Η κατασκευή της πραγματικότητας και οι Εικόνες που προβάλλουν τα ΜΜΕ για την αστυνομία

 Η κατασκευή της πραγματικότητας και οι Εικόνες που προβάλλουν τα ΜΜΕ για την αστυνομία[1]

ΜΑΡΙΑΣ ΚΡΑΝΗ, Κοινωνιολόγου,

ΜΔΕ Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου

 

  1. Η κατασκευή της πραγματικότητας από τα ΜΜΕ και οι εικόνες για την αστυνομία

Σύμφωνα με τη θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης η πραγματικότητα αναδύεται μέσα από τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις των ατόμων μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους, ενώ τα νοήματα κατασκευάζονται και ανακατασκευάζονται μέσω της διαδικασίας της ερμηνείας, κατά την αλληλόδραση με τους άλλους[2]. Ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός υποστηρίζει ότι τα κοινωνικά φαινόμενα ερμηνεύονται πάντα μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που διαδραματίζονται, με βασικό στοιχείο τα συμφραζόμενα και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατασκευάζουν τα νοήματα μέσω της αλληλεπίδρασης μεταξύ τους[3]. Με βάση τη θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων, η επικοινωνία μεταξύ των ατόμων έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη ενός κοινού πλαισίου αναφοράς. Εκείνο το πλαίσιο αναφοράς αποτελείται από τις κοινωνικές αναπαραστάσεις, συλλογικές, δηλαδή, δομές που αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία κατανοεί τον κόσμο[4].

Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση συμβολικών συστημάτων.[5] Εφόσον η παρουσίαση ενός γεγονότος από τα ΜΜΕ υποκαθιστά τη μη προσωπική επαφή του δέκτη με αυτό, γίνεται φανερό ότι τα Μέσα παρεμβαίνουν και συμβάλλουν στην μετάδοση συμβολικών συνόλων και συστημάτων στο κοινό, με τη μορφή πληροφοριών και ειδήσεων, επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο την ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας[6], αλλά και την κοινή γνώμη.

«Η κοινή γνώμη στηρίζεται στην ασυνείδητη προσπάθεια των ατόμων που ζουν σε μια κοινότητα να καταλήξουν σε ομοφωνία»[7]. Η κοινή γνώμη, λοιπόν, αποτελεί την κυρίαρχη γνώμη μιας φαινομενικής πλειοψηφίας, που επιτρέπει στα άτομα να εκφραστούν ελευθέρα χωρίς τον φόβο πιθανής απομόνωσής τους από το κοινωνικό τους περιβάλλον[8].

Τα Μέσα επιδρούν στην κοινή γνώμη με ποικίλους τρόπους. Ο πιο φανερός είναι μέσω του καθορισμού της ημερήσιας θεματολογίας (agenda setting), ο οποίος αποτελεί διαδικασία  μέσω της οποίας τα ΜΜΕ προσδιορίζουν τη σημασία των θεμάτων για τα οποία ο δέκτης καλείται να διαμορφώσει μια άποψη[9]. Ακόμη, οι δημοσιογράφοι «πλαισιώνοντας» («by framing») το εκάστοτε ζήτημα/θέμα μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο επηρεάζουν την κοινή γνώμη όσον αφορά τις αιτίες και πιθανές συνέπειες του ζητήματος[10]. Η πλαισίωση (media frame) αποτελεί, ουσιαστικά, μια συμβολική κατασκευή του ζητήματος, η οποία λειτουργεί ως πλοκή που συνδέει και συνέχει διαφορετικές ή αποσπασματικές πληροφορίες μεταξύ τους[11]. Τα Μέσα, δηλαδή, αποτελούν το σημείο συνάντησης του κοινού τους με το ευρύτερο περιβάλλον[12] και παρέχουν μια εκδοχή της πραγματικότητας την οποία εμείς, ως κοινό, υιοθετούμε στη συνέχεια ως δική μας[13].

 

  1. Σχέση αστυνομίας – ΜΜΕ

Η αστυνομία, ως θεσμός, αποτελεί έναν από τους πιο βασικούς μηχανισμούς του κράτους. Από τη στιγμή που πρωτοεμφανίστηκε στις ανθρώπινες κοινωνίες αποτέλεσε στη πλειονότητα των περιπτώσεων κατασταλτικό μηχανισμό[14]. Η αστυνομία στοχεύει στην εξασφάλιση της τάξεως και της ασφάλειας[15]. Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, από την άλλη, στοχεύουν στην ενημέρωση των πολιτών, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που ασκούν κριτική και έλεγχο στους κρατικούς φορείς και τους ασκούντες την εξουσία.

