Μετανάστευση: Ατομική επιλογή ή αποτέλεσμα κοινωνικών παραγόντων;

Παναγιώτης Ματσίγκας

Aπόφοιτος του τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής  

του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

 

Σχεδόν όλοι οι ερευνητές, συμφωνούν στο ότι τα αίτια που προκαλούν τις σύγχρονες μετακινήσεις, είναι κατά κύριο λόγο οικονομικά. Ωστόσο, υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές όσον αφορά το εάν η μετανάστευση προκαλείται από εξωγενείς παράγοντες ή εάν αυτή αποτελεί μία ατομική επιλογή. Αυτή η διαφοροποίηση έχει οδηγήσει στο σχηματισμό δύο κύριων αντικρουόμενων προσεγγίσεων, της προσέγγισης που βασίζεται στις στρεβλώσεις του τρόπου παραγωγής και στο σχήμα κέντρου-περιφέρειας (μαρξιστική-λενινιστική) και στη νεοκλασική θεωρία που θεωρεί πως η μετανάστευση βασίζεται στην ατομική επιλογή.

 

Μαρξιστική – Λενινιστική προσέγγιση

Ο Μαρξ ενδιαφέρθηκε να προσδιορίσει τα αίτια της εξαθλίωσης της εργατικής τάξης στην αγγλική επικράτεια και να προτείνει λύσεις. Θεωρούσε πως υπήρχε αναντιστοιχία στον αριθμό των εργατών (ως απόλυτο μέγεθος) και στον αριθμό των μέσων συντήρησης του πληθυσμού (ως απόλυτο μέγεθος). Δε θεωρεί τον υπερπληθυσμό απόλυτο (ως προς τα μέσα παραγωγής), αλλά σχετικό (ως προς τις ανάγκες παραγωγής). Ο πληθυσμός πρέπει να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες ανάγκες συγκεκριμένης παραγωγής.

Ο πληθυσμός που «περισσεύει», δεν ονομάζεται (για τον Μαρξ) υπερπληθυσμός, αλλά «βιομηχανικός εφεδρικός στρατός». Πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει γιατί είναι αποτέλεσμα, αλλά και προϋπόθεση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.

Είναι αποτέλεσμα, γιατί δημιουργείται από το ίδιο το κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Δύο βασικοί τρόποι με τους οποίους γίνεται αυτό είναι η ένταξη της τεχνολογίας στην παραγωγή (αφού έτσι τα μηχανήματα κάνουν δουλειές που πριν έκαναν οι άνθρωποι και έτσι μειώνονται οι θέσεις εργασίας, αλλά και οι εργάτες αυξάνουν την παραγωγικότητά τους, αφού με τα νέα μέσα που διαθέτουν μπορούν να βγάλουν δουλειά που αντιστοιχεί σε ενάμιση ή και δύο εργάτες, άρα μειώνονται οι ανάγκες για προσλήψεις) και η ευελιξία στα ωράρια των επιχειρήσεων (όταν ένας εργοδότης μπορεί να απασχολεί τους εργαζομένους για περισσότερες ώρες, δε χρειάζεται να προσλάβει κι άλλους).

Άρα, ακόμα και σε συνθήκες ευημερίας, το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα δίνει κίνητρα για μετανάστευση, αφού ένα τμήμα της κοινωνίας ζει σε συνθήκες ανεργίας και, στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού, στο περιθώριο.

Η είσοδος της τεχνολογίας δεν έχει επιπτώσεις μόνο στο εσωτερικό μίας χώρας, αλλά και στον παγκόσμιο χάρτη. Οι χώρες που εισάγουν νέες τεχνολογίες,  μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους και να βελτιώσουν την ποιότητα των προϊόντων τους, άρα να γίνουν πιο ανταγωνιστικές. Μπορούν έτσι, να δίνουν καλύτερους μισθούς και παροχές στους πολίτες τους (χωρίς αυτό να είναι απόλυτο).

