Κορνήλιος Καστοριάδης και Κλοντ Λεφόρ: Το ρίσκο της δημοκρατίας και η ριζοσπαστικότητα του αυτοπεριορισμού

Σωτήρης Σιαμανδούρας*

Εισήγηση στο Συνέδριο: Κορνήλιος Καστοριάδης, 20 χρόνια μετά

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές που μας έδωσαν την ευκαιρία για αυτό το συνέδριο. Είναι άνθρωποι με τους οποίους, την πολιτική θεωρία και τη σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη ειδικότερα, προσπαθήσαμε να τη βγάλουμε στον δρόμο. Τη διδάξαμε και τη μελετήσαμε σε καφετέριες, σε κοινωνικούς χώρους, στην αυτοδιαχειριζόμενη ΕΡΤ κλπ. Και έφτασε πολύ μακριά με αυτόν τρόπο, σε ανθρώπους και μέρη που δεν φαντάζεστε εύκολα. Το γεγονός ότι αυτή η δουλειά φιλοξενείται τώρα στην Ακαδημία δεν είναι μόνο σπουδαίο, είναι και συγκινητικό. Αυτό το πλαίσιο εξηγεί ίσως σε κάποιο βαθμό και τους λόγους για τους οποίους θα δώσω σήμερα περισσότερη έμφαση σε ζητήματα που σχετίζονται με το επίπεδο μιας πρακτικά προσανατολισμένης πολιτικής θεωρίας και όχι τόσο με πιο «καθαρά» φιλοσοφικά ερωτήματα.

Ο Κορνηλιος Καστοριάδης και ο Κλοντ Λεφόρ λοιπόν, ανήκουν στην ίδια γενιά και έχουν κοινή πολιτική αφετηρία. Συναντιούνται για πρώτη φορά στο PCI (Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα, τροτσκιστικό) το 1946. Αποχωρούν μαζί το 1949, διαφωνώντας με την ανάλυση ότι η ΕΣΣΔ είναι «εκφυλισμένο εργατικό κράτος» που χρήζει υπεράσπισης σε περίπτωση παγκοσμίου πολέμου, και γίνονται ιδρυτικά μέλη της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Για τα επόμενα 9 χρόνια συγκρούονται αλλά και συνυπάρχουν. Ο Κλοντ Λεφόρ αποχωρεί τελικά, μόλις το 1958. Και στη συνέχεια όμως, συναντώνται σε άλλες κοινές εκδοτικές προσπάθειες και έντυπα, όπως στα περιοδικά Textures και Libre. [1]

Από τη μακρόχρονη πολιτική συνύπαρξη, ο Λεφόρ και ο Καστοριάδης κληρονομούν κάποιες κοινές θεματικές και ευαισθησίες. Ειδικότερα, την αιχμηρή κριτική της γραφειοκρατίας σε Ανατολή και Δύση, από επαναστατική –αρχικά τουλάχιστον- και όχι από φιλελεύθερη σκοπιά, την αναγνώριση της ιδιαιτερότητας και του κινδύνου του ολοκληρωτισμού, τον βαθύ σεβασμό και την πραγματική αγωνία για τη δημοκρατία. Ωστόσο, παρά την κοινή τους πολιτική αφετηρία και την αταλάντευτη δημοκρατική ευαισθησία, ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Κλοντ Λεφόρ έρχονται σε βαθιά ρήξη γύρω από ένα κεντρικό ερώτημα, τί είναι και τι πρέπει να είναι η δημοκρατία, ένα δίλημμα που τίθεται σε διάφορες μορφές: συλλογική αυτοθέσμιση ή εκκένωση του χώρου της εξουσίας, εξουσία όλων ή εξουσία κανενός, άμεση δημοκρατία ή άγρια δημοκρατία, κι ακόμη, η δημοκρατία ως πρόταγμα ή η σημερινή, υπαρκτή δημοκρατία; 

_________________________________________

* Ο Σωτήρης Σιαμανδούρας είναι διδάκτορας Πολιτικής Θεωρίας και διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

[1] Στην ιστορία του «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» αναφέρεται ο Καστοριάδης στην αρχή μιας συνέντευξής του το 1974, η οποία δημοσιεύεται στα ελληνικά με τον τίτλο «Γιατί δεν είμαι μαρξιστής», στον τόμο Ακυβέρνητη κοινωνία. Συνεντεύξεις και συζητήσεις 1974-1997, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας (Αθήνα: Ευρασία, 2010), 39 κ.εξ. Στοιχεία αντλώ επίσης από το Nicolas Poitier επιμ., Cornelius Castoriadis et Claude Lefort: l’expérience démocratique (Lormont: Le bord de l’eau, 2015), 11 κ.εξ.

______________________________________

Αυτό είναι ένα ερώτημα που μας αφορά και εμάς. Αφορά καταρχάς τα κινήματα που έχουν σήμερα αναφορά στη ριζοσπαστική δημοκρατία και αντιμετωπίζουν παρόμοια διλήμματα, αλλά αφορά και τη δημοκρατία συνολικότερα, σε μια περίοδο βαθειάς κρίσης, όπου κυριαρχεί μάλλον η μεταπολιτική.

