Το ‘Αόρατο Χέρι’ του Άνταμ Σμιθ

Βασίλης Λιανός

Ο Άνταμ Σμιθ είναι ένα από τους πιο σημαίνοντες στοχαστές όλων των εποχών. Το έργο του ‘Η Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών’, γνωστό και ως ‘Ο Πλούτος των Εθνών’  είναι το πρώτο δείγμα σύγχρονης οικονομικής γραφής, και αποτελεί την θεωρητική βάση της ελεύθερης αγοράς και του οικονομικού φιλελευθερισμού. Σύμφωνα με τον Άνταμ Σμιθ, πίσω από την αγορά λειτουργεί ένα ‘αόρατο χέρι’. Επίσης, ο Σμιθ πιστεύει πως ο άνθρωπος τρέφει αγάπη για τον εαυτό. Το ‘αόρατο χέρι’ ρυθμίζει την αγορά και βοηθά την αγάπη για τον εαυτό να συμβάλλει στην καλυτέρευση της κοινωνίας και να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Πώς λειτουργεί, λοιπόν, αυτό το ‘αόρατο χέρι’;

Ο Σμιθ ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος έχει την προδιάθεση να ανταλλάσσει και να κάνει εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές. Πιστεύει πως αυτή η προδιάθεση οφείλεται στην προηγμένη λογική του ανθρώπου και στην ικανότητα του για ομιλία, χαρακτηριστικά τα οποία δεν παρατηρούνται σε άλλα ζώα. Αυτή η προδιάθεση λοιπόν οδηγεί σε έναν πολύ σημαντικό θεσμό της κοινωνίας : τον καταμερισμό της εργασίας. Ο καταμερισμός της εργασίας χωρίζει τα επαγγέλματα σε πολλές κατηγορίες, και έπειτα χωρίζει αυτές τις κατηγορίες σε υποκατηγορίες. Σε αρτίως κυβερνώμενες κοινωνίες, κάθε εργάτης ασχολείται με ένα και μόνο ένα επάγγελμα. Ένας αγρότης είναι απλά ένας αγρότης κι ένας κατασκευαστής είναι απλά ένας κατασκευαστής. Μερικές φορές, οι εργάτες ασχολούνται με δύο ή τρεις υποκατηγορίες του ίδιου επαγγέλματος. Σύμφωνα πάντα με τον Σμιθ, ο καταμερισμός της εργασίας αποφέρει τρία αποτελέσματα: Πρώτον, αναπτύσσει επιδεξιότητα στους εργάτες, κάτι το οποίο είναι λογικό όταν ο εργάτης ασχολείται με ένα και μόνο ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Έτσι, όχι μόνο παράγει προϊόντα πρώτης ποιότητας, αλλά και μεγάλο αριθμό αυτών. Δεύτερον, ο καταμερισμός της εργασίας βοηθά τους εργάτες να γλιτώσουν τον χρόνο που θα έχαναν αν έπρεπε να περάσουν από την μία εργασία στην άλλη. Ο Σμιθ ισχυρίζεται πως αυτό όχι μόνο γλιτώνει χρόνο και κάνει τους ανθρώπους πιο παραγωγικούς, αλλά επίσης αποτρέπει την οκνηρία που θα προκαλούσε μία τέτοια αλλαγή. Τρίτον, ο καταμερισμός της εργασίας οδηγεί στην εφεύρεση πολύπλοκων και εξειδικευμένων μηχανημάτων καθότι, όταν οι εργάτες έχουν να κάνουν μόνο μία δουλειά, τότε είναι φυσικό να ψάχνουν τρόπους για να την κάνουν πιο γρήγορα και πιο εύκολα.

Ο καταμερισμός της εργασίας λοιπόν οδηγεί στην δημιουργία σημαντικών διαφορών ανάμεσα στα επαγγέλματα. Οι άνθρωποι ανά τον κόσμο ασχολούνται με χιλιάδες διαφορετικές εργασίες. Κατά τον Σμιθ, αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί συνάδει με την προδιάθεση του ανθρώπου να ανταλλάζει και να εκτελεί εμπορικές συναλλαγές. Άμα δεν ασχολούνταν με διαφορετικά επαγγέλματα, οι άνθρωποι θα αναγκάζονταν να παράγουν οτιδήποτε χρειάζονται, καθιστώντας τις εμπορικές συναλλαγές αχρείαστες. Ωστόσο, ο Σμιθ πιστεύει πως οι άνθρωποι, ως προς την φύση τους, είναι σχεδόν ίδιοι και δεν παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές περίπου μέχρι την ηλικία των οχτώ ετών. Αυτό σημαίνει πως η επιλογή του επαγγέλματος τους δεν βασίζεται σε κάποια φυσική κλίση. Αντιθέτως, είναι αποτέλεσμα κοινωνικών επιρροών. Οι κυριότερες από αυτές τις επιρροές είναι η συνήθεια, οι παραδόσεις και η εκπαίδευση.

