Δύση)

«Ο έντονος εθνοκεντρισμός, άχρονη οπτική και η μυθοποίηση του υπό μελέτη αντικειμένου (λαός και  πολιτισμός του) αποτελούν μερικά από τα κοινά χαρακτηριστικά της βαλκάνιας παθολογίας κατά τη στροφή από τον 19ο στον 20ο αι. Η παράδοση κάθε λαού αντιπαρατίθεται στην παράδοση των βαλκάνιων αδελφών και  συνδέεται ταυτόχρονα με την παράδοση της Δυτικής Ευρώπης»[9]. «Παρατηρείται έντονη μια τάση με κατεύθυνση την πολιτισμική και πολιτιστική κανονικοποίηση και καθώς και μια σύγχυση ανάμεσα σε δύο τάξεις φαινομένων»[10]. Όλα αυτά τελούνται υπό το πρίσμα της Μεγάλης Ιδέας. «Το πολιτισμικό γεγονός, το οποίο αποτελεί εθνολογική κατηγορία συγχέεται με το εθνικό γεγονός που εντάσσεται στην ιστορική κατηγορία»[11], και έτσι ένας λαός με αγροτική κουλτούρα καλείται να ενσωματωθεί στον βιομηχανικό τρόπο ζωής που επιβάλουν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Οι λάθος πολιτικοί χειρισμοί αποτυπώνονται με τον πιο έντονο τρόπο στο σώμα της βαλκανικής χερσονήσου. Το εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο της, δεν ήταν καθόλου εύκολο να υποταχθεί στο ευρωπαϊκό πολιτισμικό πλαίσιο. Ο τρόπος οργάνωσης της ζωής, η κουλτούρα, καθώς και η οικονομική δραστηριότητα, πραγματοποιούνται εκεί βάσει εντελώς διαφορετικών αξιών από τις καπιταλιστικές.

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, στο έργο του «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974»[12], υποστηρίζει ότι όλες οι πολιτικές στρεβλώσεις, οι φυλετικοί ανταγωνισμοί, και οι λανθασμένες πολιτικές στρατηγικές που παρατηρούνται στην περιοχή των Βαλκανίων οφείλονται στο γεγονός ότι τα Βαλκάνια θα έπρεπε να αποτελούν αυτόνομο γεωπολιτικό χώρο, με τον τρόπο που το ονειρεύτηκε ο Ρήγας Φεραίος [13]. Ακριβώς όμως επειδή οι βαλκανικές χώρες δεν ήταν ούτε αρκετά ισχυρές, ούτε αρκετά πολιτισμένες (τουλάχιστον όχι με τον ατομικιστικό τρόπο που εννοούν τον πολιτισμό οι ευρωπαίοι των Μεγάλων Δυνάμεων) αναγκάστηκαν να υποταχθούν σταδιακά, παρά τις αντιστάσεις που έδειξαν, στο σχέδιο των Μεγάλων Δυνάμεων.

Σταδιακά απέκτησαν ανεξάρτητα εθνικά κράτη, τα οποία δεν ήταν και τόσο καθαρά από εθνικής απόψεως, καθώς στην περιοχή κατοικούσαν ποικίλες εθνότητες με μοναδικό κοινό τους στοιχείο την θρησκεία και όχι την καθαρότητα της φυλής. Το γεγονός αυτό φυσικά γνώριζαν και παραδόξως σεβάστηκαν οι Οθωμανικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν την περιοχή πριν τον 19ο αι. Σε αντίθεση με αυτές, οι νέες πολιτισμένες κατακτήτριες Ευρωπαϊκές δυνάμεις, προσπάθησαν να οργανώσουν το χώρο στη βάση του δικού τους προτύπου γεωγραφικής οργάνωσης και διοίκησης, δηλαδή του έθνους κράτους. Προκειμένου να οικοδομηθούν αυτόνομα έθνη κράτη, αναπτύχθηκε και ενθαρρύνθηκε η διάδοση ενός λόγου περί εθνικής καθαρότητας της περιοχής, ο οποίος αδιαφορούσε για τα φυσικά χαρακτηριστικά του εθνικού χώρου. Αυτή η προβληματική και άρον-άρον προσπάθεια προσάρτησης των Βαλκανίων στην ευρωπαϊκή οικογένεια χωρών αμέσως μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, όπως υποστηρίζει ο Ραφαηλίδης, οφείλεται στην ιδιαίτερη θέση που έχει η περιοχή στον παγκόσμιο χάρτη. Η γεωστρατηγικά σημαντική βαλκανική χερσόνησος φαίνεται παράμερη, δεν μοιάζει να αποτελεί ούτε τμήμα της κεντρικής ούτε δυτικής ή ανατολικής Ευρώπης. «(Τα Βαλκάνια) ανήκουν παντού και πουθενά. […]Το εθνολογικό κομφούζιο που δημιουργούν οι μπερδεμένοι λαοί των βαλκανίων δεν επιτρέπει ούτε μια διαρκή συνεννόηση με σταθερές συμμαχίες, ούτε σαφή καθορισμό συνόρων βαλκάνιων κρατών»[14].

Αντιθέτως το κομφούζιο αυτό επέτρεψε την εμφάνιση ενός ιδιόμορφου παραδόξου στην περιοχή. Το παράδοξο ξεκινά με την επιλογή των «δομικών υλικών» για τα βαλκανικά εθνικά οικοδομήματα. Τα υπόλοιπα έθνη κράτη της Ευρώπης δομήθηκαν στον άξονα ενός συγκεκριμένου κρατικού μηχανισμού και στη συνέχεια επιχείρησαν την εθνική τους συνοχή μέσα από μια ισχυρή εθνική ιδεολογία. Πέρασαν σαν να λέμε από δυο κατασκευαστικά στάδια με πρώτο αυτό που έχει να κάνει με την οργάνωση του κράτους και δεύτερο αυτό που αφορά στην ιδεολογική συγκρότηση του έθνους. Η κατασκευή των βαλκάνιων κρατών φαίνεται να βασίζεται σε μια πλήρως αντεστραμμένη διαδικασία. Με δύο λόγια, ενώ είναι κοινώς αποδεκτό ότι το κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που περιλαμβάνει τα βαλκάνια είναι πολυφυλετικό, κατοικείται δηλαδή από ποικίλες εθνότητες και ότι η «κατασκευαστική διαδικασία» ενός έθνους κράτους περιλαμβάνει δύο συγκριμένα επίπεδα με συγκεκριμένη χρονική σειρά, επιχειρείται η συγκρότηση αυτών των κρατών με άξονα την εθνική καθαρότητα, χωρίς να υπάρχει κρατικός μηχανισμός προς λειτουργία και χωρίς φυσικά να υπάρχει φυλετική καθαρότητα σε αυτή την γεωγραφική έκταση. Σε δεύτερο επίπεδο επιχειρήθηκε η συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού σε καθένα από αυτά κράτη.

Την στιγμή της δημιουργίας των ανεξάρτητων βαλκανικών εθνών-κρατών, εμφανίζεται ένας ιδιότυπος, φιλελεύθερος, ευρωπαϊκός λόγος, ο οποίος λειτουργεί ως ιδεολογικό αποκούμπι αυτής της «από τα έξω» επιβεβλημένης εθνικής ιδεολογίας. Ο λόγος αυτός φαίνεται να έχει, δύο κατευθύνσεις, δύο άξονες και δεν θα ήμασταν υπερβολικοί αν λέγαμε πως έχει και δύο πρόσωπα. Από την μια φαίνεται να αρθρώνεται με άξονα μια εθνική ιδεολογία, η οποία συνδέεται με μια Μεγάλη Ιδέα που απαντά σε όλες στις βαλκανικές χώρες και από την άλλη στο λεξιλόγιό του ενσωματώνονται λέξεις όπως kleinstaaterei [15](σύστημα μικροσκοπικών κρατών) και «βαλκανιοποίηση», λέξεις με μειωτικό χαρακτήρα, που χρησιμοποιούνται ως πολιτικές προσβολές, εφόσον χαρακτήριζαν έθνη μη βιώσιμα οικονομικά και πολιτισμικά, έθνη που ήταν «ανάξια» να θεωρούνται έθνη. Δημιουργείται έτσι ένα νέο ενδο-ομαδικό και διομαδικό πλαίσιο λόγου, που λειτουργεί με άξονα το στερεότυπο, το οποίο αποδίδεται στα «μικροσκοπικά κράτη» για να δικαιολογήσει την σχέση κυριαρχίας μεταξύ αναπτυγμένων και υποανάπτυκτων περιοχών. Έτσι, ο Άλλος δεν είναι απλά διαφορετικός, αλλά και κατώτερος, και η ανωτερότητα των βιομηχανικών περιοχών δεν είναι δυνατή παρά μόνο σε σχέση με την κατωτερότητα των υπανάπτυκτων-αγροτικών. Με δύο λόγια από αυτό το σημείο ο φιλελεύθερος λόγος δημιουργεί μια σχέση ιεραρχικής αλληλεξάρτησης που απαιτεί μια αναπαραστασιακή σχέση, η οποία προσφέρει μια νομιμοποίηση όσον αφορά στις ανισότητες και μια σταθερότητα όσον αφορά στο σύστημα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ένταξη αυτών των λέξεων στο διεθνές διπλωματικό λεξιλόγιο σήμαινε και ένα αίσθημα αστάθειας, αβεβαιότητας, κι διαρκούς κινδύνου για την ευρωπαϊκή ειρήνη απέναντι στις βαλκανικές χώρες, εξαιτίας της αδυναμίας να προκύψουν σ αυτή την περιοχή «καθαρά» εθνικά κράτη, στη βάση των εθνοτήτων που κατοικούν σε σαφώς διακεκριμένες μεταξύ τους περιοχές.

Για να επιστρέψουμε στο ζήτημα της προβληματικής οικοδόμησης των Βαλκανίων και της λειτουργίας του φιλελεύθερου λόγου που εμφανίζεται στην περιοχή ως μανδύα απόκρυψης αυτής της προβληματικής, αυτό που επιχειρείται είναι, να τονισθεί η εθνική καθαρότητα των χωρών μιας πολυεθνικής και πολυφυλετικής περιοχής, χωρίς όμως να υπερτονισθεί η εθνική τους ανεξαρτησία περισσότερο από την κατωτερότητα τους από τις ευρωπαϊκές βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες. Παρατηρείται συγχρόνως μια προσπάθεια να υπερτονιστεί ο αστικός κοσμοπολίτικος πολιτισμός και να υποβαθμιστεί ο ρόλος του λαϊκού αγροτικού πολιτισμού. Συγκεκριμένα στον χώρο των κοινωνικών επιστημών αναπτύσσονται συζητήσεις περί ύπαρξης ή μη λαϊκού πολιτισμού. Το γεγονός αυτό η Μαρία Γκασούκα, στο έργο της «Κοινωνικές Λαογραφικές Παράμετροι»[16],  το αποδίδει σε μια προσπάθεια ακύρωσης του λαού ως ενεργητικού δημιουργού της ιστορίας και του πολιτισμού. Παρατηρεί μια σχετική  υποχώρηση εννοιών και αντιλήψεων σχετικά με τη συλλογική δημιουργία, που κυριαρχούσε σε αυτές της κοινωνίες, χάριν της ατομικής δραστηριότητας, η οποία προβάλλεται ως βασική καπιταλιστική αξία.