Στην εποχή της ανόδου της ασημαντότητας υπάρχει λοιπόν ένας λόγος παραπάνω να συζητηθεί, αν όχι να γεφυρωθεί αυτή η ρήξη, που δεν είναι μια ρήξη μεταξύ δύο παλιών συντρόφων αλλά μεταξύ δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τη δημοκρατία. Μέσα από την προσπάθεια να τις συγκεράσουμε, θα μπορούσε να ανοίξει κάποιος νέος δρόμος. Γι’ αυτό και βλέπουμε ότι υπάρχει σχετικό ενδιαφέρον και είναι αρκετοί αυτοί που έχουν ήδη επιχειρήσει τη συγκριτική μελέτη των δύο στοχαστών.[2]

Μπορεί όμως να γεφυρωθεί; Για να το συζητήσουμε αυτό, θα πρέπει να δούμε την έκταση και την ιστορία της.

Η διαφωνία του Καστοριάδη και του Λεφόρ εκδηλώνεται για πρώτη φορά αρκετά νωρίς, στο πλαίσιο της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, όταν η αντιπαράθεση γύρω από την ανάγκη της κομματικής οργάνωσης την οδηγεί σε διάσπαση. Όσο κι αν αυτό μπορεί να φαίνεται παράδοξο σήμερα, ο Κορνήλιος Καστοριάδης εκείνη την εποχή είναι με την πλευρά που υπερασπίζεται την ανάγκη ενός κόμματος, ως εργαλείο αναγκαίο για την ταξική πάλη. Και είναι ο Κλοντ Λεφόρ εκείνος που αποχωρεί με την πιο ελευθεριακή τάση της ομάδας. 

______________________________

[2] Μόνο στο σχετικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το 2013 στο Université Paris Nanterre, συμμετείχαν είκοσι ομιλητές και ομιλήτριες. Στον σχετικό τόμο στον οποίο αναφερθήκαμε ήδη, Nicolas Poitier επιμ., Cornelius Castoriadis et Claude Lefort, γράφουν 13 ερευνητές και ερευνήτριες, δύο εκ των οποίων δεν αναφέρονται στο πρόγραμμα του συνεδρίου.

________________________________

Ο Καστοριάδης υποστηρίζει ένα κόμμα που να βασίζεται στην επαναστατική παράδοση των συμβουλίων. [3] Η κριτική που ασκεί από την άλλη εκείνη την εποχή ο Λεφόρ είναι ότι η οποιαδήποτε πολιτική οργάνωση θα πρέπει να περιοριστεί στο να παρακολουθεί και να υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες που η εργατική τάξη παίρνει αυθόρμητα. Κατά τη γνώμη του Λεφόρ, ένα κόμμα πρωτοπορίας είναι αντιδημοκρατικό εξ ορισμού, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη δομή του, ως διαχωρισμένο σώμα που θεωρεί ότι διαθέτει ανώτερη γνώση και προτείνει σε ένα σώμα που εκτελεί. Όποια μορφή και να πάρει αυτός ο διαχωρισμός, θα οδηγήσει μοιραία σε γραφειοκρατικοποίηση και, κατά συνέπεια, ένα αντιγραφειοκρατικό κόμμα αποτελεί αντίφαση εν τοις όροις. Ο Λεφόρ αντιπροτείνει συνεπώς μια χαλαρή, αποκεντρωμένη, ευέλικτη μορφή οργάνωσης, με υποστηρικτικό και όχι καθοδηγητικό ρόλο στην ταξική πάλη. [4]

Συνεπώς, ήδη το 1958, ακόμη εντός του πλαισίου της συζήτησης που διεξάγεται στην ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, η αντιπαράθεση του Καστοριάδη και του Λεφόρ έχει, εν σπέρματι, διατυπωθεί. Ο Καστοριάδης υποστηρίζει τη δημοκρατική, αντιγραφειοκρατική, συμβουλιακή οργάνωση της συλλογικής άσκησης της εξουσίας και στο επίπεδο του κόμματος. Ο Λεφόρ αντιθέτως, εντοπίζει το σπέρμα της γραφειοκρατικοποίησης στην ίδια την ύπαρξη αυτής της εξουσίας. [5]

Μια δεύτερη αποτύπωσης αυτής της αντιπαράθεσης έχουμε γύρω από την αποτίμηση του Μάη του ’68. Όπως σημειώνει ο Antoine Chollet [6], που συνοψίζει υποδειγματικά τη συζήτηση, οι δύο στοχαστές συμφωνούν σε τρία κομβικά σημεία για τον Μάη του ’68. Πρώτον, τον θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικό, τον τοποθετούν σε μια επαναστατική παράδοση που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της νεωτερικότητας και τον υπερασπίζονται απέναντι στη δυσφήμιση και την υποτίμηση της αξίας του.

______________________________

[3] Καστοριάδης, Ακυβέρνητη κοινωνία, 39 κ.εξ.

[4] Βλ. Claude Lefort, «Organisation et parti», Socialisme ou Barbarie, τ.χ. 26 (1958).

[5] Για μια σύγκριση σε αυτό το επίπεδο βλέπε Nicolas Poirier, «Quel projet politique contre la domination bureaucratique ? Castoriadis et Lefort à Socialisme ou Barbarie (1949-1958)», Revue du MAUSS 2, τ.χ. 38 (2011): 185-196, doi 10.3917/rdm.038.0185.

[6] Antoine Chollet, «Claude Lefort et Cornelius Castoriadis : regards croisés sur Mai 68», Politique et Sociétés 341 (2015): 55, doi: 10.7202/1030100ar.