Ορισμένες φορές οι στόχοι της αστυνομίας και των Μέσων συμπίπτουν, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για θέματα εγκληματικότητας (π.χ. εξιχνίαση εγκλημάτων). Ωστόσο, δεν συμπίπτουν απαραίτητα και οι τρόποι αντιμετώπισης και διαχείρισης των θεμάτων αυτών[16].  Σύμφωνα με τον Reiner, επιφανή Βρετανό ερευνητή της αστυνομίας, η αστυνομία και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας είναι δεμένοι σ’ έναν «περίπλοκο βρόγχο αλληλεξάρτησης» («complex loop of interdependence»)[17]. Από τη μία πλευρά, τα Μέσα εξαρτώνται από την αστυνομία για συνεχή κάλυψη ειδήσεων σχετικών με το έγκλημα, οι οποίες συχνά αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος των ρεπορτάζ. Από την άλλη, η αστυνομία εξαρτάται από την κάλυψη των Μέσων, ώστε να υποβοηθηθεί η δράση της σε ό,τι αφορά στην πρόληψη του εγκλήματος, στην εξιχνίαση, καθώς και στην προβολή και προώθηση μιας θετικής εικόνας σχετικά με το αστυνομικό έργο[18]. Κατά τον Freckelton, υπάρχει μια «συμβιωτική» σχέση μεταξύ ορισμένων αντιπροσώπων της αστυνομίας και των μέσων ενημέρωσης, μια σχέση που δεν ευνοεί υψηλής ποιότητας κριτική δημοσιογραφική έρευνα σε θέματα ποινικής δικαιοσύνης ή αστυνόμευσης[19], ενώ τα τελευταία χρόνια η αστυνομία λαμβάνει πιο ενεργό ρόλο στην διαμόρφωση και διαχείριση της δημόσιας εικόνας της, ως απόρροια της ανάγκης για διαφάνεια από την πλευρά της και συνεργασία με τους πολίτες.

 

  1. Οι εικόνες που προβάλλουν τα Μέσα για την αστυνομία

Αν και στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχει μεγάλος αριθμός ερευνών που εξετάζουν τις εικόνες εγκλήματος στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, το ερευνητικό έργο περί την αστυνόμευση και την αστυνομία γενικότερα είναι περιορισμένο[20].

Έρευνα της Regina Lawrence, στο βιβλίο της The politics of force. Media and the construction of police brutality, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα γεγονότα κατασκευάζονται σε σημαντικές ειδήσεις, οι οποίες στη συνέχεια διαμορφώνουν τον δημόσιο διάλογο γύρω από την αστυνόμευση[21]. Για τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης έρευνας η συγγραφέας επέλεξε την ανάλυση περιεχομένου σχετικά με την κάλυψη θεμάτων που αφορούσαν τη χρήση βίας από την αστυνομία στις εφημερίδες New York Times και Los Angeles Times, για τη χρονική περίοδο από το 1985 έως το 1994[22]. Η συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χρήση βίας από την αστυνομία παρουσιάζεται εν συντομία και αποσπασματικά. Βασική πηγή πληροφοριών για τα περιστατικά χρήσης βίας αποτελούν στην πλειοψηφία των άρθρων επίσημες πηγές της αστυνομίας. Συμπεραίνει, ακόμη, ότι η πολιτική επιρροή σε αυτού του είδους τις ειδήσεις επικεντρώνεται στο να κρατά εκτός της ειδησεογραφικής ατζέντας τα προβλήματα της αστυνομίας και τις ερωτήσεις των πολιτών που εγείρονται σχετικά με την αστυνόμευση. Εντούτοις, ορισμένες περιπτώσεις υποτιθέμενης βαναυσότητας γίνονται σημαντικές ειδήσεις μέσω των οποίων οι επικριτές της αστυνομίας κερδίζουν προσωρινή προβολή στην αρένα των ΜΜΕ[23].