Επιχειρείται έτσι η πολιτισμική διάδοση των ευρωπαϊκών αστικών αξιών στις χώρες της βαλκανικής υπαίθρου, σε χώρες δηλαδή που χαρακτηρίζονταν από την αγροτική κουλτούρα. Εξαιτίας λοιπόν αυτής της συνύπαρξης δύο διακριτών πολιτισμών σε ένα ενιαίο κοινωνικό πλαίσιο, παρατηρούνται διάφορες πολιτισμικές ιδιομορφίες στα Βαλκάνια. Αυτές αφήνουν το αποτύπωμά τους  στην κοινωνική και οικονομική καθυστέρηση της περιοχής. Θα μπορούσαμε έτσι να πούμε, ότι ενδεχομένως ο σύγχρονος βαλκάνιος πολιτισμός, να αποτελεί περισσότερο μια ευρωπαϊκή επινόηση, όπως ο σιδηρόδρομος, τα αντιβιοτικά και ο τηλέγραφος, παρά αποτύπωμα της φυσικής ανάγκης για την οργάνωση της ζωής των ίδιων των κοινοτήτων.

Συνεπώς δημιουργείται ένα νέο καθολικό πολιτιστικό ιδεώδες, που αντανακλά τα ιδεώδη της κυρίαρχης ομάδας, δηλαδή των Μεγάλων Δυνάμεων, όπου καθολικότητα επιτυγχάνεται με διαδικασίες καταναγκασμού. Οι υποτελείς βαλκάνιοι ενσωματώνουν τις απόψεις των κυρίαρχων Ευρωπαίων μέσα από την χρήση της βίας και της πειθάρχησης. Η Γκασούκα εντοπίζει τον κίνδυνο αυτή η ευρωπαϊκή διείσδυση «να οδηγήσει σε ενσωματώσεις στην κουλτούρα της ισχυρότερης ομάδας, να υπάρξει δηλαδή μια υπαγωγή με συνέπεια την εξαφάνιση της κουλτούρας των λιγότερο ισχυρών πολιτισμικών ομάδων [17]», δηλαδή των βαλκάνιων. Υπογραμμίζει ότι «Αυτό (είναι που) προκαλεί πλήγμα στην κοινωνική υπερδομή»[18]

Τα παράδοξα και ο εγγενής διχασμός της βαλκάνιας παθολογίας

Το κύμα μεγαλοϊδεατισμού που ξαφνικά προβάλει στα Βαλκάνια, φαίνεται να συνδέεται με μια θυματική ταυτότητα, την οποία υιοθετεί η κάθε χώρα για τους δικούς της λόγους. Σύμφωνα με τον Πασκάλ Μπρυκνέρ η ταυτότητα αυτή, αποτελεί παράδοση, οι ρίζες της οποίας εντοπίζονται στη μακρόχρονη και ταραχώδη ιστορία του τόπου, εκείνη της τούρκικης κατοχής και της αψβουργιανής επικυριαρχίας, που αποτέλεσαν τις γεννήτριες ενός εξημμένου εθνικισμού, ο οποίος αποζητά παθιασμένα ηρωισμούς και περίλαμπρα κατορθώματα[19].  Οι συνεχείς μετακινήσεις και οι συχνές συνοριακές αλλαγές που χαρακτηρίζουν τις περιοχές, προκάλεσαν στους βαλκάνιους λαούς ένα μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας, ένα άγχος του ξεριζωμού και της εξορίας σε εχθρικά εδάφη. Θεωρούν τους εαυτούς τους κληρονόμους μιας Αυτοκρατορίας που δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν πιστεύουν ότι άξιζαν ένα πεπρωμένο, που τους ξέφυγε και που θα έπρεπε να είναι εξίσου μεγαλειώδες με το παρελθόν τους.

Η θυματική αυτή ταυτότητα ως μέρος της βαλκάνιας παθολογίας, συνδέεται άμεσα με μια  πίστη στο μοιραίο του μαρτυρίου τους και με μια ψύχωση σχετική με το πένθος, τον αφανισμό και τον θάνατο. «Ολόκληροι λαοί βυθίζονται  στη βεβαιότητα πως είναι προορισμένοι για οδύνη», πράγμα που, «γεννά ένα συναίσθημα αριστοκρατικού μεγαλείου που καταφέρνει να αφυπνίσει τα επί δεκάδες αιώνες κοιμισμένα  προγονικά αισθήματα και να τα θέσει στην υπηρεσία του μεγαλοιδεατισμού»[20]. Αυτή η ταυτότητα, τελικά προσφέρει σε χώρες που δεν νιώθουν κυρίαρχες (δηλαδή σε  υποτελείς χώρες που βιώνουν την ανεξαρτησία τους σαν μια επώδυνη εμπειρία) «τις βάσεις για μια καθαρά μνησίκακη πολιτική»[21]. Σύμφωνα με τον Ραφαηλίδη «Μεγάλη ιδέα είναι η Μεγάλη Ιδέα που έχει κανείς για τον εαυτό του. Που αν δεν μπορεί να την αντλήσει από τον ίδιο του τον εαυτό την αντλεί από τους προγόνους του, ώστε να αισθάνεται και αυτός σπουδαίος από σπόντα. Από ψυχολογικής απόψεως, η Μεγάλη Ιδέα έχει σχέση με τον εγωισμό και μάλιστα με της παθολογική παραλλαγή του που λέγεται “σολιψισμός”.»[22] [23]

Το παράδοξο της παθολογίας έρχεται να συμπληρωθεί από ένα μορφολογικό παράδοξο, το οποίο εντοπίζεται στις δύο όψεις της πολιτισμικής ταυτότητας των Βαλκανίων. Η όψη της κυρίαρχης ιδεολογίας, που κοιτάζει προς την Δύση, συνυπάρχει με εκείνη της λαϊκής κουλτούρας και των σχετικών πολιτισμικών πρακτικών, η οποία στρέφεται προς Ανατολάς [24]. Το φαινόμενο αυτό υπογραμμίζει την ύπαρξη, στους κόλπους του ίδιου κοινωνικού σχηματισμού (χώρος της υπαίθρου), δύο διακριτών παραδόσεων, μιας λόγιας και μιας λαϊκής [25].  Αυτές οι παραδόσεις μεταφράζουν στον πολιτισμικό χώρο τις δύο διαφορετικές απαντήσεις που δίνονται στους καταναγκασμούς του φυσικού και κοινωνικού περιγύρου από τις δύο θεμελιακές κοινωνικές τάξεις, την τάξη των κυρίαρχων και εκείνη των κυριαρχούμενων [26]. Με λίγα λόγια αυτές οι διαφορετικές πολιτισμικές όψεις εντός του κοινού συλλογικού σώματος, συμπυκνώνουν δύο διαφορετικούς τρόπους απάντησης στο φλέγον εθνικό ζήτημα της Μεγάλης Ιδέας. Οι παράγοντες που συντελούν σε αυτή τη διχοτόμηση, αφορούν  βασικά στην εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής, την όξυνση των ταξικών αντιθέσεων και τη συνολική περιρρέουσα κοινωνία και των σχέσεων με τις επιχώριες κοινότητές. Στις βαλκάνιες αγροτικές κοινωνίες εντοπίζονται πολλές τοπικές πολιτισμικές παραδόσεις, πολλοί σχετικά αυτόνομοι υπό-πολιτισμοί καθώς και επιχώριες κυρίαρχες τάξεις (ολιγαρχίες – γαιοκτήμονες,) χωρίς δική τους κουλτούρα και με εμφανή την τάση προς υιοθέτηση των πολιτισμικών παραδείγματων της ηγέτιδας τάξης, δηλαδή της αστικής [27]

Το κοινωνικό υπόβαθρο του λαϊκού πολιτισμού αποτελείται κατεξοχήν από φτωχά, εξαθλιωμένα κοινωνικά στρώματα τα οποία υφίστανται τεράστια εκμετάλλευση. Οργανώνεται γύρω από την ύπαρξη δικτύων προσωπικής αλληλεξάρτησης, χαρακτηρίζεται δηλαδή από  σχέσεις συγγένειας, γειτνίασης, πελατείας [28]. Παρατηρείται μια σύγχυση όσον αφορά τους κοινωνικούς ρόλους καθώς και μια ομοιογένεια στον τρόπο ζωής. Τα μέλη της κοινότητας έχουν κοινή θέση στον τρόπο παραγωγής, που χαρακτηρίζεται από χαμηλό καταμερισμό εργασίας και αποτελεί τελικά μια συλλογική και ανώνυμη διαδικασία κόντρα στην εξατομίκευση της βιομηχανικής παραγωγής.

Η λαϊκή πολιτισμική παραγωγή έχει σκοπό την διαφύλαξη της συνοχής, την διαιώνιση της επιχώριας συμβιωτικής ομάδας. Αναλαμβάνει έτσι, τον ρόλο της αντίστασης και της αντιπαράθεσης των καταπιεζόμενων ενάντια στους δυνάστες τους. Η λειτουργικότητα του λαϊκού πολιτισμού εντοπίζεται σε τρείς άξονες, τον κοινωνικό έλεγχο και τους πειθαναγκασμούς που αυτός συνεπάγεται, την σχετική αυτονομία και την σχετική αυτάρκεια. Ο δεσμός μεταξύ της περιρρέουσας κοινωνίας και των επιμέρους επιτόπιων συμβιωτικών ομάδων[29] χαρακτηρίζεται από μία διπλή σχέση, μια σχέση εξάρτησης και σχετικής αυτονομίας, η οποία διασφαλίζει στον πολιτισμικό χώρο μια εσωτερική ομοιογένεια και έναν δημιουργικό δυναμισμό που επιτρέπουν στην κοινότητα να διαφυλάξει την ταυτότητά της παρά τις μεταβολές που παρατηρούνται στην εξωτερική κοινωνία.

 

Η γυναικεία φιγούρα και το αποτύπωμά της στον Αγροτικό Χώρο

Ένα ακόμα παράδοξο των λαϊκών βαλκάνιων πολιτισμών έχει να κάνει με την θέση της γυναίκας εντός της κοινότητας. Οι γυναίκες εκεί, υπήρξαν πάντοτε ορατές και με συνεχή παρουσία, σε αντίθεση με το λόγιο αντρικό πολιτισμό [30]. «Στο λαϊκό πολιτισμό υπάρχει σημαντικός χώρος για τη γυναικεία δράση – και κάποτε αντίδραση-  η οποία περιορίζεται όσο πλησιάζει τον άλλον , τον ανώτερο – ανδρικό πολιτισμό»[31].