Ο Σμιθ πιστεύει πως η κύρια δύναμη που κατευθύνει τους ανθρώπους είναι η αγάπη για τον εαυτό. Αυτό σημαίνει πως οι πράξεις τους καθορίζονται από το τι πιστεύουν οι ίδιοι πως θα τους ωφελήσει. Επομένως, πρέπει να κάνουν συναλλαγές με άλλους ανθρώπους, και πρέπει να μπορούν να τους πείσουν πως το να τους δώσουν οι άλλοι αυτό που θέλουν εξυπηρετεί το δικό τους συμφέρον. Η βασική αρχή των συναλλαγών κατά τον Σμιθ είναι η εξής : Θα σου δώσω κάτι που χρειάζεσαι, αν μου δώσεις κι εσύ κάτι που χρειάζομαι εγώ. Έτσι, όλες οι πλευρές κερδίζουν, αν και η βάση της συναλλαγής ήταν το προσωπικό συμφέρον. Δεν μπορείς να βασιστείς στην καλοσύνη του ανθρώπου, αλλά μπορείς να βασιστείς στην αγάπη που έχει για τον εαυτό του και στην θέληση του να καλύψει τις ανάγκες του.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Σμιθ ισχυρίζεται πως ο καταμερισμός της εργασίας οδηγεί σε μεγάλη παραγωγή αγαθών. Καθότι κάθε εργάτης παράγει πολλά αγαθά παραπάνω από αυτά που χρειάζεται για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του, βάζει τα προϊόντα του σε ένα απόθεμα ώστε να τα πάρει όποιος έχει ανάγκη και μπορεί να πάρει από αυτό το απόθεμα προϊόντα άλλων εργατών τα οποία χρειάζεται. Έτσι, τα αγαθά διανέμονται σε όλους τους ανθρώπους. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν οι εγωιστικές τάσεις του ανθρώπου οδηγούν στην παραγωγή πολλών αγαθών και στην διανομή τους σε όλους τους ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη. Αυτή είναι λοιπόν η διαδικασία την οποία περιγράφει ο Άνταμ Σμιθ μέσω της μεταφοράς του ‘αόρατου χεριού’.

Όμως, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν με τον τρόπο με τον οποίο ήλπιζε ο Άνταμ Σμιθ. Ενώ τασσόταν υπέρ της ελεύθερης αγοράς και του ανταγωνισμού, δεν ήταν υπέρμαχος ενός απόλυτου laissez-faire. Ήταν υπέρ των ίσων ευκαιριών και εναντίον της δημιουργίας μονοπωλίων. Πίστευε πως σε μερικές περιπτώσεις είναι αναγκαίο το κράτος να παρεμβαίνει στην αγορά ώστε να διατηρείται αυτή η ισότητα και να αποτρέπεται η δημιουργία μονοπωλίων. Κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε. Η ελεύθερη αγορά έδωσε την ευκαιρία σε έναν πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων να αποκτήσουν απίστευτα πλούτη, σε βαθμό όπου το πιο πλούσιο 1% των ανθρώπων κατέχει τον μισό πλούτο του κόσμου* και η δημιουργία μονοπωλίων δεν απετράπη. Αντί το αόρατο χέρι να οδηγήσει στην δημιουργία αποθέματος για όλους, όπου μέχρι και οι πιο φτωχοί θα έχουν δικαίωμα στις ευκαιρίες και την ζωή, οδήγησε στην συσσώρευση πλούτου από λίγους. Επίσης, ενώ ο Άνταμ Σμιθ πιστεύει πως ο καταμερισμός της εργασίας είναι μία σπουδαία εξέλιξη, ο Καρλ Μαρξ διαφωνεί. Πιστεύει πως ο καταμερισμός της εργασίας σε αυτόν τον βαθμό στερεί από τον άνθρωπο το δικαίωμα στην έκφραση και δεν του επιτρέπει να είναι δημιουργικός, καθότι επικεντρώνεται σε μία συγκεκριμένη εργασία για όλη του την ζωή. Έτσι, ο άνθρωπος αποξενώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό και γίνεται δυστυχισμένος.

Επιπροσθέτως, ένα θεμελιώδες λάθος του Άνταμ Σμιθ, στο οποίο ίσως οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η αποτυχία της θεωρίας του, είναι η άποψη του πως η ανθρώπινη φύση είναι άκαμπτη, παγιωμένη και σταθερή. Ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος είναι ένα εγωιστικό ον που νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του και για κανέναν άλλον. Όμως, αυτή η άποψη δεν υποστηρίζεται από επιστημονικά ευρήματα αλλά ούτε και από κάποια διεξοδική επιστημονική έρευνα. Η έννοια της ‘φύσης’ του ανθρώπου είναι κάτι πολύ περίπλοκο που πιθανώς να μην έχει μία απόλυτη απάντηση. Όπως ισχυρίζεται ο Μαρξ στην έκτη από τις ‘Θέσεις για τον Φόιερμπαχ’, η ‘φύση’ του ανθρώπου δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο σε κάθε άνθρωπο. Αντιθέτως, είναι κατασκεύασμα των κοινωνικών σχέσεων και δομών. Με απλά λόγια, η φύση του ανθρώπου εξαρτάται από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται. Αν δεκτούμε αυτόν τον ισχυρισμό, τότε αυτό σημαίνει πως ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της θεωρίας του Άνταμ Σμιθ είναι λανθασμένο. Από την στιγμή που τα θεμέλια μιας θεωρίας δεν βασίζονται στην πραγματικότητα, είναι λογικό η ίδια η θεωρία, παρά το εκλεπτυσμένο γράψιμο και τις κοινωνικές και οικονομικές γνώσεις του δημιουργού της, να οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα και πρακτικές.

 

*https://www.theguardian.com/inequality/2017/nov/14/worlds-richest-wealth-credit-suisse

 

Διαβάστε Επίσης  Μαρξιστική Θεωρία και Παγκοσμιοποίηση: Το Μέλλον του Διεθνούς Περιβάλλοντος

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!