Για το ζήτημα της πολιτισμικής μεροληψίας στη σύγχρονη ψυχολογία

Βασιάννα Κωνσταντοπούλου*

Στο πεδίο της σύγχρονης κοινωνικής θεωρίας, είναι πλέον κατοχυρωμένη η θέση ότι το πρότυπο του «λευκού δυτικού ανθρώπου» έχει αποτελέσει διαχρονικά ένα κυρίαρχο μεν, στρεβλό δε, ανθρωπολογικό μοντέλο για την κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας. Ένα ευρύ φάσμα προσεγγίσεων, από την κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία, την πολιτισμική κριτική, τις μετα-αποικιακές και τις φεμινιστικές σπουδές, αναδεικνύει την πολλαπλότητα των ταυτοτήτων και των επικαθορισμών (ταξικών, έμφυλων, πολιτισμικών, ηλικιακών, σεξουαλικών, θρησκευτικών) που καθιστούν το παραπάνω πρότυπο έναν ιδεολογικά φορτισμένο ιδεότυπο, ο οποίος αγνοεί τον πολύπλοκο αστερισμό των διαφορών που διατρέχουν κάθε κοινωνικό σχηματισμό και κάθε άτομο εντός του. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν ισχύει απόλυτα για μια από τις πιο επιδραστικές επιστήμες του 21ου αιώνα: την ψυχολογία.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο του, στο περιοδικό Undark, o Michael Schulson επισκοπεί μια σειρά επιστημονικών μελετών που εξετάζουν την πολιτισμική μεροληψία ενός σημαντικού μέρους της σύγχρονης ψυχολογικής έρευνας [1]. Όπως εξηγεί ο ίδιος, ένα βασικό εύρημα των περιορισμένων μελετών πεδίου αλλά και των άρθρων ανασκόπησης που έχουν δημοσιευτεί πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, είναι ότι οι γενικεύσεις που εισηγείται η ψυχολογία για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις γνωστικές και συναισθηματικές λειτουργίες του ατόμου, βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ομοιογενή δείγματα λευκού, δυτικού πληθυσμού, χωρίς επαρκή μέριμνα για την αντιπροσωπευτικότητά τους ως προς άλλες δημογραφικές και πολιτισμικές παραμέτρους.

Ωστόσο, το 2010, οι ψυχολόγοι Joseph Heinrich, Steven Heine και Αra Norenzayan, σε μια συγκριτική μελέτη τους [2], όπου ανασκόπησαν ψυχολογικά δεδομένα μεγάλης κλίμακας ερευνών από διαφορετικά πολιτισμικά και κοινωνικο-οικονομικά περιβάλλοντα, κλόνισαν την επιστημολογική βεβαιότητα της ψυχολογίας για την οικουμενικότητα των κυρίαρχων επιστημονικών της γενικεύσεων.

Αντικρούοντας την πεποίθηση ότι o “WEIRD” πληθυσμός [Western, Educated, Industrialized, Rich, and Democratic] [3] αποτελεί ένα «τυπικό δείγμα» της ανθρωπότητας, οι συγγραφείς έδειξαν ότι ανάμεσα σε φορείς διαφορετικών πολιτισμικών και κοινωνικο-οικονομικών αναφορών καταγράφεται πολύ μεγάλη διαφοροποίηση ως προς θεμελιώδεις ψυχολογικές παραμέτρους: την οπτική αντίληψη, το αίσθημα δικαιοσύνης, τη συνεργασία, τη χωρική σκέψη, την κατηγοριοποίηση, τον επαγωγικό συλλογισμό, την ηθική σκέψη, την εικόνα του εαυτού και τα σχετικά με αυτήν κίνητρα, μεταξύ άλλων. «Οι WEIRD κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των μικρών παιδιών, είναι από τους λιγότερο αντιπροσωπευτικούς πληθυσμούς που μπορεί να επιλέξει κανείς για να κάνει γενικεύσεις για τους ανθρώπους», υποστηρίζουν στο άρθρο τους, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια «ιδιαίτερα μικρή και αρκετά ασυνήθιστη μερίδα της ανθρωπότητας» [4].