Η παρουσία των γυναικών στο λαϊκό πολιτισμό διέπεται από μία διαλεκτική αντίθεση. Από τη μια συναινούν και αποδέχονται την κυριαρχία των ανδρών, ενώ από την άλλη επιδεικνύουν μια τρομερή ενεργητικότητα εντός του κοινοτικού πλαισίου, λειτουργώντας τόσο ως η πιο σκληρά εργαζόμενη ομάδα στον τομέα των αγροτικών εργασιών, όσο και ως μήτρες μνήμης και φορείς της ποιμενικής παράδοσης και της αγροτικής συνείδησης. Από αυτό το πλαίσιο φυσικά δεν λείπει ο έμφυλος καταναγκασμός, μόνο που εδώ περιβάλλεται με συλλογικές αξίες όπως η «ιερότητα» και «η φύση» που «μαζί με μία σειρά  ιδεολογημάτων (μητρότητα, παρθενιά, τιμή, ντροπή κλπ) νομιμοποιεί και εξασφαλίζει συγκατάθεση τους»[32] και την υποταγή τους στην πατρική μορφή του αρχηγού της βαλκανικής αγροτικής κοινότητας.  Με δύο λόγια οι άνδρες επιβάλλουν και εδώ το λεγόμενο «έμφυλο όριο» για τη συμμετοχή στη συλλογική ζωή. Η υπέρβαση του ορίου συνεπάγεται κίνδυνο για την έννομη έμφυλη τάξη και το σύστημα των παγιωμένων κοινωνικών σχέσεων .

Οι ίδιες οι γυναίκες δεν μένουν αμέτοχες ή παθητικές, αντιθέτως παρεμβαίνουν δραστήρια στη διαμόρφωση τόσο του ιδιωτικού πλαισίου όσο και του δημόσιου- πολιτιστικού. Το δυστυχές σε αυτή την συνθήκη είναι το αποτέλεσμα. Συγκαλύπτοντας τις διαστάσεις της εκμετάλλευσής τους, διατηρούν ένα είδος ανατολίτικης, δεσποτικής, σκληροπυρηνικής, πατριαρχίας με έναν λανθάνοντα κρυπτο-μητριαρχικό τρόπο, όπου η γυναίκα είναι μια φιγούρα η οποία καταβάλει συνεχή μόχθο προκειμένου να αφήσει το αποτύπωμά για να καλύψει το κενό της απουσίας του πατέρα, οποίος λείπει για να διαχειριστεί αυτά που αναπαράγει μια άλλη, ανώτερη ζωογόνος-μάνα, η γη. Το μόνο θετικό αντιστάθμισμά που βρίσκει η βαλκάνια μάνα σε αυτό το χριστιανικό μαρτύριο, ο μόνος λόγος θα μπορούσαμε να πούμε είναι η ηρωοποίηση της μητρικής φιγούρας. Αυτό βέβαια την καθιστά συνένοχη στην διατήρηση του καθεστώτος της υποταγής της καθώς και στη δημιουργία μιας προβληματικής αναπαράστασης της μητρικής φιγούρας από τον εθνικό λόγο των ανεξάρτητων βαλκανικών κρατών, ο οποίος πρόβαλλε την μητρότητα ως κοινωνική αποστολή για την αναπαραγωγή αλυτρωτιστών πολιτών. Υπό αυτό το πρίσμα η συμβολή τους στον πολιτισμό κρίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Γίνονται φορείς του και τον μεταδίδουν στις επόμενες γενιές. Ο βασικός λόγος εξαιτίας του οποίου δεν σπάνε τα δεσμά της υποτέλειάς τους είναι το γεγονός ότι τουλάχιστον σε αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο αναγνωρίζεται η ύπαρξή τους τόσο μέσα από τη βιολογική τους λειτουργία, και από την συμβολή τους «στα του οίκου», όσο και μέσα από την συμμετοχή τους στην αγροτική οικονομία και τη διαμόρφωση της λαϊκής παράδοση, πράγμα που δεν συμβαίνει με την αστική κουλτούρα.

Σε αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο, λόγω ακριβώς της εμπλοκής των γυναικών στο δημόσιο χώρο, παρατηρείται μια συσκότιση της διάκρισης μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου. Ακριβώς επειδή η γυναίκα συμμετέχει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που συμμετέχει και ο άντρας στον τομέα της αγροτικής απασχόλησης, καθώς και στον τομέα άσκησης θρησκευτικών καθηκόντων, παρατηρείται μια σχετική ευλυγισία έμφυλου ορίου σε αυτές τις περιπτώσεις.[33] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η πληθώρα των τομέων του λαϊκού πολιτισμού στους οποίους σημειώνεται παρέμβαση γυναικών. Το ενεργητικό της παρουσίας τους αντανακλάται τόσο στη λαϊκή θεραπευτική, όσο και στη λαϊκή τέχνη. Γίνονται φορείς της μετάδοσης του προφορικού λόγου και συχνά θεωρούνται διαχειρίστριες μεταφυσικών δυνάμεων. Το σημαντικότερο έργο τους όμως αφορά την κοινωνικοποίηση παιδιών.

 

Τρόποι οργάνωσης της αγροτικής ζωής στα προκαπιταλιστικά βαλκάνια

Στη συνέχεια της μελέτης μας θα ασχοληθούμε με τον τρόπο που οργανώνεται η ζωή στα προκαπιταλιστικά βαλκάνια, προκειμένου να αποσαφηνίσουμε τα παράδοξα που σημειώθηκαν παραπάνω. Σκοπός μας είναι να δείξουμε πως οι αξίες, ο τρόπος οργάνωσης της ζωής και η λειτουργία της οικογένειας εντός του αγροτικού χώρου άφησαν έντονο το αποτύπωμα τους στην ταυτότητα των βαλκανικών λαών και οδήγησαν σε έναν συγκεκριμένο τύπο κοινωνικής πολιτικής καθώς και σε μια συγκεκριμένη σχέση πολίτη – κράτους.

Στο βιβλίο του «Αγροτικά», ο Κ. Καραβίδας [34] μελετά τις κοινωνικές δομές της μακεδονικής υπαίθρου προκειμένου να τις παρουσιάσει στην κυβέρνηση ,η οποία στις αρχές του 20ου αι. συνεπαρμένη από τον δικό της μεγαλοϊδεατισμό, είχε βαλθεί να ελληνοποιήσει έναν χώρο στον οποίο επικρατούσε εθνολογικό κομφούζιο ήδη από την εποχή του Περικλή και του Μεγαλέξανδρου. Εκεί λοιπόν, μιλά για έξι κοινωνικό-οικονομικούς σχηματισμούς [35] τους οποίους συναντά κανείς στην Βαλκανική Χερσόνησο. Συνοπτικά αυτοί είναι, το Τσελιγκάτο, το κολληγικό – τσιφλικικό σύστημα, το σύστημα της σλάβικης πατριάς ή «Ζάντρουγκας», ο σχηματισμός ανεξάρτητων χωρικών οικογενειών, η ατομιστική χωρική οικογένεια και τέλος η μιξομικροαστοχωρική οικογένεια. Οι τρεις τελευταίοι σχηματισμοί αφορούν την σύγχρονη αγροτική οικογένεια και την λειτουργία που επιτελούν τα μέλη της εντός της καπιταλιστικής συνθήκης. Οι τρείς πρώτοι αφορούν τον τρόπο οργάνωσης της αγροτικής ζωής στις προκαπιταλιστικές βαλκανικές κοινωνίες. Σύμφωνα με τον συγγραφέα αυτοί οι τρόποι οργάνωσης της συλλογικής ύπαρξης άρχισαν να ατονούν μετά την περίοδο των απελευθερώσεων στη Βαλκανική χερσόνησο και τη δημιουργία των ανεξάρτητων εθνικών κρατών σ’ αυτή την περιοχή. Εμείς θα τους αναλύσουμε σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε την ιστορική πορεία της οργάνωσης βαλκανικής υπαίθρου, τον ρόλο της οικογένειας και να μελετήσουμε το πολιτισμικό τους αποτύπωμα τους σύγχρονη βαλκανική αγροτική κοινωνία.

 

Το κολεκτιβιστικό τσελιγκάτο

Το τσελιγκάτο αποτελεί έναν κολεκτιβιστικό σχηματισμό νομαδικής κτηνοτροφίας, η βάση του οποίου έγκειται στον συνεταιρισμό μικρών κτηνοτρόφων υπό έναν αρχιτσέλιγκα [36].   Η σχέση των δύο, χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη μορφή κοινωνικού συμβολαίου. Οι κτηνοτρόφοι (σμίχτες) προσφέρουν το ποίμνιο και την προσωπική τους εργασία. Ο αρχιτσέλιγκας μεριμνά για την συγκρότηση της ομάδας, την εξεύρεση των βοσκών, την κατανομή των ζώων, του χώρου και της εργασίας. Η σημαντικότητα του ρόλου του εντοπίζεται στο γεγονός ότι διαχειρίζεται τα ζητήματα της ομάδας απέναντι σε κάθε τρίτο (Δημόσιο, άλλοι κτηνοτρόφοι) και στη δυνατότητά του να «ανοίγει πίστωσιν διά ότι χρειάζεται έκαστος σμίχτης και η οικογένειά του[37]», «ασκών ούτω ρόλον κεντρικού τραπεζίτου και παντοπώλου[38]».

«Πρόκειται λοιπόν περί παραγωγικού συνεταιρισμού ο οποίος είναι ταυτόχρονα και πιστωτικός[39]», στον οποίο παρατηρείται μια συγκεκριμένη μορφή ιεράρχησης, όπου η δομή της οικογένειας παίζει ιδιαίτερο ρόλο. Ο αρχιτσέλιγκας προσφέρει την ηγεσία του, ενώ οι «σμίχτες» την εργατική τους δύναμη. Ο αρχιτσέλιγκας αναγνωρίζεται ως παντοδύναμος συμπυκνωτής κάθε μορφής εξουσίας ενώ οι υποταγμένοι σ΄αυτόν μικροκτηνοτρόφοι αναγνωρίζονται όχι ως άτομα αλλά ως αρχηγοί οικογενείας με άξονα των αριθμό των ζώων και των εργατικών χεριών (παιδιών) που διαθέτουν. Οι νομαδικοί αυτοί βαλκάνιοι πληθυσμοί συχνά χαρακτηρίζονται ως «φερέοικοι», καθώς φέρουν μαζί τους τον οίκο (οικογένεια) τους, τουλάχιστον μέχρι την τελική τους εγκατάσταση σε κάποιο «οικόπεδο». Το είδος της ζωής τους είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο των υπόλοιπων γεωργικών και αστικών πληθυσμών. Η οικονομία του συστήματος του τσελιγκάτου συμπυκνώνεται στην εξασφάλιση της ψυχικής ενότητας όλων των μελών της κοινότητας. «Η ιδιοσυγκρασία των νομάδων (αυτών) προσομοιάζει εις πολλά σημεία με την ιδιοσυγκρασία των ναυτικών», «ο πλάνης βίος αυτών […] τους εδημιούργησεν εκείνο που λέγομεν ζωντανήν μνήμην και παράδοσιν που είναι κανών της τακτικής των απέναντι των παραγόντων που έχουν να αντιμετωπίσουν τόσο εις το φυσικόν όσον και εις το κοινωνικόν περιβάλλον.[40]». Αυτοί οι «ναυτικοί της ξηράς», αποτέλεσαν τους κατεξοχήν μεταφορείς, εμπόρους – θεμελιωτές του εσωβαλκανικού εμπορίου.

