Ο Ζίμελ και η ψυχική ζωή στην σύγχρονη Μητρόπολη

Βασίλης Λιανός

Ο Γκέοργκ Ζίμελ ήταν ένας από τους πρώτους Γερμανούς κοινωνιολόγους, και θεωρείται από τους πιο σημαντικούς. Έγραψε για την φιλοσοφία, την ιστορία, την τέχνη, την πόλη, για τα λεφτά και για την κοινωνιολογία εν γένει. Ένα από τα πιο σημαντικά του έργα είναι το βιβλίο ‘Πόλη και Ψυχή’. Σε αυτό το έργο, ο Ζίμελ μελετά τις διαφορετικές επιπτώσεις που έχει στην ανθρώπινη ψυχολογία η ζωή στην επαρχία και η ζωή στην σύγχρονη μεγαλούπολη και προσπαθεί να εντοπίσει σε ποιες κοινωνικές συνθήκες οφείλονται αυτές οι διαφορές.

  Ο Ζίμελ πίστευε πως η ζωή στην μητρόπολη (μεγάλο αστικό κέντρο) είναι πολύ διαφορετική από την ζωή στην επαρχία. Σύμφωνα με τον Ζίμελ, οι πιο μικρές κοινότητες είναι συνήθως πιο κλειστές. Αυτό συμβαίνει επειδή πασχίζουν να διατηρήσουν τον χαρακτήρα τους και να μην αφομοιωθούν από μεγαλύτερες και ισχυρότερες κοινότητες, χάνοντας έτσι τον χαρακτήρα και την ταυτότητα τους. Για να πετύχει αυτό, πρέπει τα μέλη των μικρών κοινοτήτων να βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση και να τους ασκείται συνεχής έλεγχος έτσι ώστε να μην παρεκκλίνουν από την επιτρεπτή συμπεριφορά, αλλοιώνοντας έτσι τον χαρακτήρα της κοινότητας. Αντιθέτως, στην μητρόπολη δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα. Καθότι ο πληθυσμός της μητρόπολης είναι πολύ μεγαλύτερος από τον πληθυσμό μικρών κοινοτήτων και συνήθως στις μητροπόλεις παρατηρείται πληθώρα και ποικιλία ταυτοτήτων, ο κάτοικος της μητρόπολης δεν υποβάλλεται στον ίδιο έλεγχο και στην ίδια παρακολούθηση. Άρα, κατά τον Ζίμελ, η ζωή στην μητρόπολη χαρακτηρίζεται από μία προσωπική ελευθερία η οποία δεν υπάρχει στην επαρχία.

  Επίσης, ο κάτοικος της μητρόπολης εκτίθεται σε έναν μεγάλο αριθμό ερεθισμάτων ο οποίος βασίζεται κατά κύριο λόγο στην μεγάλη έκταση της μητρόπολης, αλλά επίσης και στο γεγονός πως η μητρόπολη είναι το κέντρο της οικονομίας του χρήματος. Η οικονομία του χρήματος χαρακτηρίζεται από ψυχρούς υπολογισμούς και, καθότι έχει μεγάλη σημασία στην ζωή του ανθρώπου, ο άνθρωπος ταυτίζεται με αυτήν και γίνεται και ο ίδιος ψυχρός, και οι σχέσεις του με άλλους ανθρώπους δεν χαρακτηρίζονται από ζεστασιά και εμπιστοσύνη αλλά από συμφέρον και υπολογισμό. Δεν είναι ‘ποιοτικές’, αλλά ‘ποσοτικές’. Ο άνθρωπος έχει αλληλεπίδραση μόνο με τα λεφτά. Η αφοσίωση του ανθρώπου στον ψυχρό υπολογισμό συνεπάγεται επίσης την χρονική ακρίβεια και τυπικότητα, χωρίς την οποία η οικονομία του χρήματος δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Οι κάτοικοι της μητρόπολης λοιπόν, καθότι αυτή είναι το κέντρο της οικονομίας του χρήματος, είναι ψυχροί και αναπτύσσουν πολύ δύσκολα φιλικές σχέσεις. Για να υποστηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό και να δείξει πως η ζωή στην μητρόπολη είναι απρόσωπη, ο Ζίμελ φέρνει ως παράδειγμα το γεγονός πως γείτονες πολλών χρόνων πολλές φορές δεν έχουν ανταλλάξει ούτε μία κουβέντα μεταξύ τους. Από την άλλη, η ζωή στην επαρχία είναι λιγότερο απρόσωπη και  οι γνωριμίες αναπτύσσονται πιο εύκολα. Λόγω όμως της οικονομίας του χρήματος και της έκτασης της μητρόπολης, δημιουργείται ένας τεράστιος αριθμός ερεθισμάτων. Ο Ζίμελ πιστεύει πως αυτά τα ερεθίσματα είναι τόσα πολλά που ο ανθρώπινος νους δεν έχει την δυνατότητα να τα επεξεργαστεί. Για αυτό, απομονώνεται από το κοινωνικό περιβάλλον. Αυτή η απομόνωση τον οδηγεί σε μία ‘μπλαζέ’ κατάσταση, δηλαδή τον καθιστά απαθή και αδιάφορο. Έτσι, γίνεται ακόμα πιο ψυχρός και υπολογιστικός και ταυτίζεται ακόμη περισσότερο με την οικονομία του χρήματος.