______________________________

Χαρακτηριστικά, ο Καστοριάδης είναι τόσο ενθουσιασμένος όταν περιγράφει «τα γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων εβδομάδων», ώστε γράφει στο «1968, la révollution anticipée», στην πρώτη κιόλας σελίδα, ότι «ο Μάης του ’68 άνοιξε μια νέα περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας» [7] . Δεύτερον, και οι δύο αναδεικνύουν ότι ο Μάης του ’68 αμφισβήτησε τις καθιερωμένες ιεραρχίες και συνεπώς τη γραφειοκρατία, μια μάχη την οποία θεωρούσαν κεντρική ήδη από την εποχή του Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα και σημαδεύει το σύνολο του έργου τους. Τρίτον, υπογραμμίζουν τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του Μάη, που βρίσκεται σε συμφωνία με την αντίληψή τους για τη δημιουργία, την ενδεχομενικότητα, τον ανοιχτό χαρακτήρα της ιστορίας.

Ωστόσο, παρά τις συγκλίσεις, βλέπουμε να αναδιατυπώνεται και πάλι η βασική τους διαφωνία, όχι πια με αφετηρία τον τρόπο οργάνωσης σε μια μικρή πολιτική ομάδα αλλά την εκτίμηση του χαρακτήρα ενός κορυφαίου πολιτικού γεγονότος, που σημάδεψε το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Στο νέο αυτό πλαίσιο, γίνεται εμφανέστερη η έκτασή της. Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ο Μάης είναι μια αποτυχημένη επανάσταση, η οποία ηττήθηκε γιατί, όπως και πολλές επαναστάσεις του παρελθόντος, δεν μπόρεσε να εγκαθιδρύσει μια δημοκρατική εξουσία, να αρθρώσει και να εφαρμόσει το πρόταγμα της αυτονομίας.

Μάλιστα, η ήττα αυτή είχε σοβαρές πολιτικές συνέπειες, γιατί άνοιξε τον δρόμο για την αντίδραση, την ιδιωτικοποίηση του ατόμου, την περαιτέρω γραφειοκρατικοποίηση των δυτικών κοινωνιών και την ένταση των αυταρχικών πολιτικών.[8] Για τον Κλόντ Λεφόρ αντιθέτως, ο Μάης του ’68 ήταν μια επιτυχημένη εξέγερση. [9] Δεν πήρε την εξουσία, όχι γιατί δεν μπόρεσε αλλά γιατί δεν θέλησε.

Και σωστά δεν θέλησε να πάρει την εξουσία, λέει ο Λεφόρ, γιατί αυτό προϋποθέτει πάντοτε τη χρήση του τρόμου. Αντιθέτως, ο Μάης νίκησε γιατί κατάφερε να γενικεύσει την αναταραχή και την αταξία. Κι αυτό αποτελεί από μόνο του επιτυχία [10], είναι το θεμέλιο της ελευθερίας και της δημοκρατίας. 

________________________________

[7] Στο Edgar Morin, Claude Lefort, και Cornelius Castoriadis, Mai 68, La Brèche (Παρίσι: Fayard, 1968).

[8] Chollet, «Claude Lefort et Cornelius Castoriadis», 52.

[9] Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο Lefort δεν ασκεί και κριτική. Για παράδειγμα, σε άρθρο του στη Monde το 1969 με τίτλο «Réssurection de Trotsky ?» διαπραγματεύεται την αντιφατική σημασία της ανόδου του τροτσκισμού μετά τον Μάη. Βλέπε Claude Lefort, Éléments d’une critique de la bureaucratie (Γενεύη: Librairie Droz S.A., 1971), 347-350.

[10] Chollet, «Claude Lefort et Cornelius Castoriadis», 53 και Castoriadis, «1968, la révolution anticipée» στο Castoriadis, Lefort, Morin, Mai 68, La Brèche.

______________________________

Αυτή η αντιπαράθεση την οποία εντοπίσαμε πρώτα σε ένα στοιχειακό οργανωτικό επίπεδο και στη συνέχεια γύρω από το μεγάλο ιστορικό γεγονός του Μάη, αναπαράγεται στη συνέχεια σε πιο θεωρητικό και φιλοσοφικό επίπεδο, γιατί μπορεί οι δύο στοχαστές να εγκαταλείπουν την πολιτική δράση αυτή καθαυτή, αλλά δεν σταματούν ποτέ να εμβαθύνουν περαιτέρω θεωρητικά. Μέσα από την πορεία αυτής της συζήτησης, που εκτείνεται σε δεκαετίες, μία ρήξη που αρχικά αφορούσε το ζήτημα της οργάνωσης αποδεικνύεται ρήξη όχι απλώς πολιτική αλλά βαθύτατα φιλοσοφική και με ρίζες που απλώνονται στον χρόνο. Στην προσπάθειά τους να απαντήσουν και οι δύο στοχαστές αναζητούν θεμέλια και αντανακλάσεις στο παρελθόν. Σχηματοποιώντας προσωρινά τη σκέψη τους, που με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να περιοριστεί έτσι, θα λέγαμε ότι ο Καστοριάδης στρέφεται περισσότερο στο παράδειγμα της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας, στα πρώτα σπαράγματα του δημοκρατικού προτάγματος, ενώ ο Λεφόρ ανατρέχει στα θεμέλια της νεωτερικότητας, στα τελευταία σπαράγματα των αυτόνομων ιταλικών πόλεων, και συγκεκριμένα στα γραπτά του Μακιαβέλι.[11]