Η ύπαρξη τους αναφέρεται σε ιστορικά κείμενα ήδη από τον 12ο – 13ο αι., ο νομαδισμός όμως ως κοινωνικο-οικονομικός μηχανισμός εντοπίζεται από πολύ παλιότερα[41].  Οι νομάδες αυτές ζούσαν σε κωνικές καλύβες. Το διαιτολόγιό τους ήταν λιτό, παρατηρείται μια χαμηλή κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων ακριβώς γιατί αυτά αποτελούσαν την βασική πηγή του διακομιστικού τους εμπορίου. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η κατανομή της εργασίας η οποία είναι τέτοια ώστε οι γυναίκες πέρα από τα κοινωνικά δοσμένα γυναικεία τους καθήκοντα (ενασχόληση με το σπίτι και τα παιδιά), να μπορούν να επιτελούν και ανδρικού τύπου εργασίες[42]. Ο ιδιαίτερος αυτός τύπος έμφυλου καταμερισμού της εργασίας έχει ως αποτέλεσμα ο καταμερισμός του χώρου να μην λαμβάνει τον συμβολισμό που αποκτά σε άλλες μορφές κοινοτικής οργάνωσης. Από την στιγμή που η γυναικεία παρουσία δεν περιορίζεται μόνο στον ιδιωτικό – οικιακό- γυναικείο χώρο, αφήνει το αποτύπωμά της στον δημόσιο-ανδρικό. Πράγμα που γίνεται σαφές από τον σημαντικό της ρόλο ως βασικού φορέα μετάδοσης πολιτισμού εντός των ορίων της κοινότητας.

Σύμφωνα με τον Καραβίδα οι νομαδικοί αυτοί σχηματισμοί έπαψαν να συναντώνται λόγω του θρυμματισμού της Βαλκανικής Χερσονήσου σε πολλά εθνικά κράτη. «(Ο θρυμματισμός) αυτός είναι που εδημιούργησε δυσχέρειας δια τον νομαδισμόν. Τα νέα σύνορα αποτελούν εμπόδιον και οι νομάδες, προκειμένου να περάσουν από κράτος εις κράτος, εθεωρούντο υπήκοοι ξένου κράτους και  υφίσταντο όλας τας διατυπώσεις και όπερ χειρότερον, έπρεπε να πληρώνουν και τελωνιακούς δασμούς αλλά και  άλλα πολλά μπαξίσια».

Το συνεταιριστικό Τσιφλίκι

Το Τσιφλικικό σύστημα αποτελεί ένα είδος συνεταιρισμού μεταξύ του ιδιοκτήτη της γης και του καλλιεργητή της. Ως τρόπος οργάνωσης της αγροτικής ζωής χρωστά την ύπαρξή του  τόσο σε πολιτικούς όσο και σε λόγους συναφείς με την οικονομία της εκμετάλλευσης [43].  Η λειτουργία αυτού του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού διέπεται από ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θυμίζει πολύ εκείνο του Τσελιγκάτου. Βασικές μορφές του συμβολαίου είναι ο τσιφλικούχος και οι κολλήγοι. Εδώ ο ιδιοκτήτης παρέχει την γη και ο καλλιεργητής την εργασία, όμως «το κεφάλαιο της εκμεταλλεύσεως εισφέρεται υπό αμφοτέρων» [44]. Η κολεκτιβιστική αυτή μορφή οργάνωσης εδραιώθηκε είτε με την οικειοθελή συμφωνία είτε με την βία.

Στο πρόσωπο του τσιφλικούχου αντανακλούσε μια πατρική συγκεντρωτική εξουσία, η οποία εκδηλώνονταν μέσα από την τεράστια γκάμα των ρόλων που αναλάμβανε εντός της κοινότητας. Αυτός ο «μπαμπάς-τσιφλικάς» αναλάμβανε, κάθε λογίς έργο, από την κατασκευή των σπιτιών για τις οικογένειες των κολλήγων, μέχρι την εκτέλεση υδραυλικών  συγκοινωνιακών εργασιών, για την «καλήν οργάνωσιν και λειτουργίαν της εκμεταλλεύσεως». Καθόριζε (με βάση το σύστημα των πλατών : κατακερματισμός του τσιφλικιού σε ζώνες) τους κλήρους που θα καλλιεργούσαν οι κολλήγοι, καθώς και το είδος της καλλιέργειας προκειμένου να έχει τον έλεγχο τον εκτάσεων που έμεναν διαθέσιμες για βοσκή. Ο σημαντικότερος ρόλος της ιδιάζουσας αυτής πατρικής μορφής συμπυκνωνόταν στον τρόπο με τον οποίο «ούτος ήσκει την αγροτικήν  πίστιν, μορφή ευπλαστοτέραν και ελαστικωτέραν της οποίας δεν γνωρίζει άλλην η γεωργική οικονομία.»[45] «Ο ιδιοκτήτης τσιφλικούχος ήτο συγχρόνως και πολιτικώς κυρίαρχος επί της μάζας των αγροτών, οι οποίοι εζούσαν ως ραγιάδες εν Κράτει, ως το Τουρκικόν, τιμαριατικώ, θεοκρατικώ, απολυταρχικώ»[46]

Οι οικονομία του συστήματος στηρίζονταν στην  πρόσοδο (μεσακάρικο, τρικάρικο) των καλλιεργητών αλλά και των βοσκών, ακριβώς επειδή ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την νομαδική κτηνοτροφία. Σκοπός ήταν η εξασφάλιση της επάρκειας, έτσι μέσα από την αυτοκατανάλωση τα σχήματα αυτά διατηρούσαν έναν βαθμό οικονομικής αυτονομίας που τα προστάτευε από τις γενικότερες κοινωνικο-οικονομικές κρίσεις.

Ένας άλλος σημαντικότατος παράγοντας για την οικονομία του σχηματισμού του τσιφλικιού  είναι ο δυναμικός ρόλος που αναλάμβανε η οικογένεια του κολλήγου εντός του. «Η εργασίαν εις το τσιφλίκι εστηρίζετο εις την μικράν ατομικιστικήν οικογένειαν του κολλήγου [47]». Η στενότητα του βασικού οργάνου εργασίας (κολληγική οικογένεια) το καταδικάζει να φυτοζωεί, καθώς ακόμα και αν πολλαπλασιαστούν οι προσπάθειές της, θα απολαύσει μόνο ένα μέρος των κόπων της, εφόσον είναι αναγκασμένη να δίνει το 1/2 ή το 1/3 του προϊόντος της στον τσιφλικούχο, (μεσακάρικο, τριτάρικο). «Η μοίρα του κολλήγου εντός του τσιφλικικού σχηματισμού είναι να μη δύναται χωρίς υπέρτατην προσπάθειαν να σχηματίση κεφάλαιον ουδέ να εξελιχθή πνευματικά και ηθικά». Έχουμε λοιπόν ένα ατροφικό όργανο εργασίας το οποίο στερείται κάθε πρωτοβουλίας εντός του συστήματος οργάνωσης, επομένως δεν τρέφει και κανέναν ιδιαίτερο ζήλο για προσφορά ή ενίσχυση του συστήματος. Ωστόσο το όργανο αυτό βρίσκεται τοποθετημένο «εντός ενός αρίστου πλαισίου συνθέτου, τελείως εγγυωμένου την πίστιν και την ασφάλειαν του κολλήγου [48]» . Ο Καραβίδας υποστηρίζει πως αν η διανομή της παραγωγής ήταν δικαιότερη για την κολληγική οικογένεια, το σύστημα αυτό θα ήταν ιδανικό.

Όσον αφορά το είδος της ζωής θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε λιτό και αυστηρό. Οι κολληγικές  οικογένειες έμεναν σε χωμάτινες καλύβες, χωρίς καμία περίφραξη της ιδιοκτησίας τους, και συγκεντρώνονταν γύρω από τον πύργο του ιδιοκτήτη της γης τους. Οι οικισμοί τους ήταν «άθλιοι»[49], γεγονός που αντανακλούσε στο χαμηλό ηθικό – πνευματικό τους επίπεδο και στο φτωχό τους λεξιλόγιο. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός πως δεν υπήρχε αγορά ως χώρος για την διάθεση προϊόντων και την επικοινωνία των ανθρώπων στην κοινότητα καθώς ακόμα και τα μικρά παντοπωλεία ανήκαν στον τσιφλικούχο. Οι λιγοστές σιωπηλές συγκεντρώσεις γινόταν στον περίβολο της εκκλησίας. Διαπιστώνεται έτσι μια αντίφαση μεταξύ του συνεταιριστικού συστήματος του τσιφλικιού και της αθλιότητας στην οποία ζούσαν οι κολλήγοι.

Ο Καραβίδας διαπιστώνει ότι η βαλκανική κοινωνία «εκρατήθη εις σκοτεινήν καθυστέρησιν[50]», ακριβώς επειδή η πολυτελής ζωή των τσιφλικούχων απαντούσε σε ένα μηδαμινό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού. Η πολιτική κυριαρχία των Τούρκων τσιφλικάδων καθιέρωσε έναν «αυθαίρετο τρόπο φέρεσθαι[51]» απέναντι στους κολλήγους, ο οποίος υιοθετήθηκε αργότερα και από τους χριστιανούς μεγαλο-γαιοκτήμονες, δημιουργώντας την παράδοση της συστηματικής καταδίκης μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης σε αιώνια δουλεία. Οι κολλήγοι δεν απέκτησαν ποτέ εργασιακή ειδίκευση, με αποτέλεσμα αυτοί και οι γαίες τους μετά από τις εθνικές απελευθερώσεις που παρατηρήθηκαν στα Βαλκάνια, να αποτελούν tabula rasa, και να χρειάζονται ιδιαίτερους χειρισμούς προκειμένου να ενταχθούν στο πλαίσιο του καπιταλισμού όπως διαμορφώθηκε με την δημιουργία των εθνών κρατών.