Έρευνα των Angela και Vanessa Chan, η οποία εξετάζει πώς επηρεάζονται οι στάσεις του κοινού από την μετάδοση πληροφοριών που αφορούν το έγκλημα και την αστυνομία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της παρουσίασης της είδησης και των στάσεων του κοινού[24]. Για τη διερεύνηση του τρόπου κάλυψης της αστυνομίας και της δράσης της από τα Μέσα, επιλέχθηκαν τρείς μεγάλες καθημερινές εφημερίδες του Hong Kong (Apple Daily, Oriental Daily, Sing Tao Daily) κατά τις χρονικές περιόδους 1-31/10/2011 και 1-31/1/2012, και οι ειδήσεις αφορούσαν βίαια και σεξουαλικά εγκλήματα [25]. Η έρευνα κατέδειξε ότι και οι τρεις εφημερίδες στη μεγαλύτερη έκταση των άρθρων τους ασκούσαν κριτική στην αποτελεσματικότητα της αστυνομίας και τις σχετικές κυβερνητικές αποφάσεις. Οι Apple Daily και Oriental Daily έκαναν χρήση του συναίσθηματος (sensational type) στην πλειοψηφία των άρθρων τους. Αναλυτικότερα, στο 75,9% των άρθρων της Apple Daily και 70% των άρθρων της Oriental Daily γινόταν χρήση του συναισθήματος. Ως αποτέλεσμα, η εικόνα της αστυνομίας παρουσιαζόταν περισσότερο αρνητική σε αυτές τις δύο εφημερίδες. Όσον αφορά τη Sing Tao Daily, αν και αυτή στο μεγαλύτερο ποσοστό του περιεχομένου της ασκούσε κριτική, παρουσίαζε τα γεγονότα περισσότερο από την οπτική της αστυνομίας, με αποτέλεσμα η εικόνα που προκύπτει γι’ αυτήν να είναι περισσότερο θετική στη συγκεκριμένη εφημερίδα[26].

Σύμφωνα με έρευνα για τις αναπαραστάσεις των αστυνομικών στα ΜΜΕ, και ειδικά της εξειδικευμένης Αντιτρομοκρατικής Ομάδας της Αστυνομίας της Σουηδίας (Swedish National Police Counter- Terrorist Unit), προβάλλονται εικόνες για την αστυνομία, οι οποίες όχι μόνο έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν την κοινή γνώμη σε ατομικό επίπεδο, αλλά μπορούν να επιδράσουν και σε ένα ευρύτερο συλλογικό επίπεδο[27]. Οι αναπαραστάσεις που κυριαρχούσαν στον Τύπο για την ομάδα ήταν οι θεαματικές συλλήψεις υπό δύσκολες συνθήκες και το υψηλό κύρος της ομάδας, με συχνές αναφορές στην ειδική εκπαίδευση, τον ειδικό εξοπλισμό και τις διαδικασίες ένταξης σε αυτήν[28]. Όπως αποδείχθηκε, οι θετικές αναπαραστάσεις στα Μέσα ωθούσαν τους αστυνομικούς προς κατευθύνσεις αυτοβελτίωσης, ενώ οι δυσμενείς αναπαραστάσεις οδηγούσαν τους ερωτηθέντες να διαχωρίσουν τη θέση τους και να τις αντικρούσουν με άλλες θετικότερες εικόνες για την επαγγελματική τους ταυτότητα[29]

Αν και στην ελληνική βιβλιογραφία υπάρχει πληθώρα μελετών και ερευνών για τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, οι έρευνες που εξετάζουν ζητήματα σχετικά με την αστυνομία είναι περιορισμένες. Ύστερα από επισκόπηση της βιβλιογραφίας, διαπιστώθηκε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστες έρευνες που εξετάζουν τις σχέσεις μεταξύ ΜΜΕ και αστυνομίας. Συγκεκριμένα, οι έρευνες είναι μόνο δύο.

Η πρώτη έρευνα που διεξήχθη στην Ελλάδα με αντικείμενο την αστυνομία και τις στάσεις των αστυνομικών ήταν το 1994. Αυτή αφορά τις κοινωνικές αναπαραστάσεις των αστυνομικών για το εγκληματικό φαινόμενο. Η εμπειρική διερεύνηση πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια: στο πρώτο στάδιο πραγματοποιήθηκαν ημι-κατευθυνόμενες συνεντεύξεις σε μικρό δείγμα 12 ατόμων[30]. Στο δεύτερο στάδιο διανεμήθηκαν ερωτηματολόγια σε δείγμα 465 αστυνομικών[31]. Μεταξύ άλλων ευρημάτων σε ποσοστό 94,6 % οι ερωτηθέντες θεωρούσαν ότι είναι αναγκαία η συνεργασία τους με τους πολίτες, ενώ το 78,4% του δείγματος αξιολόγησε ως ουσιαστική την ενημέρωση των πολιτών για την αστυνομία από τα ΜΜΕ[32].