Κάποιους μπορεί να τους ξενίζει αυτή η στροφή στο απώτερο παρελθόν, αυτή η ενασχόληση με τα θεμέλια, και συχνά έχει ασκηθεί κριτική στον Καστοριάδη για την επιστροφή και την επιμονή του στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία. Όμως, η ανάγκη για μια τόσο βαθιά αναζήτηση υπαγορεύεται από το μέγεθος της φρίκης που σημάδεψε τον 20ο αιώνα. Γι’ αυτό, ο Καστοριαδης και ο Λεφόρ δεν είναι οι μόνοι που κάνουν αυτή την κίνηση. Στην προσπάθειά της να κατανοήσει τη φρίκη του ναζισμού και τη φριχτή αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού, η Χάνα Άρεντ, η δεσπόζουσα αυτή μορφή, ακολουθεί κι εκείνη αντίστοιχη πορεία. Ανεβαίνει στις πηγές του δυτικού στοχασμού για να αναζητήσει εκεί την αρχή του κακού, ασκεί σκληρή κριτική στον πλατωνισμό και εμπνέεται κι εκείνη από την αρχαία ελληνική δημοκρατία. [12] Από αυτή την άποψη, σημειώνω εν παρόδω, ότι είναι μάλλον βιαστική η εκτίμηση όσων θεωρούν τον Λεφόρ και τον Καστοριάδη μοναχικές και μάλλον απομονωμένες αν όχι περιθωριακές φιγούρες. [13]

Αυτό μπορεί να ισχύει όσον αφορά την αντιμετώπιση τους από μια συγκεκριμένη μερίδα της γαλλικής διανόησης, όμως, εκ των υστέρων μπορούμε να δούμε ότι ο Λεφόρ και ο Καστοριάδης ανήκουν σε ένα ευρύτερο ρεύμα με σημαντικότατους εκπροσώπους και θα ήταν μάλλον δικαιότερο και γονιμότερο να τους τοποθετήσουμε δίπλα σε στοχαστές όπως η Άρεντ ή ο Ρικέρ [14]. 

__________________

[11] Βλέπε την εμβληματική ερμηνεία του μακιαβελικού έργου από τον Claude Lefort, Le travail de l’œuvre Machiavel (Παρίσι: Gallimard, 1972).

[12] Σωτήρης Σιαμανδούρας, « Η έννοια του Ολοκληρωτισμού στην Άρεντ», Κόκκινο, τ.χ. 9, (2017) : 73-82.

[13] Για την απομόνωση του Καστοριάδη και του Λεφόρ βλέπε Jean-Louis Fabiani, «Qu’est ce qu’une pratique philosophique minoritaire?», στο Nicolas Poitier επιμ., Cornelius Castoriadis et Claude Lefort, 19 κ.εξ.

[14] Για τη σχέση του Καστοριάδη με τον Ρικέρ βλέπε τον πρόλογο του Johann Michel στο Cornelius Castoriadis, Paul Ricoeur, Dialogue sur l’histoire et l’imaginaire social (Παρίσι: Editions de l’Ecole des hautes études en sciences sociales, 2016), 7-34. Βλέπε επίσης, Αλέξανδρος Σχισμένος, «Κοινωνικό φαντασιακό, ερμηνευτική και δημιουργία», Kaboom, τ.χ. 1 (2016): 41-60.

________________________________

Σε κάθε περίπτωση, στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, ο Καστοριάδης βρίσκει, πάντα ως «γονιμοποιό σπέρμα και όχι ως πρότυπο» όπως λέει, ένα σώμα ενιαίο –παρά τον εσωτερικό πλουραλισμό- που νομοθετεί, δικάζει και κυβερνά, με βάση την κρίση του, ρητά και συνειδητά, γνωρίζοντας και ενίοτε απωθώντας, διαυγάζοντας τις ασυνείδητες επιθυμίες του. Με βάση αυτό το παράδειγμα επιχειρεί να υπερβεί τους διαχωρισμούς και κατά συνέπεια τη γραφειοκρατικοποίηση, την ετερονομία και τον κίνδυνο του ολοκληρωτισμού, προς μια δημοκρατία όπου η εξουσία ασκείται από όλους, με τις ελάχιστες δυνατές διαμεσολαβήσεις. Στο σημείο αυτό ωστόσο, παράλληλα με τις απελευθερωτικές δυνατότητες, ο Κορνήλιος Καστοριάδης αναδεικνύει και μια προβληματική των ορίων της θέσμισης και της πράξης.

Σε πολλά κείμενα του και από διαφορετικούς δρόμους καταλήγει ξανά και ξανά σε μία έννοια την οποία θεωρεί σχεδόν συνώνυμη της αυτονομίας και μία από τις τρεις σημαντικότερες, κεντρικές φαντασιακές σημασίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού [15]. Αυτή η έννοια είναι η έννοια του αυτοπεριορισμού. «Η δημοκρατία», γράφει ο Καστοριάδης, «είναι το καθεστώς του αυτοπεριορισμου· είναι συνεπώς επίσης το καθεστώς του ιστορικού ρίσκου». Κι αυτό είναι ένα ρίσκο το οποίο, αυτός ο στοχαστής της επανάστασης –όπως βεβαίως την ορίζει ο ίδιος είναι διατεθειμένος να το πάρει, γιατί, όπως λέει, είναι προτιμότερο από τη δουλεία. [16]

Ο Λεφόρ από την άλλη, βρίσκει στον Μακιαβέλι ένα διχασμένο σώμα που διατηρεί την ισορροπία του μέσα από την έκφραση της λαϊκής επιθυμίας σε σύγκρουση με την επιθυμία των «μεγάλων». Η λαϊκή επιθυμία, αυτοπεριοριζόμενη –όπως αυτοπεριοριζόμενο είναι το υποκείμενο και στον Καστοριάδη-, δεν καταλαμβάνει την εξουσία αλλά δεν επιτρέπει και την ολοκληρωτική κατάληψή της. [17] 

_______________________________

[15] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα (Αθήνα: Ύψιλον, 1999), 13.