Ο τσιφλικικός σχηματισμός ανήκει στην κλειστή οικονομία και δεν προσανατολίζεται στο μέγιστο κέρδος αλλά στην αυτάρκεια, την αυτοκατανάλωση και την αποταμίευση[52]. Ακριβώς επειδή αυτό το σύστημα κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης της αγροτικής ζωής προϋπήρχε της χρηματικής οικονομίας και του καπιταλισμού, μπορούσε να συνεχισθεί και ανεξάρτητα από αυτά[53]. «Επειδή όμως λόγω των ερριζωμένων συνηθειών, και μετά την εθνικήν αποκατάστασιν των υπόδουλων της Βαλκανικής, το τσιφλικικόν σύστημα επέζησε […] τα νέα κράτη της Βαλκανικής ευρέθησαν προ καθαρού κοινωνικού προβλήματος[54]». Έτσι οι πληθυσμοί αυτοί ακόμα και μετά την απελευθέρωση τους συνέχισαν να ζουν ως κολληγικοί, υπό συνθήκες ακόμα μεγαλύτερης εκμετάλλευσης και ανέχειας εφόσον το καθεστώς της αγροτικής πίστης και ασφάλειας που τους παρέχονταν εντός του συγκεκριμένου συστήματος δεν απαντούσαν στο καπιταλιστικό.

 

Η κρυπτο-μητριαρχική Πατριά (Ζάντρουγκα)

Το τρίτο και τελευταίο είδος κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης που συναντάται στα προ-καπιταλιστικά βαλκάνια είναι εκείνο της Πατριάς ή Ζάντρουγκας. Σύμφωνα με τον Καραβίδα αποτελεί τον αρχαιότερο, πιο ενδιαφέρον, αλλά και πιο αποδοτικό σχηματισμό όσον αφορά την στατική-χωρική κτηνοτροφία. Εύλογα λοιπόν επικράτησε στις περιοχές όπου ευνοούνταν η καλλιέργεια δημητριακών, εκτοπίζοντας τόσο εθνογραφικά όσο και οικονομικά τους υπόλοιπους σχηματισμούς[55].  Με αφορμή την ανάλυση του προβλήματος τον σλαβικών μειονοτήτων της Μακεδονίας, διαπιστώνεται μια σειρά ιδιότυπων σχέσεων μεταξύ της σλάβικης πατριάς και της μεσογειακής μικρής ελληνικής οικογένειας και επιχειρείται η ερμηνεία του ελληνο-σλαβικού ανταγωνισμού.

Η Ζάντρουγκα αποτελείται από μία εκτενή πατριαρχική οικογένεια, η οποία αποτελεί την βασική οικονομική και κοινωνική της μονάδα, αφού κατέχει όλη την εμπράγματη και προσωπική περιουσία. Το κάθε μέλος δεν έχει ξεχωριστά κληρονομικά δικαιώματα, η συλλογική περιουσία μετατίθεται σε όσους κατέχουν το ίδιο επίθετο. Η κληρονομιά μεταφέρεται σε αυτούς που συνεχίζουν το όνομα του πατέρα, το γένος. Η γη θεωρείται «ως μέσον παραγωγής μάλλον παρά ως αντικείμενο κατοχής»[56]. «Η περιουσία ακίνητη και κινητή είναι κοινόκτητος και κανείς δεν δύναται να  διαθέσει το παραμικρό τμήμα αυτής χωρίς την συγκατάθεση των ενηλίκων. Είναι μια πλήρης οικονομική μονάς,[…] συχνά ένα εκ των μελών εξασκεί ειδικό επάγγελμα (σιδηρουργού, ζωέμπορου, σιτέμπορου) και ότι αποκτά εισέρχεται εις την Ζάντρουγκα»[57]. Κάθε τέτοιος σχηματισμός διαθέτει τον δικό του φούρνο, κεραμοποιείο, σιδηρουργείο, καθώς και παρασκευαστήριο οινοπνευματούχων προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινός στόχος της αυτάρκειας και της αυτοκατανάλωσης.

Ο σχηματισμός αυτός συχνά αριθμεί πάνω από εξήντα μέλη της ίδιας οικογένειας. Κάθε γιός εισάγει στην οικογένεια την νέα του σύζυγο η οποία θεωρείται μέλος αυτής. Το ευρύ αυτό νοικοκυριό αποτελείται από «δύο, τρεις, ή τέσσερεις αδελφούς και πρωτο-ξάδερφους[58]». Μένουν όλοι στο ίδιο σπίτι και συχνά εντός του οικήματος έβλεπε κανείς ακόμα και σκύλους και άλλα μικρά ζώα. Όλα τα μέλη συνενώνονται υπό την μορφή του αρχηγού που συνήθως είναι το γηραιότερο μέλος της οικογένειας. Ο αρχηγός και εδώ αναλαμβάνει την επικοινωνία με τον έξω κόσμο, πουλάει τα προϊόντα τους και αγοράζει ό,τι χρειάζεται η κοινότητα. Επιφορτίζεται με το καθήκον της κατανομής της εργασίας, ορίζοντας τις αρμοδιότητες και τους ρόλους των μελών ανάλογα με την ηλικία, τις ικανότητες και τις έμφυτες τάσεις τους. Έτσι που «Ο δεικνύων τάσιν προς το εμπόριον εξουσιοδοτείται να επιδοθή εις τούτο. […] Τοιουτοτρόπως η ζωή καθίσταται εν τω σχηματισμώ τούτω ευκολοτέρα και έκαστον μέλος επιτυγχάνει ανέσεις περισσοτέρας παρά εις οιονδήποτε άλλο σύστημα κοινωνικής οργανώσεως.»[59] Ενδιαφέρον προκαλεί ένα ιδιαίτερο έθιμο αυτών των κοινοτήτων. Ο  αρχηγός εκλέγει και αγοράζει τις «νυφάδες» του. «Διατηρή πλήρη ελευθερίαν των κινήσεων του εν μέσω των πολυάριθμων νεαρών νυφών του […] Το γεγονός τούτο είναι ένα από τα δραστικότερα σαράκια που υπονομεύουν την συνοχήν και την ισχύν της πατριάς. […] Οι αναχρονιστικοί αυτοί σανφασονισμοί [60]αποτελούν ρήγμα εις τας συνειδήσεις των νέων τις πατριάς.»[61]

Από αυτόν τον τρόπο ζωής, το μοναδικό στοιχείο που παραμένει αναλλοίωτο στα Βαλκάνια του 20ου αι. σύμφωνα με τον συγγραφέα είναι ο ιδιόμορφος κοινωνικός και οικονομικός ρόλος της γυναίκας. «Πράγματι οι Σλαύοι, εισήγαγον εις τας Βαλκανικάς κοινωνίας έναν νέον βασικόν παράγοντα- την ιδιότυπον Σλαυΐδα γυναίκα- γυναίκα εργάτρια της γης, βιοτέχνιδα, σύζυγον, μητέρα, προπύργιον της σλαυϊκης γλώσσης, κιβωτόν των ειδικών γνώσεων της πατριάς και των παραδόσεων»[62]. Οι γυναίκες αυτές διακρίνονται από μία ευρύτατη πνευματική, ηθική και αισθητική καλλιέργεια, εντελώς διαφορετική από αυτή που παρατηρεί κανείς εντός του αστικού πολιτισμού. «Η μνήμη αυτών είνε θαύμα χωρητικότητος και αντοχής και ομοιάζει με μαγικόν δέντρον κατάφορτον από τους πλέον ποικίλους καρπούς της λαϊκής σοφίας και πείρας των πατριαρχικών κοινωνιών. Ό,τι αφορά την θρησκείαν, τας οικογενειακάς και κοινωνικάς σχέσεις, τας εορτάς, τας τελετάς, τας αποκρύφους γνώσεις, την παλαιάν πείραν εις κάθε ζήτημα που εμφάνιζε η ζωή, όλα αυτά ανήκουν εις την γυναικείαν αρμοδιότητα.»[63] Καταφέρνει συχνά να συναγωνίζεται την αντρική σωματική αντοχή άντρα αναλαμβάνοντας τις πιο σκληρές γεωργικές εργασίες. «Ο σχηματισμός και το είδος ζωής, δια των οποίων ο σλαυισμός δρα εν τη υπαίθρω, στηρίζεται εις θεμέλια τόσο γερά και ιδίως εις την Σλαύαν γυναίκαν.»[64]. Παρά το δυναμικό του χαρακτήρα της και τη σπουδαιότητα του ρόλου της, η γυναίκα αυτή φαίνεται να συναινεί στην ίδια της την υποταγή. Κρύβεται κάτω από το πέπλο της πατριαρχικής εξουσίας, ενδεχομένως επειδή φοβάται πως μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξή της, η οποία απαξιώνεται και περιθωριοποιείται σε οποιοδήποτε άλλο είδος κοινωνικό – οικονομικού σχηματισμού του αστικού χώρου.

Η Ζάντρουγκα σύμφωνα με τον Καραβίδα αποτελεί τον κύριο ενσαρκωτή μιας σταθερής αγροτικής συνείδησης, τον βασικό φορέα της ποιμενικής παράδοσης εντός των Βαλκανίων[65]. Ως σύστημα διαθέτει την δικιά του γλώσσα – ιδίωμα και έχει συμβάλει σημαντικά στη γεωγραφική διαμόρφωση της χερσονήσου. Η απομόνωση των εγκατεστημένων πληθυσμών τους επέτρεψε να διατηρήσουν την ιδιομορφία και τα παλιά τους ήθη μέχρι και τον 20ο αι. Έχει αποτελέσει καταφύγιο για πολλούς πληθυσμούς, οι οποίοι για τον έναν ή τον άλλον λόγο εγκατέλειψαν τον πολιτισμό τους και αφομοιώθηκαν σε αυτόν τον ιδιότυπο σχηματισμό. Όπως και στους υπόλοιπους σχηματισμούς που εξετάσαμε, έτσι και στην Πατριά, το είδος της ζωής και ο τρόπος που οργανώνεται αντανακλά στο είδος του πολιτισμού.[66] Η κοινοτική ζωή των χωριών στην οποία στηρίζεται η πατριαρχική κοινότητα είναι χαλαρά συγκροτημένη, χωρίς οικονομική και πολιτική ενεργητικότητα, αφού οι αξίες που κυριαρχούν είναι εκείνες της αυτονομίας, της απομόνωσης, της αυτοκατανάλωσης και της αποταμίευσης. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν παρατηρούνται δεσμοί αυτών των κοινοτήτων με τον έξω κόσμο, «η αντιμετώπισης των φορολογικών και λοιπών απαιτήσεων του Κράτους δεν παρατηρείται εδώ, διότι επι τουρκοκρατίας οι φόροι εκανονίζοντο κατά οικογένειας και όχι κατά κοινότητα»[67]. Ένας ακόμα λόγος για την απουσία δεσμών με τον έξω κόσμο είναι το πολυπληθές δυναμικό που διέθετε η κάθε οικογένεια, το οποίο επαρκούσε για να την προστατέψει από εξωτερικούς κινδύνους. «Εάν τυχόν παρουσιάζετο επικίνδυνον ομαδικόν ζήτημα επβάλλον κοινήν δράσιν, αυτή αποφασίζετο δια συνεννοήσεως μόνον μεταξύ των αρχηγών των πατριών»[68], τα υπόλοιπα μέλη δεν δικαιούνταν να παραβρίσκονται στην άτυπη αυτή συνέλευση. Επομένως θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν υπάρχει και κανένας λόγος για την ανάπτυξη ομαδικής ψυχολογίας.