    Μια ποιοτική έρευνα, στο πλαίσιο διπλωματικής εργασίας, που διεξήχθη σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα σε δείγμα 15 αστυνομικών από 16/06/2012 έως 06/07/2012[33], εξέτασε τις σχέσεις κοινού και αστυνομίας όσον αφορά τη ύπαρξη αισθήματος ανασφάλειας στους πολίτες. Μεταξύ άλλων θεμάτων, ο ρόλος των μέσων μαζικής επικοινωνίας αξιολογήθηκε από τη συγγραφέα ως ένας από τους βασικούς άξονες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Σύμφωνα με την έρευνα, οι αστυνομικοί υποστήριξαν ότι επειδή η εγκληματικότητα αποτελεί συχνά αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης, τα Μέσα συχνά μεταθέτουν τις ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας στην αστυνομία, με αποτέλεσμα η τελευταία να αναδεικνύεται ως ο μόνος φορέας αντεγκληματικής πολιτικής. Σημείωσαν ότι τα Μέσα προβάλλουν υπερβολικά ειδεχθή εγκλήματα. Ακόμη, σύμφωνα με τους αστυνομικούς τα Μέσα αποφεύγουν την προβολή υποθέσεων που εξιχνιάζονται επιτυχώς, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αισθημάτων ανασφάλειας στους πολίτες, καθώς και αμφισβήτησης της αποτελεσματικότητας της αστυνομικής δράσης[34].

  1. Οι εικόνες των ΜΜΕ για την αστυνομία στις περιπτώσεις των Α. Γρηγορόπουλου, Π. Φύσσα, Μ. Καπελώνη και Γ. Φουντούλη

    Για τη διεξαγωγή της πρωτογενούς ερευνάς επιλέχθηκαν γνωστά περιστατικά της ελληνικής πραγματικότητας: οι θάνατοι των Αλέξη Γρηγορόπουλου, Παύλου Φύσσα, καθώς και η δολοφονική επίθεση στα γραφεία της Χρυσής Αυγής στο Νέο Ηράκλειο, με θύματα τους Μανώλη Καπελώνη και Γιώργο Φουντούλη[35]. Σκοπός της πρωτογενούς έρευνας ήταν να εξετασθεί πώς παρουσιάζεται η αστυνομία και η δράση της στις υποθέσεις αυτές, οι οποίες απασχόλησαν για μακρύ διάστημα τα ΜΜΕ και την κοινή γνώμη, ενώ κατά καιρούς οι δύο πρώτες υποθέσεις συνεχίζουν να αποτελούν πηγές ειδήσεων και αναφορών. Για τη διεξαγωγή της έρευνας επιλέχθηκε η ποιοτική ανάλυση περιεχομένου σε άρθρα τα οποία ανακτήθηκαν από τις ηλεκτρονικές ιστοσελίδες των εφημερίδων «Καθημερινής» και «Τα Νέα».

Οι περιορισμοί της εργασίας είναι η παρουσίαση της αστυνομίας για δύο μόνο συγκεκριμένες υποθέσεις σε δύο καθημερινές εφημερίδες. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές πληροφορίες και στοιχεία προερχόμενα από τα άλλα Μέσα, όπως η τηλεόραση και το ραδιόφωνο (δελτία ειδήσεων), άλλες εφημερίδες, που δεν μπορέσαμε να λάβουμε υπόψη μας για πρακτικούς λόγους. Επομένως, καθίσταται δυσχερής η εξαγωγή γενικεύσιμων συμπερασμάτων από την πλευρά μας.