[16] Καστοριάδης, Ακυβέρνητη Κοινωνία, 229· Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, μτφρ. Ξενοφών Γιαταγάνας ( Αθήνα: Κριτική, 2007), 84-85· Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία, 13· Κορνήλιος Καστοριάδης, Ανθρωπολογία, Πολιτική, Φιλοσοφία (Αθήνα: Ύψιλον, 2001), 65-66.

[17] Βεβαίως, όταν αναφέρεται στην εξουσία ως «κενό τόπο» στις σύγχρονες δημοκρατίες, ο Lefort δεν κάνει λόγο για μια απλή συνεννόηση μεταξύ εμπλεκόμενων μερών που με πλήρη γνώση των ορίων τους συμφωνούν να μην καταλάβει κανένα τους την ολοκληρωτική εξουσία αλλά για την ύπαρξη ενός κενού που υπερβαίνει τον λόγο, για μια εξουσία που γίνεται αντιληπτή άρρητα ως εξουσία που δεν μπορεί να έχει κανείς. Κατά κάποιο τρόπο θα λέγαμε ότι πρόκειται για το κενό μετά τον θάνατο του Θεού και τον αποκεφαλισμό των εκπροσώπων της εξουσίας του επί της γης. Βλέπε Claude Lefort, Essais sur le politique (XIXe-XXe siècles) (Παρίσι: Seuil, 1986), ειδικά το κεφάλαιο «Permanence du théologicopolitique?». 

_______________________________

Ο τόπος της εξουσίας εκκενώνεται και κατά συνέπεια ο –ανυπέρβλητος- κοινωνικός διχασμός δεν οδηγεί στην πλήρη γραφειοκρατικοποίηση και, ενώ η ετερονομία θεωρείται καταστατική, όπως και ο κοινωνικός διχασμός, απομακρύνεται όμως ο κίνδυνος του ολοκληρωτισμού, χάρη στις διαμεσολαβήσεις και, κυρίως, χάρη στην αναταραχή. [18]

Φτάνοντας σε πιο θεωρητικό επίπεδο, οι αποκλίσεις των δύο συγγραφέων που τις είδαμε πρώτα σε οργανωτικό και στη συνέχεια σε πολιτικό επίπεδο, αποκρυσταλλώνονται και βαθαίνουν. Εδώ είναι ίσως ευκολότερο να τις συμπλησιάσουμε αρνητικά. Πράγματι, και οι δύο προσεγγίσεις έχουν να αντιμετωπίσουν τα όρια των παραδειγμάτων στα οποία αναφέρονται. Πέρα από το ζήτημα της δουλείας και των γυναικών, ο Καστοριάδης έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της σύντομης ζωής της αθηναϊκής δημοκρατίας, η οποία σύντομα πέφτει στην ύβρη, όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος. [19] Δεν αυτοπεριορίζεται και οδηγείται στην πτώση. Απέναντι σε αυτό το πρόβλημα ο Καστοριάδης, όπως είπαμε, μας καλεί να πάρουμε παρόλα αυτά το ρίσκο της δημοκρατίας, που είναι προτιμότερο από τη δουλεία. Ο Λεφόρ από την άλλη, έχει να αντιμετωπίσει αφενός το πρόβλημα Μακιαβέλι -ο οποίος δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχει μείνει στην ιστορία κυρίως ως στοχαστής της δημοκρατίας- αλλά και το πρόβλημα της Φλωρεντίας. Όχι μόνο οι Διατριβές, το δημοκρατικό έργο του Μακιαβέλι, κλείνουν υμνώντας τον αποδεκατισμό, δηλαδή τις εκτελέσεις στην τύχη, ως υπέροχο δημοκρατικό μέτρο [20], αλλά η φλωρεντινή δημοκρατία, η πολιτική εμπειρία στην οποία αναφέρεται ο Μακιαβέλι, η δημοκρατία του Σοντερίνι, σύντομα κι αυτή, ακόμη πιο σύντομα από την αθηναϊκή δημοκρατία, υποκύπτει σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο: το ανερχόμενο συγκεντρωτικό κράτος. 

_________________

[18] Για το ζήτημα της εξουσίας συγκριτικά στον Καστοριάδη και τον Λεφόρ βλέπε ειδικότερα τα κείμενα των Antoine Chollet, Philippe Coumiéres και Robert Legros στο Poitier επιμ., Cornelius Castoriadis et Claude Lefort. Βλέπε επίσης το Chollet, «Claude Lefort et Cornelius Castoriadis».

[19] Καστοριάδης, Ακυβέρνητη Κοινωνία, 229.

[20] Νικολό Μακιαβέλι, Έργα, Α’-Β’, μτφρ.-επιμ. Παναγιώτης Κονδύλης (Αθήνα: Κάλβος, 1984), βλέπε το τελευταίο κεφάλαιο των Διατριβών.

_______________

Η λαϊκή επιθυμία δεν κατορθώνει να κρατήσει τους Μεδίκους μακριά από την εξουσία για πολύ. Μάλιστα, λίγο μετά τον θάνατο του Μακιαβέλι, η Φλωρεντία μετατρέπεται επισήμως και οριστικά σε Δουκάτο. [21] Απέναντι σε αυτό το πρόβλημα, ο Λεφόρ μας καλεί και αυτός να πάρουμε ένα ρίσκο, να πάρουμε το ρίσκο να μην καταλάβουμε την εξουσία, ένα ρίσκο που θεωρεί προτιμότερο από τον ολοκληρωτισμό.