 

Η διαχρονική λειτουργία της οικογένειας ως κλειδί για την κοινωνική οργάνωση στα Βαλκάνια

Από την μελέτη των προκαπιταλιστικών κοινωνικό-οικονομικών σχηματισμών ξεπροβάλλουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Πρώτα- πρώτα πρόκειται για κοινωνικές οργανώσεις, οι οποίες συναντώνται σε ολόκληρη την έκταση των Βαλκανίων, υποδηλώνοντας τις κοινές ιστορικές καταβολές των λαών που κατοικούσαν στην περιοχή. Αυτοί οι τρόποι οργάνωσης της συλλογικής ζωής αφορούσαν κοινότητες, οι οποίες δημιουργούσαν σταδιακά τις μόνιμες ή προσωρινές εστίες τους και δεν γνώριζαν από εθνικά σύνορα, ούτε από εθνικούς πληθυσμούς, αναγνώριζαν τους εαυτούς τους ως μέλη οικογενειών και κοινοτήτων, που θα μπορούσαν να μετακινηθούν ελεύθερα στον χώρο αν οι ανάγκες της γεωργίας ή της νομαδικής κτηνοτροφίας το απαιτούσαν. Το παραπάνω  γεγονός ενδεχομένως δικαιολογεί την εξασθένηση των δομών αυτών ταυτόχρονα με την εμφάνιση των εθνών-κρατών. Το είδος της ζωής είναι κοινό, χαρακτηρίζεται από λιτότητα και αυστηρότητα. Κοινές επίσης είναι οι αξίες γύρω από τις οποίες οργανώνεται η κοινοτική ζωή, η οποία είναι βαθιά συντηρητική και βασισμένη στον απομονωτισμό. Οι αξίες αυτές είναι εντελώς διαφορετικές από τις αξίες του καπιταλιστικού πλαισίου, έχουν να κάνουν με το στοιχείο της συγγένειας, της αυτοκατανάλωσης, της αυτάρκειας και της συλλογικότητας.

Πιο συγκεκριμένα λειτουργούν ως πυρήνας γύρω από τον οποίο αρθρώνεται μια κοινή ταυτότητα, η οποία τελικά εστιάζει στο άτομο σε πρώτη ανάλυση ως μέλος της οικογένειας  και στη συνέχεια ως μέλος της κοινότητας. Έτσι δεν θα ήμασταν υπερβολικοί αν λέγαμε πως το βασικότερο κοινό χαρακτηριστικό αυτών οργανώσεων είναι ο κεντρικότατος ρόλος που επιτελεί η δομή της οικογένειας καθώς και η οικογενειακή εκμετάλλευση. Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτών των σχηματισμών να είναι ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια αναπαράγει μια μορφή ιεραρχίας, μέσα από τους καθιερωμένους ρόλους της και από τους δεσμούς συγγένειας, η οποία τελικά αποτυπώνεται στο κοινωνικό επίπεδο. Οι  οικογένειες αυτές λειτουργούν ως κύτταρα της αγροτικής ποιμενικής γεωργικής ζωής και ως φορείς της παράδοσής τους. Αποτελούν ταυτόχρονα χώρους παραγωγής, εργασίας και κοινωνικοποίησης. Μέσα από τους δεσμούς συγγένειας εξυπηρετείται τόσο η εργασιακή λειτουργία της οικογένειας (οικογενειακή εκμετάλλευση) όσο και η οικονομία των σχηματισμών (διαχρονική επιβίωση). Έτσι θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τους σχηματισμούς αυτούς οικογενειακούς

Οι ρόλοι εντός αυτών των οικογενειακών σχηματισμών αντανακλούν συμβολικά σε μια παράδοξη μορφή κοινωνικής ιεράρχησης. Τόσο στο οικογενειακό, όσο και στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο των προκαπιταλιστικών βαλκανικών κοινοτήτων, οι άντρες θεωρούνται αρχηγοί. Στην πραγματικότητα όμως, οι γυναίκες είναι αυτές που λειτουργούν ως συντηρητές της ζωής αυτών των σχηματισμών. Αυτό συμβαίνει γιατί η συμβολή του άντρα είναι μονοδιάστατη, καθώς συμβάλει μόνο στο οικογενειακό εισόδημα και τη διατήρηση της οικογενειακής εκμετάλλευσης. Η γυναίκα από την άλλη, χαρακτηρίζεται από μια τετραπλή συμβολή, εργάζεται στην οικογενειακή εκμετάλλευση, αποτελεί τον μοναδικό πάροχο υπηρεσιών εντός του οίκου, αναπαράγει την εργατική δύναμη που θα στελεχώσει την οικογενειακή εκμετάλλευση, και τέλος λειτουργεί ως μήτρα και φορέας της συλλογικής ταυτότητας και της αγροτικής κουλτούρας μέσα από την συμβολή της στη διαμόρφωση του λαϊκού πολιτισμού και από το σημαντικό έργο της κοινωνικοποίησης των παιδιών.

Η μητέρα αυτή εμφανίζεται ως «σχιζοειδής ύπαρξη». Ο ένας πόλος του ρόλου της εντοπίζεται στην καταδυναστευτική εξουσία της επί των παιδιών και ο άλλος στην πλήρη υποταγή της στην πατριαρχική τάξη πραγμάτων[69]. «Οι αδυναμίες της παρουσιάζονται επιλεκτικά μόνο όταν υπερβαίνει τα όρια»[70]. Είναι ταυτόχρονα, βασίλισσα στο σπίτι της, αυταρχική και εξουσιαστική με τα παιδιά της και ικανή στην οικονομική διαχείριση. «Είναι ένα άτομο δυνατό, το οποίο παρουσιάζεται ως αδύναμο μόνο όσον αφορά τη γυναικεία διάσταση του ρόλου του»[71]. Η εξουσία που της παραχωρείται επίσημα μέσα από το γάμο συντελεί στην υποταγή της. Ο γάμος στην αγροτική κοινωνία θα συνεχίσει να αποτελεί μια διαδικασία επίταξης μέχρι και μετά τον Β Παγκόσμιο. «Η εγγενής δυναμική της σχέσης μάνας – παιδιού επιτάσσεται για να υπηρετήσει την εξουσία του πατέρα, ενός πατέρα που είναι ταυτόχρονα ιεραρχικά ανώτερος και απών. […] Εκείνο που τελικά δημιουργεί δέος και συμβάλλει στη διατήρηση της πατριαρχικής δομής του νοικοκυριού δεν είναι τόσο η πατρική φιγούρα, όσο η στάση της μητέρας και η τελική υποταγή στην εξουσία του»[72]. Φαίνεται πως στην γυναίκα της υπαίθρου έχει δοθεί ένα διαφορετικό κοινωνικό συμβόλαιο από εκείνο της αστής μητέρας, το οποίο ναι μεν απαιτεί την συναίνεσή της για την διάδοση του νέου λόγου αλλά την χρειάζεται με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η άρχουσα ιδεολογία θέλει την βαλκάνια αγροτική οικογένεια αρμονική και χωρίς συγκρούσεις, όπως ακριβώς θέλει και την βαλκάνια αγροτική κοινωνία. Ο ίδιος φιλελεύθερος- ευρωπαϊκός λόγος που μελετήσαμε στο προηγούμενο τμήμα της μελέτης μας αναγνωρίζει την αυτονομία της δομής, της οργάνωσης και της λειτουργίας της όταν όμως συγκρίνει με εκείνες της αστικής (ευρωπαϊκής) οικογένειας την τοποθετεί σε  θέση υποτέλειας. .«Την αναγνωρίζει όπως είναι, αλλά της ζητά την συνενοχή της στη διατήρηση του μύθου. Τα εν οίκω μη εν δήμο. Μ αυτό τον τρόπο κάθε οικογένεια κρύβει το ανθρώπινό της πρόσωπο, περισσότερο ή λιγότερο ατελές σε σχέση με το ιδανικό πρότυπο και δικαιολογεί τη  δυσαρμονία της με μια κατά περίσταση προσωποποιημένη εξήγηση.»[73]

Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται στο γεγονός πως ο λόγος για τα έθνη κράτη, φαίνεται να αναπαριστά εξίσου και τους οικογενειακούς – κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς   εντός τους. Αυτό έχει να κάνει με το ότι η λειτουργία τόσο του κράτους όσο και των δομών εντός του, άρα και της οικογένειας, εξυπηρετεί την διατήρηση του ίδιου μύθου, δηλαδή του εθνικού. Οι βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους αρθρώνεται αυτός ο μύθος εντοπίζονται και στην οικογενειακή δομή. Για την ακρίβεια ξεκινούν από κεί για να καταλήξουν, μέσα από μια σειρά μεταθέσεων, στην ίδια την κρατική δομή. Βασικό εργαλείο για την πραγμάτωση αυτής της διαδικασίας κρίνεται η γυναικεία φιγούρα, και συγκεκριμένα το δισυπόστατο του μητρικού χαρακτήρα.

Η εξιδανίκευση της μητρότητας και η αναγωγή της σε εθνική αποστολή, δημιούργησε μια ιδέα γύρω από αυτή, εξίσου μεγάλη με την Μεγάλη Ιδέα. Η επιτελεστική λειτουργία της εντοπίζεται στην αναπαραγωγή καθαρόαιμων, διαφορετικών, εθνικά ανώτερων, αλυτρωτιστών πολιτών. Ο καταπιεστικός της ρόλος οφείλεται στο γεγονός ότι δεν αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητη προσωπικότητα παρά μόνο μέσω της μητρότητας, πριν από αυτή η γυναίκα δε λογίζεται καν σαν ενήλικας. Μέσω αυτής επιτελεί τον πιο σημαντικό σκοπό, την διατήρηση του οικογενειακού ονόματος, την συνέχιση της ένδοξης ιστορίας του πατρικού γένους. Το έργο της είναι ίδιο με εκείνο της Μητέρας Πατρίδας, γι αυτό έχει κ αυτή Μεγάλη Ιδέα για τον εαυτό της. Ταυτόχρονα, όπως είδαμε, υποτάσσεται στην πατριαρχική τάξη πραγμάτων και αναπτύσσει έτσι έναν θυματικό λόγο και μια θυματική ταυτότητα καθώς δεν αναγνωρίζει την ευθύνη της σε αυτή την  κατάσταση. Η σχέση της με τον πατέρα αρχηγό θυμίζει εκείνη της Μητέρας Πατρίδας με τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες καταφέρνουν με έναν τρόπο πατρικό να είναι ταυτόχρονα Κυρίαρχες και Απούσες από «τα του οίκου τους», δηλαδή από «τα της νέας τους αποικίας», δηλαδή από «τα των Βαλκανίων».