Σε αυτό το σημείο κρίνεται αναγκαία η συνοπτική περιγραφή των περιστατικών που εξετάζονται. Ο Α.Γ. τραυματίστηκε θανάσιμα από τα πυρά του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα την 6η Δεκεμβρίου 2008, μετά από φραστική επίθεση ομάδας νεαρών προς το πλήρωμα περιπολικού, σύμφωνα με σχετικές μαρτυρίες ανθρώπων που ήταν παρόντες στο περιστατικό. Ο Π. Φ μαχαιρώθηκε θανάσιμα λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 18 Σεπτεμβρίου 2013 από το μέλος της Χρυσής Αυγής (Χ.Α.), Γιώργο Ρουπακιά, ύστερα από συμπλοκή ομάδας μελών της Χ.Α. με την παρέα του θύματος στην Αμφιάλη.[36] Τα κίνητρα της πράξης θεωρήθηκε ότι ήταν ιδεολογικά και πολιτικά, ενώ το συμβάν ήταν η αφορμή για την ποινική δίωξη τόσο του Γ.Ρ., όσο και μελών της Χ.Α. μεταξύ των οποίων και βουλευτές[37]. Λίγους μήνες αργότερα, την 1η Νοεμβρίου 2013 ως «αντίποινα» για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, μέλη της Χ.Α. δέχθηκαν θανάσιμη επίθεση με όπλο τύπου Zastava έξω από τα γραφεία του κόμματος στο Νέο Ηράκλειο. Θύματα οι Μ.Κ. και Γ.Φ., ενώ την ευθύνη για την επίθεση ανέλαβαν οι «Μαχόμενες Επαναστατικές Λαϊκές Ομάδες».[38]

    Από την ποιοτική ανάλυση των άρθρων, διαπιστώνεται ότι οι εικόνες που προβάλλονται για την αστυνομία ποικίλλουν, τόσο ανάλογα με το υπό εξέταση περιστατικό, όσο και με τον συντάκτη του άρθρου. Στην πλειοψηφία τους τα άρθρα, τόσο στον ιστότοπο της «Καθημερινής», όσο και «Των Νέων» παρουσιάζουν τα περιστατικά, αναλύοντας ένα προς ένα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα, καθώς και τις αντιδράσεις που προκάλεσαν στο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό, κατά τις περιόδους που τα ακολούθησαν.

Διαπιστώθηκε ότι και στις δύο εφημερίδες τα λιγότερα σε αριθμό άρθρα αφορούσαν την αστυνομία ή τη δράση της. Συγκρίνοντας τώρα τις δύο υποθέσεις, στην περίπτωση του Α.Γ. υπάρχουν περισσότερα άρθρα για την αστυνομία και τη δράση της απ’ ότι στην περίπτωση του Π.Φ. Θεωρούμε ότι οφείλεται στα χαρακτηριστικά των δύο υποθέσεων και στα πρόσωπα που εμπλέκονται στο καθένα. Συγκεκριμένα, κατά την κάλυψη της υπόθεσης του Α.Γ. προβάλλονται περισσότερες εικόνες σχετικά με την αστυνομία ακριβώς επειδή ο θάνατος του προκλήθηκε από τα πυρά ειδικού φρουρού, και είχε ως αποτέλεσμα βίαιες αντιδράσεις και κοινωνική αναταραχή, ως απάντηση στην «αστυνομική βία». Αντίθετα, στην υπόθεση του Π.Φ. οι αναφορές για την αστυνομία και τη δράση της είναι πολύ λιγότερες, γεγονός που δικαιολογείται από την φύση του συμβάντος αφού δεν είχε καμία εμπλοκή όπως στην προηγούμενη περίπτωση πέραν του ότι η υπόθεση έλαβε ιδεολογικές και πολιτικές  προεκτάσεις.

Όσον αφορά τον τρόπο παρουσίασης της Αστυνομίας και της δράσης της, διαπιστώθηκε ότι για την υπόθεση του Α.Γ. είναι, κυρίως, αξιολογικά ουδέτερη. Η πλειοψηφία των άρθρων αντιμετωπίζει το περιστατικό, ως μεμονωμένη περίπτωση, και όχι ως το αποκορύφωμα ενός γενικευμένου φαινομένου χρήσης βίας από την ΕΛ.ΑΣ. Η δε εικόνα που προβάλλεται για τον πρώην ειδικό φρουρό Ε.Κ. είναι ιδιαίτερα αρνητική, με την ανευθυνότητα και τον αντιεπαγγελματισμό να υπογραμμίζονται. Η Αστυνομία όμως φαίνεται να αποτελεί μέρος της εικόνας αυτής. Παρατηρήθηκε μάλιστα ότι κριτική της ασκήθηκε για την μη παρέμβασή της κατά το μαζικό ξέσπασμα των επεισοδίων μετά το συμβάν και την αδυναμία της να προστατεύσει τους πολίτες και τις ιδιοκτησίες τους. Ακόμη, σε αρκετές περιπτώσεις η αστυνομία κατηγορείται για άσκηση βίας εναντίον τον πολιτών. Παρόλα αυτά, οι περιπτώσεις που η αστυνομία παρουσιάζεται ως αποδέκτης βίας είναι περισσότερες. Αυτό οφείλεται τόσο στις επικρατούσες απόψεις για την αστυνομία που διαμορφώθηκαν κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, όσο στο θάνατο του Α.Γ.