  Ο Ζίμελ αναφέρει πως ο άνθρωπος βρίσκεται σε έναν συνεχή πόλεμο. Παλεύει να διατηρήσει την ανεξαρτησία του και την προσωπική του ταυτότητα ενάντια στις πολύ ισχυρές κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να τον αλλοιώσουν. Πώς θα ήταν εφικτό, λοιπόν, ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει τα εμπόδια της ζωής στην μητρόπολη; Η απάντηση σε αυτήν την ερώτηση σίγουρα δεν είναι εύκολη και όποια απάντηση και να δοθεί θα είναι θεωρητική. Όμως, αυτό δεν σημαίνει πως το να ψάχνουμε την απάντηση είναι μάταιο. Η μία πιθανή λύση είναι βραχυπρόθεσμη και στο προσωπικό επίπεδο. Μέσω της μελέτης του εαυτού του αλλά και των κοινωνικών δομών, ο άνθρωπος θα μπορούσε να μεταβεί σε ένα επίπεδο αυτογνωσίας το οποίο θα του επέτρεπε να αναγνωρίσει το ποιος είναι και επιθυμεί να είναι πραγματικά και να βρει ποιο μέρος του εαυτού του δεν υπάρχει από προσωπική του επιλογή, αλλά έχει τοποθετηθεί μέσω της διαμόρφωσης που προκλήθηκε από εξωτερικούς παράγοντες, χωρίς την θέληση του. Εάν αμφισβητήσει τις κοινωνικές δυνάμεις της αλλοτρίωσης, μπορεί να αμφισβητήσει το κομμάτι του εαυτού του που διαμορφώθηκε από αυτές και να συνεχίσει όντας πλέον ελεύθερος και ανεξάρτητος. Η δεύτερη πιθανή λύση, που είναι μακρυπρόθεσμη και συστημική, είναι η κατάλυση της οικονομίας του χρήματος. Αυτός ο θεσμός, κυρίως στα πλαίσια της μητρόπολης, ευθύνεται για τα περισσότερα κοινωνικά χαρακτηριστικά τα οποία οδηγούν τον άνθρωπο στην απάθεια και την απροσωπία. Η κατάλυση αυτού του θεσμού θα οδηγούσε στην μείωση των ερεθισμάτων στα οποία εκτίθεται ο άνθρωπος και στην υποχώρηση της ‘ανάγκης΄ του ανθρώπου να είναι ψυχρός και υπολογιστικός σε ένα περιβάλλον που τον υποχρεώνει να είναι έτσι ώστε να επιβιώσει. Χωρίς να έχει την ανάγκη της επιβίωσης μέσω του χρήματος, θα μπορούσε πλέον να αναπτύξει σχέσεις ειλικρίνειας με συνανθρώπους του και να πορεύεται στα πλαίσια της ευτυχίας και όχι της στυγνής επιβίωσης.

Διαβάστε Επίσης  Μετανάστευση: Ατομική επιλογή ή αποτέλεσμα κοινωνικών παραγόντων;

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!