Οι μητρικές ιδιότητες περνούν σταδιακά στην οικογένεια, η οποία χαρακτηρίζεται από τα μητρικά καθήκοντα της φροντίδας και της προστασίας των μελών της ενώ επίσης συμμετέχει στην διατήρηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων (των προκαπιταλιστικών βαλκανικών πατριαρχικών σχηματισμών) με τον ίδιο τρόπο που η μάνα συμβάλει στην ίδια της την υποταγή. Συνοπτικά, αυτός είναι ο πρώτος βαθμός της μετάθεσης (των μητρικών ιδιοτήτων) για την οποία μιλήσαμε παραπάνω. Ο δεύτερος εντοπίζεται στο πεδίο του κράτους, στο οποίο σταδιακά αναπτύσσεται μια πρώιμη κοινωνική πολιτική με βασικό φορέα την οικογένεια, η οποία αντλεί, όπως είδαμε, τις λειτουργίες της από την ιδιότητα της μητρότητας. Φυσικά αυτή η διαδικασία εκτελείται και αντιστρόφως, δηλαδή η ιδιότητες της Μητέρας Πατρίδας, μπορούν να μετατεθούν στην οικογένεια ως βασικό της ιδεολογικό συμπυκνωτή και από κει στην μάνα ως βασική διαχειρίστρια του οίκου.

 

Συμπεράσματα

Μελετώντας το πολιτισμικό πλαίσιο και τους τύπους οργάνωσης της κοινωνικο-οικονομικής ζωής που εντοπίζονται στα βαλκάνια, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, πως η καθυστέρηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν αποτελεί τυχαίο φαινόμενο. Η αρχή ένταξης των βαλκανικών αγροτικών κοινοτήτων στη μεγάλη οικογένεια των ευρωπαϊκών χωρών, εγγράφεται σε έναν ιδιαίτερο τύπο κοινωνικής υποταγής στο κυρίαρχο αστικό σύστημα. Υπό το κάλυμμα της Μεγάλης Ιδέας και του αλυτρωτικού αισθήματος που αυτή συνεπάγεται, επιχειρήθηκε μια προσπάθεια πολιτισμικής διείσδυσης του ευρωπαϊκού-αστικού-βιομηχανικού τρόπου ζωής στον χώρο της  βαλκανικής υπαίθρου. Τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, η λαϊκή κουλτούρα , η αγροτική συλλογική συνείδηση και οι αξίες της υπαίθρου όμως έρχονταν κόντρα στο καπιταλιστικό πολιτισμικό πρότυπο που πρέσβευαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις που κυριαρχούσαν στον χώρο μετά τον 19ο αι. Στην βαλκανική ύπαιθρο, δεν υπάρχουν εξευρωπαϊσμένα ήθη, αλλά παραδόσεις βαθιά χαραγμένες στο συλλογικό ασυνείδητο και την κοινή συμπεριφορά. Δεν υπάρχει διαχωρισμός των χώρων με την διάσταση που αυτός παίρνει στο αστικό πλαίσιο, καθώς η γυναίκα αφήνει έντονο το αποτύπωμά της συμμετέχοντας και στους δύο (ιδιωτικό/σπίτι- δημόσιο/χωράφι/λαϊκή κουλτούρα). Εκεί το ατομικό υποχωρεί ακόμα μπροστά στο συλλογικό. Τη συλλογική συμπεριφορά δεν καθορίζει η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα, αλλά η αλληλεγγύη και η καθοριστική λειτουργία της συλλογικής μοίρας.

Ο μεγαλοϊδεατισμός που συνδέεται με την θυματική ταυτότητα και που αναπτύσσεται στα Βαλκάνια εκείνη την εποχή, συμβάλει στη διατήρηση των παλιών τρόπων οργάνωσης της συλλογικής ζωής εντός της καπιταλιστικής συνθήκης. Η πεποίθηση πως οι Βαλκάνιοι λαοί αποτελούν τους αποτυχημένους κληρονόμους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους ωθεί σε μια μοιρολατρική στάση και σε μια συλλογική ψύχωση με το πένθος, την αναβίωση των περασμένων μεγαλείων και των αρχαίων τίτλων ευγενείας, προκειμένου να αναπτυχθεί το εθνικό αίσθημα, να τους προσέξει η κλασικίζουσα Δύση και να τους εντάξει στην οικογένεια των χωρών της. Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση των προκαπιταλιστικών σχηματισμών κοινωνικο- οικονομικής οργάνωσης, αποτελεί έναν τρόπο διατήρησης της παραδοσιακής κοινωνίας εντός της νέας συνθήκης.

Οι τρόποι οργάνωσης της ζωής που μελετήσαμε αποτελούν προκαπιταλιστικού τύπου διευθετήσεις πρόνοιας, όπου παρατηρείται έντονη η εμπλοκή της οικογένειας. Ο πατέρας παίρνει των ρόλο του αφεντικού, θυμίζοντας την περιγραφή του Andersen για τις διευθετήσεις πρόνοιας στην Αϊτή, όπου οι εργάτες-αγρότες αποκαλούν το αφεντικό τους «papa»[74] και όπου τα πάντα εξαρτιόταν από την πατερναλιστική γενναιοδωρία. Οι γυναίκες συντέλεσαν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση των συγκεκριμένων τύπων κοινωνικής οργάνωσης, μετατρέποντας την οικογένεια σε χωνευτήρι της αγροτικής κουλτούρας, της συλλογικής της συνείδησης, του παλιού τρόπου ζωής και της παράδοσης της λαϊκής ανταρσίας των αγροτικών περιοχών στη νέα καπιταλιστική συνθήκη. Σε αυτού του τύπου την «μετα-φεουδαρχική» οικονομία των Βαλκανίων, οι οικογένειες λειτουργούσαν ως κύριοι πάροχοι των προϊόντων στην αγορά εντός και εκτός της βαλκανικής επικράτειας. Ο λόγος για τον οποίο οι κοινότητες αυτές καθυστέρησαν να ενταχθούν στο καπιταλιστικό πλαίσιο θα πρέπει να αναζητηθεί στην ανυπαρξία της εμπορευματικής εργασίας. Τα μέλη των κοινοτήτων δεν εξαρτώνται από κάποιο μισθωτού τύπου εισόδημα αλλά παλεύουν για την διατήρηση της οικογενειακής περιουσίας και η πλειονότητα των ανθρώπων μπορούσε να στηρίζεται σε κοινοτικού τύπου οργανώσεις για την επιβίωση της.

Η οικογένεια αναδεικνύεται ως κύριος πάροχος κοινωνικής πρόνοιας. Φαίνεται πως οι ιδιότητες της μητρότητας είναι καθοριστικές για αυτόν τον σκοπό. Οι γυναικείες ιδιότητες της παροχής φροντίδας και πρόνοιας μεταθέτονται στην οικογένεια, που έχει καθήκον να προστατεύει ως μάνα τα μέλη της. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως αυτή η «ψυχολογικού τύπου» μετάθεση συνεχίζει και στον ρόλο του κράτους, το οποίο οφείλει να διασφαλίσει την ενότητα μεταξύ των εξ αγχιστείας βαλκάνιων αδερφών εντός της μη καθαρής εθνικής επικράτειας. Έτσι η μετάθεση αυτή του μητρικού ρόλου, από την γυναίκα, στην οικογένεια και από κει στο κράτος θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτέλεσε το υπόστρωμα για τις κορπορατιστικού και συντεχνιακού τύπου κοινωνικές πολιτικές που αργότερα αναπτύχθηκαν σε κάθε ένα από τα ανεξάρτητα, βαλκανικά έθνη-κράτη. Οι πολιτικές αυτές εφαρμόστηκαν εκεί, ακριβώς επειδή βασίζονται στη λειτουργία της οικογένειας ως βασικού εργαλείου για τη διευθέτηση των συλλογικών προβλημάτων.

Στις συντεχνίες που αναπτύχθηκαν σταδιακά σε ορισμένους από αυτούς τους τύπους οργάνωσης της ζωής, όπως για παράδειγμα στη Ζάντρουγκα, τα μέλη ορίζονταν από τη θέση τους στην συντεχνία, δεν ανήκαν στην αγορά. Οι δομές αυτές μαζί με την Εκκλησία αναλάμβαναν την ευθύνη των άπορων μελών, φροντίζοντας για την επιβίωση της κοινότητας. Η λειτουργία αυτών των δομών καθώς και η έντονη εμπλοκή της οικογένειας στη διευθέτηση των συλλογικών προβλημάτων αποτέλεσε έναν άτυπο, προκαπιταλιστικό τύπο κοινωνικής πολιτικής που διατηρήθηκε μέχρι και τον 20ο αι. Αυτού του τύπου η «άτυπη» κοινωνική πολιτική αποτέλεσε αφενός ως ανάχωμα προκειμένου να μην καταρρεύσει το καπιταλιστικό οικοδόμημα που προσπαθούσαν να επιβάλουν οι Μεγάλες Δυνάμεις στην περιοχή αλλά και ως βάση για το συντεχνιακό μοντέλο το οποίο υιοθέτησαν οι συντηρητικοί κύκλοι εξουσίας της ηπειρωτικής Ευρώπης ως τρόπο υπεράσπισης της παραδοσιακής κοινωνίας εντός της καπιταλιστικής οικονομίας.

Με δύο λόγια, αυτό στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε με σιγουριά έπειτα από αυτή την μελέτη είναι πως η πολιτισμική διείσδυση των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια έχει ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της εκεί αγροτικής κουλτούρας. Ο μεγαλοϊδεατισμός και η διπλή όψη που αποκτά ο αγροτικός πολιτισμός αποτελούν μερικά από τα βασικά αποτελέσματα της δυτικής διείσδυσης και του νέου διττού ευρωπαϊκού λόγου σχετικά με τα ανεξάρτητα βαλκανικά έθνη-κράτη. Όμως ο διαφορετικός ρόλος της γυναίκας και η λειτουργία κυρίως της οικογένειας, αλλά και των υπόλοιπων κοινοτικών δομών, ως βασικών φορέων κοινωνικής αρωγής επιτρέπει τη διατήρηση των παλιών τρόπων οργάνωσης της συλλογικής ζωής εντός της νέας καπιταλιστικής συνθήκης. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Αφενός για να μην συγκρουστούν βίαια οι δύο κουλτούρες (παλιά αγροτική και νέα βιομηχανική) – ταυτότητες που συναντώνται πλέον στη σύγχρονη βαλκανική ύπαιθρο και αφετέρου για να μην καταρρεύσει το καπιταλιστικό οικοδόμημα που επιχειρούταν να χτιστεί λόγω των ασθενών αξιακών του βάσεων. Έτσι τέθηκαν οι βάσεις για τους νέους τύπους κορπορατιστικής και συντεχνιακής πολιτικής που θα εφαρμοστεί αργότερα στις συγκεκριμένες χώρες και που θα στηρίζεται ξεκάθαρα στη λειτουργία της οικογένειας ως παρόχου κοινωνικής αλληλεγγύης και φροντίδας.