Σε παρόμοια συμπεράσματα κατέληξε και ο ψυχολόγος Jeffrey Arnett, στην έρευνά του για τα δείγματα πληθυσμού, στα οποία βασίζονται οι δημοσιεύσεις των κυριότερων περιοδικών της Αμερικανικής Ψυχολογικής Ένωσης (APA) [5]. Όπως σημειώνει ο ίδιος, η αμερικανική ψυχολογική έρευνα –οι κατευθυντήριες γραμμές της οποίας διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση του επιστημονικού τοπίου της σύγχρονης ψυχολογίας– είναι σχεδόν μονοπολιτισμική, εστιάζοντας στο 5% του πληθυσμού και παραγνωρίζοντας την ποικιλομορφία που παρουσιάζει το υπόλοιπο 95%. Ωστόσο, το εισόδημα, η εκπαίδευση, η φυσική υγεία, οι μορφές οικογενειακών δεσμών και υποχρεώσεων, οι έμφυλοι ρόλοι, καθώς και μια σειρά από άλλες πολιτισμικές διαφοροποιήσεις, αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα τις κυριότερες παραμέτρους που εξετάζει η επιστήμη της ψυχολογίας: τα γνωσιακά πρότυπα, τη συμπεριφορά, τις κοινωνικές σχέσεις και την ατομική ανάπτυξη, υπογραμμίζει ο Arnett. Έτσι, κατά τον ίδιο, η εστίαση στον εύρωστο πληθυσμό της Δύσης, εκπορεύεται από μια λανθασμένη επιστημολογική υπόθεση, στη βάση της οποίας η ψυχολογία επενδύει τα συμπεριφορικά και γνωσιακά μοντέλα που εισηγείται με την αξίωση μιας καθολικής και παγκόσμιας επιστημονικής ισχύος, χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη την κρίσιμη επίδραση του πολιτισμικού και κοινωνικού πλαισίου.

Η πολιτισμική αυτή στρέβλωση έχει σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στο επίπεδο της θεωρίας, αλλά και σε αυτό της πρακτικής. Μια παραδειγματική της μορφή εντοπίζεται στην περίπτωση των μεταναστών και των προσφύγων, που έρχονται σε επαφή με το σύστημα ψυχικής υγείας των δυτικών κρατών. Συχνά, η υιοθέτηση θεραπευτικών προσεγγίσεων που βασίζονται σε διαγνωστικά και κλινικά εργαλεία, διαμορφωμένα και σταθμισμένα με βάση τις εθνικές πλειονότητες των δυτικών κρατών, παρακάμπτει την πολύπλοκη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη γλώσσα, το πολιτισμικό ιδίωμα και την ψυχική έκφραση, μέσα σε διαφορετικές κοινωνίες και πολιτισμούς [6]. Για παράδειγμα, όσον αφορά τα ζητήματα της σωματοποίησης αλλά και ευρύτερα της ψυχικής σημασίας του σώματος, οι συγγραφείς Al-Issa και Tousignant επισημαίνουν τον κίνδυνο της αξιολογικά φορτισμένης ερμηνείας των ερευνητικών και κλινικών δεδομένων που αφορούν μεταναστευτικούς και προσφυγικούς πληθυσμούς [7]. Όπως επισημαίνουν, κλινικές μελέτες που καταγράφουν υψηλά επίπεδα ψυχοσωματικών συμπτωμάτων σε μεταναστευτικούς και προσφυγικούς πληθυσμούς, ερμηνεύουν το συγκεκριμένο εύρημα μέσα από την υπόθεση ότι οι μη δυτικοί πληθυσμοί τείνουν περισσότερο να σωματοποιούν αντί να εκφράζουν με ψυχικούς όρους τα συναισθήματά τους. Ωστόσο, αυτή ερμηνεία βασίζεται περισσότερο στο δυτικό δυϊστικό μοντέλο «σωματικού-ψυχικού» παράγοντα και παραγνωρίζει την άρρηκτη διαπλοκή συναισθήματος και σωματικής έκφρασης που αποτελεί θεμελιακό στοιχείο διαμόρφωσης της ψυχικής εμπειρίας σε πολλές κουλτούρες και πολιτισμούς.