Αλλά γιατί αναζητούν τόσο μακρινά παραδείγματα, τόσο ο Καστοριάδης όσο και ο Λεφόρ, παρά τις εμφανείς αδυναμίες αυτών των παραδειγμάτων; Οι δύο στοχαστές μοιράζονται το εγχείρημα επαναθεμελίωσης της πολιτικής φιλοσοφίας συνολικά. Ο Λεφόρ ξεκινάει μάλιστα ένα βιβλίο με αυτόν τον τρόπο. Η πρώτη φράση του Essais sur le politique είναι: «Σκοπός μου εδώ είναι να ενθαρρύνω και να συνεισφέρω στην αναγέννηση της πολιτικής φιλοσοφίας» [22]. Το ίδιο και ο Καστοριάδης αναμετράται με «το σύνολο του κληρονομημένου στοχασμού» [23]. Γι’ αυτό και αναζητούν τις λύσεις στα θεμέλια. Μάλιστα, ο Καστοριάδης πηγαίνει τόσο πίσω, προκειμένου να εντοπίσει την αρχή του κακού, που στον πρόλογο της Φαντασιακής Θέσμισης γράφει: «Το κακό αρχίζει επίσης όταν ο Ηράκλειτος τόλμησε να πει […]»[24]. Επιστρέφοντας όμως στα θεμέλια, έρχονται αντιμέτωποι με κλασσικές απορίες. Συζητώντας με τον Μακιαβέλι, ο Λεφόρ συζητάει και με την αρχαιότητα, γιατί ο Μακιαβέλι συζητάει με την αρχαιότητα, όπως με την αρχαιότητα συζητάει και ο Καστοριάδης.

Είναι καλό να θυμόμαστε ότι το ερώτημα της διάρκειας, που θέτει ο Καστοριάδης όταν συζητάει τη σύντομη διάρκεια της αθηναϊκής δημοκρατίας, είναι ένα κλασσικό κριτήριο διάκρισης των πολιτευμάτων σε καλά και σε κακά, που το βρίσκουμε στον Αριστοτέλη και το βρίσκουμε και στον Πολύβιο [25]. Με τον Πολύβιο αναμετράται και ο Μακιαβέλι, με τον οποίο αναμετράται με τη σειρά του ο Λεφόρ. 

_________________________

[21] Για μια ερμηνεία του Μακιαβελικού έργου που επιχειρεί μεταξύ άλλων και να αναδείξει αυτές τις αντιφάσεις, βλέπε Σωτήρης Σιαμανδούρας, Νικολό Μακιαβέλι: Αμηχανία και Μηχανική. Ελευθερία και πολιτικός χρόνος στα θεμέλια της νεωτερικότητας (Αθήνα: Εξάρχεια, 2015).

[22] Op. cit.

[23] Κορνηλιος Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, μτφρ. Σωτήρης Χαλικιάς, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης (Αθήνα: Κέδρος, 1981), 247.

[24] Ibid., 15, η υπογράμμιση δική μου.

[25] Πολύβιος, Ιστορίαι ΣΤ’, Ζ’, Η’, μτφρ. Νίκος Τριανταφυλλόπουλος (Αθήνα: Στιγμή, 2000), ειδικότερα στο βιβλίο ΣΤ’ 3-10.

_____________________________

Στο σημείο αυτό, στην ανάγνωση του Μακιαβέλι, που καθορίζει τη σκέψη του Λεφόρ και άρα και τη ρήξη μεταξύ του Λεφόρ και του Καστοριάδη, αξίζει ίσως να σταθούμε λίγο περισσότερο. Συνηθίζεται άλλωστε, όταν έχουμε να κάνουμε με τη σκέψη του Λεφόρ, να δίνεται σημαντική έκταση στην πάλη του με το μακιαβελικό έργο. [26] Λέμε συχνά ότι ο Μακιαβέλι, στις απαρχές της νεωτερικότητας, θεμελιώνει την αυτονομία της πολιτικής σφαίρας. Το κάνει με διαφορετικό τρόπο στις Διατριβές και στον Ηγεμόνα. Στις Διατριβές, το δημοκρατικό του έργο, όπου επικεντρώνει ο Λεφόρ, το κάνει με ορισμένες αλλαγές στο κλασσικό σχήμα της ανακύκλωσης των πολιτευμάτων.

Εν συντομία, ενώ στο αρχαίο σχήμα πηγή του νόμου πρέπει να είναι ο Λόγος, στις Διατριβές, το δημοκρατικό βιβλίο του Μακιαβέλι, ο Λόγος ως πηγή του νόμου αντικαθίσταται από τον κοινωνικό διχασμό και ο κοινωνικός διχασμός αναλύεται στη συνέχεια στη σύγκρουση των «μεγάλων» με τον «λαό», στη σύγκρουση δύο επιθυμιών, της επιθυμίας των «μεγάλων» να κυριαρχούν και της επιθυμίας του «λαού» να μην κυριαρχείται. Με ορισμένες προϋποθέσεις, στις οποίες δεν θα σταθούμε εδώ, το μεικτό πολίτευμα, η δημοκρατία όπως την αντιλαμβάνεται ο Φλωρεντίνος, θεμελιώνεται λοιπόν στη λαϊκή επιθυμία, ο χαρακτήρας της οποίας σχετίζεται στη συνέχεια με την ανισότητα, που δεν είναι σταθερό μέγεθος αλλά εξαρτάται κι αυτή, με τη σειρά της, από το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης. «Μια τέτοια διαφθορά και τόσο μικρή ικανότητα για ελευθερία γεννιέται από κάποιαν ανισότητα στην πόλη» [27], μας λέει ο Φλωρεντίνος και μας καλεί να διορθώσουμε το κακό, στο μέτρο του δυνατού.