Κατά την κάλυψη της περίπτωσης του θανάτου του Π.Φ., η πλειοψηφία των άρθρων, και πάλι, είναι αφιερωμένη στη λεπτομερή κάλυψη της υπόθεσης, καταδικάζοντας εντόνως το γεγονός, ως ακραία πράξη βίας. Ακόμη το γεγονός χρωματίζεται σαφώς πολιτικά και ιδεολογικά, εξαιτίας των προσώπων που εμπλέκονται. Τα άρθρα που αναφέρονται στην αστυνομία αποτελούν μειοψηφία και αφορούν, κυρίως, τις διαδικασίες που ακολουθούνται για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, καθώς επίσης και τα ευρήματα της αστυνομικής έρευνας. Ασκείται και εδώ κριτική προς την Αστυνομία, αναφορικά για την αναποτελεσματικότητα της και την αδυναμία της να αποτρέψει το θάνατο του θύματος, παρά την παρουσία αστυνομικών δυνάμεων κοντά στην ευρύτερη περιοχή του συμβάντος.

Όσον αφορά την περίπτωση του Νέου Ηρακλείου, η κάλυψη του γεγονότος είναι εμφανώς πολύ μικρότερη σε έκταση και οι αναφορές για την Αστυνομία περιορίζονται στην εξιχνίαση της υπόθεσης και τα ευρήματα των ερευνών των αστυνομικών ερευνών και των εγκληματολογικών εργαστηρίων. Ακόμη, τα άρθρα που αναφέρονται στα δύο θύματα και τις οικογένειές τους είναι πολύ περιορισμένα και οι αναφορές που γίνονται είναι σχετικά σύντομες, σε αντίθεση με τις δυο προηγούμενες υποθέσεις.

Από την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων προκύπτει ότι και οι δύο εφημερίδες που εξετάστηκαν προβάλλουν εικόνες παρόμοιου περιεχομένου και αξιολογικού χαρακτήρα, με διακυμάνσεις από ουδέτερο έως και αρνητικό, ενώ σε καμία από τις δύο δεν καταγράφηκε θετική αποτίμηση της αστυνομικής δράσης με οποιοδήποτε τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα άρθρα και των δύο εφημερίδων χαρακτηρίζονται από σχετική πολυφωνία, παρουσιάζοντας διαφορετικές απόψεις. Τέλος, παρουσιάζεται και η άποψη της Αστυνομίας, είτε με τη μορφή  επίσημων ανακοινώσεων είτε με τη μορφή δηλώσεων από έγκυρες πηγές της Αστυνομίας.

  1. Γενικά συμπεράσματα

    Μετά από την εξέταση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας διαπιστώθηκε ότι οι έρευνες και οι μελέτες που είναι αφιερωμένες στις εικόνες που προβάλλονται από τα Μέσα για την αστυνομία και τη δράση της είναι αρκετά περιορισμένες και σχεδόν αποκλειστικά ποιοτικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα η εξαγωγή γενικεύσιμων συμπερασμάτων να γίνεται δυσχερής. Όσον αφορά την ελληνική βιβλιογραφία, οι μελέτες που έχουν ως αντικείμενο τους την αστυνομία είναι ιδιαιτέρως περιορισμένες, ενώ αξίζει να σημειωθεί η απουσία επιστημονικών εμπειρικών ερευνών με αντικείμενό τους την παρουσίαση της Αστυνομίας και της δράσης της από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας στο σύνολο τους, και ακόμα περισσότερο με την όλο και αυξανόμενη ισχύ των νέων μέσων όπως είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαδραματίζουν κεντρικό και διαμεσολαβητικό ρόλο[39], νοηματοδοτώντας την καθημερινή ζωή και συμβάλλοντας στην κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας. Συνεπώς, πολλές από τις εικόνες και τις αντιλήψεις μας για αντικείμενα, καταστάσεις, θεσμούς κ.ο.κ. στα οποία δεν έχουμε την δυνατότητα προσωπικής εμπειρίας για την απόκτηση γνώσης, η γνώση μας να εξαρτάται από τις εικόνες που προβάλλονται στα Μέσα[40]. Οι αντιλήψεις μας για κρατικούς θεσμούς όπως η αστυνομία δεν αποτελούν εξαίρεση.