Την ανάγκη μιας διαπολιτισμικής στροφής στις προσφερόμενες υπηρεσίες ψυχικής υγείας των δυτικών κρατών επισημαίνει και η Penny Wangari-Jones, ακτιβίστρια για ζητήματα φυλετικής και κοινωνικής δικαιοσύνης, αναλύοντας την αποξένωση που βιώνουν στο βρετανικό σύστημα υγείας πολλές κοινότητες μεταναστών. Όπως σημειώνει, παρά το γεγονός ότι η βρετανική κοινωνία είναι πλέον πολυπολιτισμική, οι διαγνωστικές κατηγορίες και οι παρεχόμενες ψυχολογικές θεραπείες είναι δυτικο-κεντρικές και βασίζονται σε ένα μονοπολιτισμικό μοντέλο. «Η απο-αποικιοποίηση της ψυχικής υγείας θα εξασφαλίσει στους ειδικούς καλύτερη κατανόηση των αναγκών των διαφορετικών κοινοτήτων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από μια διαπολιτισμική αντίληψη και επιπλέον μέσα από πολυπολιτισμικές ομάδες προσωπικού, καθώς η γνώση για τις κοινότητες δεν αποκτιέται μόνο τυπικά», αναφέρει η ίδια [8].

Μιλώντας για τον κλάδο της διαπολιτισμικής ψυχολογίας, του οποίου υπήρξε ο θεμελιωτής, ο Richard Shweder αναφέρεται στο πόσο ποικίλα είναι τα τοπικά νοήματα, οι στόχοι, οι αξίες και οι εικόνες του κόσμου, που διαμορφώνουν οι άνθρωποι μέσα σε διαφορετικές κοινότητες, κουλτούρες και πολιτισμούς. «[Y]πάρχει μια εγγενής έμφαση στη φράση “διαπολιτισμική ψυχολογία” ως προς την αμοιβαιότητα και την αλληλο-ενσωμάτωση πολιτισμού και ψυχής. Έτσι, η φράση “διαπολιτισμική ψυχολογία” αναδεικνύει τον επαναλαμβανόμενο τρόπο με τον οποίο ο πολιτισμός και ο ψυχικός κόσμος κατασκευάζουν ο ένας τον άλλο, την ίδια ώρα που σηματοδοτεί μια αναγέννηση χωρίς στίγμα», σημειώνει ο ίδιος [9].

Πρόκειται για μια παλιά διαδρομή που ωστόσο δεν έχει ακόμα βρει τη σταθερή θέση της στο φάσμα της σύγχρονης ψυχολογικής έρευνας, χωρίς να εξαιρείται από αυτό και ένα μεγάλο μέρος της ψυχαναλυτικής βιβλιογραφίας [10]. Ήδη το 1949, ο Claude Lévi-Strauss επισήμανε τον τρόπο με τον οποίο η ψυχανάλυση κατασκευάζει έναν συμβατό με τις δυτικές κοινωνίες «ατομικό μύθο» για τη συμβολοποίηση της ανθρώπινης δυσφορίας, που έχει σημαντικές δομικές ομοιότητες αλλά και εξίσου σημαντικές περιεχομενικές διαφορές με τους συλλογικούς μύθους κάποιων ιθαγενικών κοινοτήτων [11]. Όπως επισήμανε ο ίδιος, παρά την αξία των συμβολικών αυτών αφηγήσεων στη δόμηση κάθε κοινωνίας και πολιτισμού, η μετατροπή τους σε αντικειμενικούς και οικουμενικούς γνώμονες ερμηνείας και αποτίμησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ενέχει σοβαρούς κινδύνους ως προς τον κοινωνικό ρόλο κανονικοποίησης που αναλαμβάνει να διαδραματίσει μια επιστήμη [12].