Αλλά δεν υπάρχει τρόπος να διασφαλίσουμε το αποτέλεσμα. Και παρόλα αυτά, ο Μακιαβέλι αποφασίζει κι αυτός να πάρει ένα ρίσκο. Το ρίσκο του διχασμού αντί για την ομόνοια, των αναταραχών, των στάσεων, των συκοφαντιών, της προδοσίας, της άρνησης του λαού ακόμη και να πολεμήσει. Και δηλώνει ρητά ότι η λαϊκή επιθυμία πρέπει να απελευθερωθεί, αλλά πρέπει, μας λέει κι εκείνος, τη στιγμή που η δημοκρατία της Φλωρεντίας παλεύει για την επιβίωση, και να αυτοπεριοριστεί. [28]

________________________

[26] Για παράδειγμα, ο Bernard Flynn αφιερώνει στην ερμηνεία του μακιαβελικού έργου το ένα τρίτο περίπου του The Philosophy of Claude Lefort: Interpreting the Political (Ιλινόις: Northwestern University Press, 2005).

[27] Νικολό Μακιαβέλι, Il principe et altre opere politiche (Μιλάνο: Garzanti, 1999), 156.

[28] Ibid., 202, η μετάφραση δική μου: «Γιατί, όπως έλεγε ο βασιλιάς Φερδινάνδος, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται συχνά σαν μικρά αρπακτικά, που έχουν τέτοια επιθυμία να επιτεθούν στη λεία τους, ώστε δεν αντιλαμβάνονται κάποιο άλλο, μεγαλύτερο πτηνό, που πέφτει πάνω τους να τα σκοτώσει.»

_______________________

Εδώ υπάρχει πολύ μεγάλος πλούτος. Από τη λεπτομερειακή μελέτη της δουλειάς του Λεφόρ στον Μακιαβέλι προκύπτει μια καθαρή διατύπωση –απλούστερη αλλά όχι απλοϊκή- πολλών προβλημάτων που απασχολούν τόσο τον Λεφόρ όσο και τον Καστοριάδη.

Αλλά για τις ανάγκες και τον χώρο αυτής της ανακοίνωσης αρκεί να διαπιστώσουμε το κοινό σημείο, το κοινό ρίσκο που αναλαμβάνουν ο Καστοριάδης και ο Λεφόρ, ο ένας εντοπίζοντάς το στην ελληνική αρχαιότητα και ο άλλος συναντώντας το, με τον τρόπο που είδαμε, στα θεμέλια της νεωτερικότητας. Το ρίσκο της δημοκρατίας, όπως αναδεικνύεται μέσα από αυτή τη συζήτηση δεκαετιών αλλά και αιώνων και χιλιετιών, είναι το ρίσκο του αυτοπεριορισμού.

Ο αυτοπεριορισμός από μόνος του, δεν έχει κάτι το εντυπωσιακό. Έχει κι αυτός μακρά φιλοσοφική και πολιτική ιστορία. Μπορεί μάλιστα να γίνει και επικίνδυνος. [29] Είναι όμως εντυπωσιακό να τον βρίσκουμε ως τελευταία δικλείδα ασφαλείας σε στοχαστές που συχνά θεωρούνται «ακραίοι», σε στοχαστές της εξέγερσης ή της επανάστασης. Δεν μπορεί επίσης, ο αυτοπεριορισμός, να είναι τελειωτική λύση. Μπορούμε πραγματικά να τιθασεύσουμε τα πραγματικά μας πάθη; Μπορεί ένα κίνημα, που έχει τη δύναμη να καταλάβει την εξουσία, να αυτοπεριοριστεί και να μην επιχειρήσει να την καταλάβει; Κι αν αυτοπεριοριστεί εκείνο, η άλλη πλευρά θα αυτοπεριοριστεί; Θα αυτοπεριοριστούν οι Μεδίκοι; Θα αυτοπεριοριστεί, για παράδειγμα, ένας Φράνκο; Και αντιστρόφως, μπορεί μια άμεση δημοκρατία να μην διαπράξει ύβρη, να μην ασκήσει άσχημα την εξουσία της, όταν μπορεί να το κάνει; Κι αν δεν το κάνει εκείνη, δεν θα βρεθεί ένας Αλκιβιάδης;

Δεν θέλω εδώ να προκαταλάβω την απάντηση. Νομίζω όμως, ότι πάνω στη βάση του αυτοπεριορισμού, αν μπορούμε να λειάνουμε με αυτόν αντινομίες που απειλούν το δημοκρατικό πρόταγμα ανά τους αιώνες, όπως μας προτείνουν και οι δύο στοχαστές, τότε ίσως να μπορούμε να λειάνουμε και τη μεταξύ τους αντιπαράθεση. Μπορεί ίσως, ένα κοινωνικό κίνημα, όπως το φανταζόταν κάποτε ο Λεφόρ, να αυτοπεριοριστεί, και ενώ δεν καταλαμβάνει την εξουσία ως κίνημα, να στηρίξει -και να ελέγξει- τη δημιουργία μιας δημοκρατικής εξουσίας, όπως θα την ήθελε ο Καστοριάδης, που κι αυτή όμως να αυτοπεριοριστεί και να επιτρέψει την αμφισβήτηση, την αναταραχή, τους κενούς, τους ενδιάμεσους χώρους, όπου ανασαίνει ένα άλλο είδος ελευθερίας. Αν είχαμε να κάνουμε με ανθρώπους που αυτοπεριορίζονται, με κοινωνίες που αυτοπεριορίζονται, με «μεγάλους» και με «μικρούς» που αυτοπεριορίζονται –όπως στον Μακιαβέλι του Λεφόρ-, που δεν καταλαμβάνουν την εξουσία για την εξουσία, που δεν επεκτείνουν την εξουσία τους απρόσεχτα, θα ήταν πράγματι εφικτό. Έχουμε όμως να κάνουμε με τέτοιους ανθρώπους;