Δεν είναι μόνο ο ευρωπαϊκός φιλελεύθερος λόγος διττός, καθώς ενσωματώνει μια μεγαλοϊδεατική ρητορική και την αντιτιθεμένη της θυματική ρητορική, αλλά και ο λόγος της οικογένειας. Η οικογένεια λειτουργεί ήδη ως μήτρα μνήμης του αγροτικού παρελθόντος ενώ ταυτόχρονα καταφέρνει να ενσωματώσει τον νέο-εκφερόμενο λόγο των Μεγάλων Δυνάμεων. Όπως είδαμε παρά πάνω, η αγροτική και η καπιταλιστική παράδοση (που εκπροσωπούνται αντίστοιχα στους δύο άξονες του οικογενειακού λόγου) έρχονται σε βίαιη σύγκρουση με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να είναι εκτός από διττός και διχαστικός. Σε μάκρο πλάνο αυτό ανάγει την συλλογική νεύρωση σε βαλκάνια παθολογία και το διχασμό σε εγγενές ταυτοτικό χαρακτηριστικό των βαλκανικών εθνών-κρατών.

Με τα παραπάνω ως δεδομένα, δεν θα ήταν υπερβολικό να χαρακτηρίσουμε ως μέρος της βαλκάνιας παθολογίας τον εγκλωβισμό και την αιώνια καταδίκη της Μητέρας Πατρίδας (όποιας από τις βαλκάνιες χώρες), στον ρόλο μιας σύγχρονης Ιοκάστης, που βρίσκεται καταδικασμένη να γεννά και να θάβει αιωνίως τα παιδιά της, τα οποία ξεχνώντας το γεγονός πως είναι αδέρφια μάχονται υπέρ του εθνικού αλυτρωτισμού και της υπεροχής της Φατρίας τους. Η παθολογία των Βαλκανίων αφήνει το στίγμα της στην πολιτισμική τους μορφή. Ο διχασμός που ξεκινά από την συνύπαρξη του μεγαλοϊδεατισμού και της θυματικής ταυτότητας σε  μια κοινή εθνική υπόσταση παίρνει διαστάσεις κοινωνικού φαινομένου που έρχεται να αποτυπωθεί στις διχασμένη (διπλή) όψη του πολιτισμού.

 

Βιβλιογραφία

  • Bruckner, Pascal- Ο Πειρασμός της αθωότητας – Εκδ. Αστάρτη (1996), Αθήνα
  • Esping Andersen, Gosta – Οι Τρείς Κόσμοι του Καπιταλισμού και της Ευημερίας – Εκδ. Ελληνικά Γράμματα (2006), Αθήνα
  • Hobsbawm E.J.- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα )– Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.
  • Γκασούκα Μαρία – Κοινωνικές- Λαογραφικές Παράμετροι – Εκδ. Φιλιππότη (1999), Αθήνα
  • Δαμιανάκος, Στάθης – Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός : μελέτες : η μυθοποίηση του κλέφτικου, κοινωνική ληστεία, ρεμπέτικο και ρεμπέτες, ο κόσμος του Καραγκιόζη – Εκδ. Πλέθρον (2003), Αθήνα
  • Ιγγλέση, Χρυσή – Πρόσωπα Γυναικών και Προσωπεία Συνείδησης : η συγκρότηση της γυναικείας ταυτότητας στην ελληνική κοινωνία– Εκδ. Οδυσσέας (1997), Αθήνα
  • Καραβίδας, Κώστας Δ. – Αγροτικά : Μελέτη Συγκριτική – Εκδ. ΑΤΕ (1990), Αθήνα
  • Ραφαηλίδης, Βασίλης – Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, 1830-1974 – Εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (1993), Αθήνα
  • Πρακτικά Ευρωπαϊκού Συνεδρίου (Μάιος 1996), Αθήνα – Οικογένεια και Εργασία : Νέες Τάσεις στην Απασχόληση- Α. Μωυσίδης- Οικογένεια και Εργασία στον Αγροτικό Χώρο– Ίδρυμα Μελετών Λαμπράκη – Εκπαιδευτήρια ΚΩΣΤΕΑ- ΓΕΙΤΟΝΑ

——————- —————

[1] Α. Μωυσίδης- Οικογένεια και Εργασία στον Αγροτικό Χώρο, Σελ 64 – Πρακτικά Ευρωπαϊκού Συνεδρίου (Μάιος 1996), Αθήνα – Οικογένεια και Εργασία : Νέες Τάσεις στην Απασχόληση – Ίδρυμα Μελετών Λαμπράκη – Εκπαιδευτήρια ΚΩΣΤΕΑ- ΓΕΙΤΟΝΑ

[2] Σελ 64 – στο ίδιο

[3] Σελ 65 – στο ίδιο

[4] Σελ 65 – στο ίδιο

[5] Σελ 65 – στο ίδιο

[6] Σελ 66 – στο ίδιο

[7] Σελ 66 – στο ίδιο

[8] Σελ 66 – στο ίδιο

[9] Δαμιανάκος, Στάθης – Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός : μελέτες : η μυθοποίηση του κλέφτικου, κοινωνική ληστεία, ρεμπέτικο και ρεμπέτες, ο κόσμος του Καραγκιόζη, Σελ 21- Εκδ. Πλέθρον (2003), Αθήνα

[10] Δαμιανάκος (2003) – Σελ. 21 – στο ίδιο

[11] Δαμιανάκος (2003) – Σελ. 21 – στο ίδιο

[12] Ραφαηλίδης, Βασίλης – Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, 1830-1974 – Εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (1993), Αθήνα

[13] Ραφαηλίδης, Βασίλης (1993) – Σελ 79 – στο ίδιο

[14] Ραφαηλίδης, Βασίλης (1993) – Σελ 79 – στο ίδιο

[15] E.J. Hobsbawm- Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα  )– Εκδ. Καρδαμίτσα (1994), Αθήνα.

[16] Γκασούκα, Μαρία – Κοινωνικές- Λαογραφικές Παράμετροι  – Εκδ. Φιλιππότη (1999), Αθήνα

[17] Σελ 114 – στο ίδιο

[18] Σελ 114 – στο ίδιο

[19] Bruckner, Pascal- Ο Πειρασμός της αθωότητας, Σελ 228 – Εκδ. Αστάρτη (1996), Αθήνα

[20] Σελ 230 – στο ίδιο

[21] Σελ 230 – στο ίδιο

[22] Ραφαηλίδης, Βασίλης – Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, 1830-1974, Σελ 113 – Εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (1993), Αθήνα

[23]  Σολιψισμός: (από το λατινικό solus ipse ο ίδιος μόνο) ή εγωμονοτισμός είναι η ιδεαλιστική υποκειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο εκτός από το υποκείμενο, τον άνθρωπο και την συνείδησή του. Το υποκειμενικό «Εγώ» μαζί με το συνειδησιακό του περιεχόμενο γίνεται το μοναδικό όν, ενώ όλα τα άλλα Εγώ είναι απλά ιδέες του «δικού μου Εγώ». (πηγή Wikipedia: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%88%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 )

[24] Δαμιανάκος, Στάθης – Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός : μελέτες : η μυθοποίηση του κλέφτικου, κοινωνική ληστεία, ρεμπέτικο και ρεμπέτες, ο κόσμος του Καραγκιόζη, Σελ 22- Εκδ. Πλέθρον (2003), Αθήνα

[25] Σελ 27- στο ίδιο

[26] Σελ 27- στο ίδιο

[27] Σελ 28- στο ίδιο

[28] Σελ 33- στο ίδιο

[29] Για το ελληνικό παράδειγμα : Αρβανίτες, Βλάχοι, Σλαβόφωνοι Χωρικοί της υπαίθρου

[30]Γκασούκα, Μαρία – Κοινωνικές- Λαογραφικές Παράμετροι, Σελ 161 – Εκδ. Φιλιππότη (1999), Αθήνα

[31] Σελ 163 – στο ίδιο

[32] Σελ 163 – στο ίδιο

[33] Γκασούκα Μαρία – Κοινωνικές- Λαογραφικές Παράμετροι, Σελ 164 – Εκδ. Φιλιππότη (1999), Αθήνα

[34] Καραβίδας, Κώστας Δ.  – Αγροτικά : Μελέτη Συγκριτική – Εκδ. ΑΤΕ (1990), Αθήνα

[35] Σελ 33-34 – στο ίδιο

[36] Σελ 37– στο ίδιο

[37] Σελ 37– στο ίδιο

[38] Σελ 38 – στο ίδιο

[39] Σελ 38 – στο ίδιο

[40] Σελ 39 – στο ίδιο

[41] Σελ 40 – στο ίδιο

[42]Σελ 41 – στο ίδιο

[43] Σελ 111 – στο ίδιο

[44] Σελ 111 – στο ίδιο

[45] Σελ 111 – στο ίδιο

[46] Σελ 115 – στο ίδιο

[47] Σελ 112 – στο ίδιο

[48] Σελ 113 – στο ίδιο

[49] Σελ 114 – στο ίδιο

[50] Σελ 116 – στο ίδιο

[51] Σελ 116 – στο ίδιο

[52] Σελ 121 – στο ίδιο

[53] Σελ 120 – στο ίδιο

[54] Σελ 116 – στο ίδιο

[55] Σελ 201 – στο ίδιο

[56] Σελ 203 – στο ίδιο

[57] Σελ 204 – στο ίδιο

[58] Σελ 204 – στο ίδιο

[59] Σελ 205– στο ίδιο

[60] Σανφασονισμός : συμπεριφορά που αγνοεί τους βασικούς – εθιμικούς τύπους, κανόνες, αφελής συμπεριφορά, ετυμ. < sans facon < χωρίς τρόπους, χωρίς επιτήδευση  | πηγή : http://greek_greek.enacademic.com/151824/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%86%CE%B1%CF%83%CF%8C%CE%BD

[61]Καραβίδας, Κώστας Δ.  – Αγροτικά : Μελέτη Συγκριτική, Σελ 238 – Εκδ. ΑΤΕ (1990), Αθήνα

[62]Σελ 239 – στο ίδιο

[63] Σελ 239 – στο ίδιο

[64] Σελ 240 – στο ίδιο

[65] Σελ 238 – στο ίδιο

[66]Σελ 241 – στο ίδιο

[67] Σελ 241 – στο ίδιο

[68] Σελ 242 – στο ίδιο

[69] Ιγγλέση, Χρυσή – Πρόσωπα Γυναικών και Προσωπεία Συνείδησης : η συγκρότηση της γυναικείας ταυτότητας στην ελληνική κοινωνία, Σελ 95 – Εκδ. Οδυσσέας (1997), Αθήνα

[70] Σελ 96 – στο ίδιο

[71] Σελ 96 – στο ίδιο

[72] Σελ 97 – στο ίδιο

[73] Σελ 97 – στο ίδιο

[74] Esping Andersen, Gosta – Οι Τρείς Κόσμοι του Καπιταλισμού και της Ευημερίας, Σελ 140 – Εκδ. Ελληνικά Γράμματα (2006), Αθήνα.

 

Διαβάστε Επίσης  Συνέδριο | Κοινωνική Αποστέρηση, Παιδική Προστασία και Ανθρώπινα Δικαιώματα

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!