Περίπου εβδομήντα χρόνια μετά, η επιστήμη της ψυχολογίας, μολονότι έχει αποκτήσει έναν διαμορφωτικό ρόλο στη φυσιογνωμία των σύγχρονων κοινωνιών, έχει ακόμα πολύ δρόμο να διανύσει προς το άνοιγμά της σε μια διαπολιτισμική κατανόηση και την αναγνώριση της πολλαπλότητας των τρόπων οργάνωσης της ανθρώπινης ψυχικής εμπειρίας σε διαφορετικές κοινωνίες και πολιτισμούς, αλλά και εντός τους.

 

* H Βασιάννα Κωνσταντοπούλου είναι ψυχολόγος και κοινωνική ερευνήτρια, Διδάκτορας Κοινωνικής Θεωρίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο διατριβής την επιστημολογική κριτική του ψυχαναλυτικού προτύπου γνώσης.

 

Σημειώσεις

[1] Schulson, Michael, “Psychology still Skews Western and Affluent. Can it be Fixed?”, Undark, στον σύνδεσμο https://undark.org/2020/01/20/psychology-bias-western/.

[2] Henrich Joseph, Heine Steven, Norenzayan Ara (2010), “The weirdest people in the world?”, Behavioral and Brain Sciences, pp. 1-75.

[3] Το αρκτικόλεξο “WEIRD” χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς τόσο για να περιγράψει τον πληθυσμό στον οποίο εστιάζει ένα μεγάλο μέρος των σύγχρονων ψυχολογικών ερευνών –Western (Δυτικός), Educated (Μορφωμένος), Industrialized (Βιομηχανοποιημένος), Rich (Πλούσιος), Democratic (Δημοκρατικός)– όσο και ως λογοπαίγνιο αφού “weird” στα Αγγλικά σημαίνει παράξενος, αλλόκοτος.

[4] Henrich Joseph, Heine Steven & Norenzayan Ara (2010), op. cit., p. 1.

[5] Arnett, Jeffrey (2008), “The Neglected 95%: Why American Psychology Needs to Become Less American”, American Psychologist, Vol. 63, No. 7, pp. 602– 614, (October 2008).

[6] Foster, Perez RoseMarie (2001), “When Immigration Is Trauma: Guidelines for the Individual and Family Clinician”, American Journal of Orthopsychiatry, Vol. 71, No. 2, pp. 153-170, (April 2001).

[7] Al-Issa Ihsan, Tousignant Michel (1997), Ethnicity, Immigration, Psychopathology, Nέα Υόρκη: Plenum Press.

[8] Wangari-Jones, Penny, «Για την από-αποικιοποίηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», σε ελληνική μετάφραση στον σύνδεσμο http://pass-world.gr/gia-tin-apoapoikiopoihsh-twn-ypiresiwn-psychikis-ygeias/, και στα Αγγλικά στον σύνδεσμο https://www.opendemocracy.net/en/transformation/how-to-decolonise-mental-health-services/.

[9] Shweder, Richard (1999), “Why Cultural Psychology?”, Ethnos, American Anthropological Association, Vol. 27, No. 2, pp. 62-73, at p. 63.

[10] Για μια εκτενέστερη ανάλυση της αρχής της ψυχανάλυσης –και ιδιαίτερα της φροϋδικής– περί οικουμενικότητας των ψυχοδυναμικών της υποθέσεων, βλ. Κωνσταντοπούλου, Βασιλική-Ιωάννα (2018), Ψυχανάλυση και Επιστημολογία: Γνώση και κανονιστικότητα στη φροϋδική θεμελίωση, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.

[11] Lévi-Strauss, Claude (1949), “L’ efficacité symbolique”, Revue de l’ histoire des religions, Vol. 135, No. 1, pp. 5-27.

[12] Lévi-Strauss, Claude (1949), «Le sorcier et sa magie», Les Temps Modernes, No. 41, pp. 385-406.

 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!