Τα μέσα επικοινωνίας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προβολή εικόνων της αστυνομίας και της αστυνόμευσης και ενώ τείνουν να υποστηρίζουν τη σημασία της αστυνόμευσης ως μέσου διατήρησης της τάξης.[41] αμφισβητούν συχνά την αστυνομική αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα[42]. Ακόμη, φαίνεται πως οι αστυνομικές αρχές συμμετέχουν όλο και περισσότερο στη διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους, τόσο στα παραδοσιακά μέσα μαζικής επικοινωνίας όσο και στα ανερχόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης[43], με σκοπό την θετικότερη αξιολόγηση τους από τους πολίτες[44].

Τόσο από τη βιβλιογραφική επισκόπηση, όσο και από την πρωτογενή έρευνα διαπιστώθηκε ότι οι εικόνες που προβάλλονται από τα Μέσα για την αστυνομία και την αστυνομική δράση ποικίλλουν σε περιεχόμενο, ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες που επικρατούν την εκάστοτε περίοδο, καθώς και την περίπτωση και το μέσο που κάθε φορά εξετάζεται. Όσον αφορά τις εικόνες που προβάλλουν τα Μέσα για την Ελληνική Αστυνομία, από την πρωτογενή έρευνα προέκυψε ότι χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από πολυφωνία και ποικίλλουν σε περιεχόμενο.

 

[1] Η παρούσα μελέτη αποτελεί συνοπτική παρουσίαση της διπλωματικής εργασίας της συγγραφέως, με τίτλο «Οι Εικόνες των ΜΜΕ για την αστυνομία – συγκριτική ανάλυση ερευνών», στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Εγκληματολογία» του Παντείου Πανεπιστημίου, με επιβλέπουσα την Καθηγήτρια Έφη Λαμπροπούλου και μέλη της τριμελούς επιτροπής τον Ομότιμο Καθηγητή Ιάκωβο Φαρσεδάκη και τη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών – ΕΚΚΕ Δόκτορα Ιωάννα Τσίγκανου. Η υποστήριξη της διπλωματικής εργασίας πραγματοποιήθηκε την 22/10/2018.

[2] Carter, Μ. J. & Fuller, C. (2015), «Symbolic interactionism» (http://www.sagepub.net/isa/resources/pdf/Symbolic%20interactionism.pdf), σελ. 2.

[3] Μαυρίδης, Η., (χ.έ.) Για την «Κατασκευή» της κοινωνικής πραγματικότητας: Μετα-φαινομενολογικές προοπτικές του κοινωνικού κονστρουξιονισμού, κείμενο για το μάθημα 510007 « Επιστημολογία των Κοινωνικών Επιστημών» (γ΄ έτος), σελ. 2.

[4] Κωνσταντοπούλου, Χ. (επιμ.) (2014). «Εισαγωγή», Κοινωνικές αναπαραστάσεις: Εξουσία και πολιτισμός, Συλλογικός Τόμος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, σελ. 15.

[5] Λαμπροπούλου, Ε.Π. (1997). Η κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας: Η περίπτωση της βίας και της εγκληματικότητας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα (αναρτημένη μορφή αρχείου), σελ. 10.

[6] Όπ.π., σελ. 10-11.

[7] Όπ.π., σελ. 89.

[8] Γεώργα, Ε. (2007). Κοινή γνώμη, μέσα μαζικής ενημέρωσης και κατασκευή της πολιτικής πραγματικότητας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Διπλωματική εργασία, σελ. 21.

[9] Όπ.π., σελ. 22.

[10] Graziano, L., Schuck, A. & Martin, C. (2010). «Police misconduct, media coverage, and public perceptions of racial profiling: An experiment», Justice Quarterly 27 (1), σελ. 54 [52-76].

[11] Gamson 1992, σύμφωνα με Scheufele, D. A. (1999). «Framing as a theory of media effects», Journal of Communication 49 (1), σελ.106 [103-122].

[12] Σεραφετινίδου, Μ. (2005). Κοινωνιολογία  των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας: Ο ρόλος των μέσων στην αναπαραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, σελ. 369.