Έχουμε να κάνουμε με τέτοιες κοινωνίες; Θα έχουμε ποτέ να κάνουμε με τέτοιους ανθρώπους; Η αλήθεια, η σχεδόν ταυτολογική αλήθεια, είναι ότι, αν θέλουμε ποτέ να έχουμε να κάνουμε με τέτοιους ανθρώπους και τέτοιες κοινωνίες, θα πρέπει, μας λένε με μία φωνή ο Καστοριάδης και ο Λεφόρ, πάνω από τις αξεπέραστες αντιθέσεις τους, να αρχίσουμε να μιλάμε περισσότερο για αυτό το παράξενο ζώο: την πιθανή ριζοσπαστικότητα του αυτοπεριορισμού

_____________________________

[29] Τα σχετικά παράδοξα διαπραγματεύεται ο Isaiah Berlin, ειδικότερα στο τρίτο κεφάλαιο του «Δύο είδη ελευθερίας», που περιλαμβάνεται στον τόμο Four essays on liberty (Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 1969).

 

Διαβάστε Επίσης  Για το ζήτημα της πολιτισμικής μεροληψίας στη σύγχρονη ψυχολογία

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Berlin, Isaiah. Four essays on liberty. Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 1969.

– Castoriadis, Cornelius και Paul Ricoeur. Dialogue sur l’histoire et l’imaginaire social. Παρίσι: Editions de l’Ecole des hautes études en sciences sociales, 2016.

– Castoriadis, Cornelius, Claude Lefort, και Edgar Morin. Mai 68, La Brèche. Παρίσι: Fayard, 1968.

– Chollet, Antoine. «Claude Lefort et Cornelius Castoriadis: regards croisés sur Mai 68», Politique et Sociétés 341 (2015): 37-60. doi: 10.7202/1030100ar.

– Flynn, Bernard Flynn. The Philosophy of Claude Lefort: Interpreting the Political. Ιλινόις: Northwestern University Press, 2005.

– Καστοριάδης, Κορνήλιος. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα. Αθήνα: Ύψιλον, 1999.

– Καστοριάδης, Κορνήλιος. Ακυβέρνητη κοινωνία. Συνεντεύξεις και συζητήσεις 1974- 1997. Μτφρ. Ζήσης Σαρίκας. Αθήνα: Ευρασία, 2010.

– Καστοριάδης, Κορνήλιος. Η ελληνική ιδιαιτερότητα. Μτφρ. Ξενοφών Γιαταγάνας. Αθήνα: Κριτική, 2007.

– Καστοριάδης, Κορνήλιος. Ανθρωπολογία, Πολιτική, Φιλοσοφία. Αθήνα: Ύψιλον, 2001.

– Καστοριάδης, Κορνηλιος. Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας. Μτφρ. Σωτήρης Χαλικιάς, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης. Αθήνα: Κέδρος, 1981.

– Lefort, Claude. «Organisation et parti.» Socialisme ou Barbarie, τ.χ. 26 (1958).

– Lefort Claude. Essais sur le politique (XIXe-XXe siècles). Παρίσι: Seuil, 1986.

– Lefort, Claude. Le travail de l’œuvre Machiavel. Παρίσι: Gallimard, 1972.

– Lefort, Claude. Éléments d’une critique de la bureaucratie. Γενεύη: Librairie Droz S.A., 1971.

– Machiavelli, Niccolò. Έργα. Α’-Β’. Μτφρ.-επιμ. Παναγιώτης Κονδύλης. Αθήνα: Κάλβος, 1984.

– Machiavelli, Niccolò. Il principe et altre opere politiche. Μιλάνο: Garzanti, 1999.

– Πολύβιος. Ιστορίαι ΣΤ’, Ζ’, Η’. Μτφρ. Νίκος Τριανταφυλλόπουλος. Αθήνα: Στιγμή, 2000.

– Poirier, Nicolas. « Quel projet politique contre la domination bureaucratique ? Castoriadis et Lefort à Socialisme ou Barbarie (1949-1958) » Revue du MAUSS 2, τ.χ. 38 (2011): 185-196. doi: 10.3917/rdm.038.0185.

– Poitier, Nicolas επιμ., Cornelius Castoriadis et Claude Lefort: l’expérience démocratique. Lormont: Le bord de l’eau, 2015.

– Σιαμανδούρας, Σωτήρης. Νικολό Μακιαβέλι: Αμηχανία και Μηχανική. Ελευθερία και πολιτικός χρόνος στα θεμέλια της νεωτερικότητας. Αθήνα: Εξάρχεια, 2015.

– Σιαμανδούρας, Σωτήρης. « Η έννοια του Ολοκληρωτισμού στην Άρεντ.» Κόκκινο, τ.χ. 9, (2017) : 73-82.

– Σχισμένος, Αλέξανδρος. «Κοινωνικό φαντασιακό, ερμηνευτική και δημιουργία» Kaboom, τ.χ. 1 (2016).

 

Διαβάστε Επίσης  Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο «Το Δίκαιο ως πραγματικότητα της ελευθερίας» 250 χρόνια Χέγκελ - 200 χρόνια Φιλοσοφία του Δικαίου

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!