[13] Gebner, G. (1996) «Η κατασκευή της πραγματικότητας και τα ΜΜΕ»,  στο Παναγιωτοπούλου Π. κ.ά. (επιμ.), Η κατασκευή της πραγματικότητας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, όπ.π., σελ. 425.

[14] Παπαρίζος, Α. (2001). «Αντί προλόγου», στο Στεργιούλης, Ε. (2001). Η Ελληνική Αστυνομία κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης (1975-1995), Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 9.

[15] Φίλιας, Β. (1976). Μαξ Βέμπερ: συστηματική κοινωνιολογία και μεθοδολογία, Λιβάνης, Αθήνα, σελ. 13.

[16] Όπ.π., σελ. 59.

[17] Reiner 2000, σύμφωνα με Cooke, L. & Sturges, P. (2009), «Police and media relations in an era of freedom of information», Policing and Society 19 (4), σελ. 407 [406-424].

[18] Όπ.π., σελ. 407.

[19] McGovern, A. & Lee, M. (2010). «‘Cop[ying] it sweet’: Police media units and the making of news», The Australian and New Zealand Journal of Criminology, 43 (3), σελ. 446 [444-464].

[20] Chermark, S., Scheer, C. & Wilson, J. M. (2014). «Police consolidation in the news», Police Quarterly 17 (2), σελ. 153 [150-175].

[21] Lawrence, R. (2000). The politics of force: Media and the construction of police brutality, University of California Press, σελ. xi

[22] Όπ.π, σελ. 10.

[23] Όπ.π., σελ.60.

[24] Chan, A. & Chan, V. (2012). «Public perception of crime and attitudes towards police: Examining the effects of Media News», Discovery – SS Student E- journal 1, σελ. 219, 233 [215-237].

[25] Όπ.π., σελ 220.

[26] Όπ.π., σελ. 228-229.

[27] Rantatalo, O. (2016) «Media representations and police officer’s identity work in a specialized police tactical unit», Policing and Society 26 (1), σελ. 98 [97-113].

[28] Όπ.π, σελ. 104-106.

[29] Όπ.π., σελ. 110.

[30] Τσαλίκογλου Φ., Αρτινοπούλου Β., Ζαραφωνίτου Χ. & Μαντόγλου Α. (1994). Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις των αστυνομικών για το εγκληματικό φαινόμενο, Πάντειο Πανεπιστήμιο, σελ. 40-42.

[31] Όπ.π., σελ. 45.

[32] Όπ.π., σελ. 120.

[33] Δήμου, Β. (2012). « Σχέσεις κοινού – αστυνομίας και αίσθημα ανασφάλειας», Εγκληματολογία    2 (2), σελ. 89 [87-92].

[34] Όπ.π., σελ. 90.

[35] Εφεξής θα αναφέρονται μόνο τα αρχικά των ονομάτων των θυμάτων, δηλ. Α.Γ., Π.Φ., Μ.Κ., Γ.Φ.

[36] Εφεξής θα αναφέρονται μόνο τα αρχικά των ονομάτων των δραστών, δηλ. Ε.Κ.,Γ.Ρ.

[37] Newsroom, «Παύλος Φύσσας: Τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία που αποκάλυψε τη δράση της Χρυσής Αυγής», CNN Greece, 18/9/2017.

[38] «Η προκήρυξη για την δολοφονία των Φουντούλη-Καπελώνη», www.newsbeast.gr, 16/11/2013.

[39] Κωνσταντοπούλου, Χ. (επιμ.) (2014). «Εισαγωγή», Κοινωνικές αναπαραστάσεις: Εξουσία και πολιτισμός, Συλλογικός Τόμος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, σελ. 11.

[40] Σεραφετινίδου 2005, όπ.π., σελ. 369-370.

[41] Mawby R.C. (2010). «Police corporate communications, crime reporting and the shaping of policing news », Policing & Society 20 (1), σελ. 126 [124-139].

[42] Όπ.π.

[43] McGovern, A. & Phillips, N. D. (2017). «Police, media and popular culture», Oxford Research Encyclopedia of Criminology, (http://criminology.oxfordre.com/abstract/10.1093/acrefore/9780190264079.001.0001 /acrefore-9780190264079-e-279?rskey=f9phOz&result=1), ανακτήθηκε την 20/4/2018 , σελ.15.

[44] Όπ.π., σελ. 7.

 

Διαβάστε Επίσης  "Κοινωνική πραγματικότητα, κριτικός λόγος και ποινικό φαινόμενο": 2ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου

There are 3 comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!