Για να μπορέσουν εκείνες οι χώρες να το διατηρήσουν αυτό, πρέπει να εισάγουν φθηνές πρώτες ύλες και φθηνό εργατικό δυναμικό.. Αυτά, τα προμηθεύονται από χώρες που δεν έχουν αναπτύξει την οικονομία τους, έχουν υψηλή ανεργία και δε διαθέτουν τον ίδιο τεχνολογικό εξοπλισμό. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα, αποτελούν οι χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Οι σχέσεις αυτές, γίνονται αντιληπτές μέσα από το σχήμα κέντρου-περιφέρειας, έτσι όπως διατυπώθηκε από το Λένιν. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό, υπάρχουν  χώρες με υψηλή οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη (το λεγόμενο κέντρο) και χώρες με χαμηλή οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη (η λεγόμενη περιφέρεια). Η περιφέρεια τροφοδοτεί το κέντρο με φθηνές πρώτες ύλες και φθηνό εργατικό δυναμικό (μάλιστα η ανεπτυγμένη χώρα διαλέγει τους εργάτες που έχουν ακριβώς τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται και, συνήθως, παίρνει τους πιο μορφωμένους και τους πιο καταρτισμένους) και εισάγει από αυτό επεξεργασμένα προϊόντα σε πολύ ακριβές τιμές. Για να αλλάξει ο συσχετισμός αυτός, χρειάζονται κεφάλαια, τα οποία οι εξαρτώμενες χώρες δε διαθέτουν και έτσι η εξάρτηση αυτή συνεχίζεται.

Επιπροσθέτως, υπάρχουν περιπτώσεις που οι ανεπτυγμένες χώρες, όχι μόνο παίρνουν το φυσικό πλούτο και το εργατικό δυναμικό από την περιφέρεια, αλλά επιβάλλουν και συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις ( ή, ορθότερα, απορρυθμίσεις) στην αγορά εργασίας των χωρών που εκμεταλλεύονται. Προωθούν δηλαδή τη λεγόμενη ευελιξία στην αγορά εργασίας, η οποία καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων,  όπως οι αμοιβές (κυμαινόμενος κατώτατος μισθός με βάση την παραγωγή, μισθός με βάση την παραγωγικότητα του κάθε εργαζομένου κτλ) και τα ωράρια εργασίας (διακεκομμένο ωράριο, δυνατότητα μετατροπής του οκταώρου σε δωδεκάωρο για κάποιες ημέρες και δυνατότητα αντιστάθμισής του με εξάωρο κάποιες άλλες κτλ).

Οι πρώτες περιφέρειες στη Δύση ήταν οι Νοτιοευρωπαϊκές χώρες. Αυτές όμως αναπτύχθηκαν μερικώς και έτσι υπήρχε ο κίνδυνος να πάψουν να θεωρούνται πλέον συμφέρουσες πηγές εργασιακών εφεδρειών. Έπρεπε, λοιπόν, να πάρουν κάποιες άλλες τη θέση τους. Το ρόλο αυτό ανέλαβαν, κυρίως, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Βέβαια, η εκμετάλλευση που υφίσταται η περιφέρεια από το κέντρο παραμένει. Σε αυτή, έρχεται να προστεθεί η εκμετάλλευση των υποπεριφερειών ή αλλιώς, περιφερειακών χωρών δευτέρου βαθμού, από την περιφέρεια.

 

Νεοκλασική προσέγγιση

Η νεοκλασική προσέγγιση βασίζεται στη θεωρία της ελεύθερης επιλογής και στον ορθολογισμό. Θεωρεί ότι τα άτομα ζυγίζουν τις επιλογές τους και κάνουν τις πιο συμφέρουσες για αυτά. Ο βασικός νόμος που διέπει τη μετανάστευση είναι αυτός της προσφοράς και της ζήτησης, δηλαδή η λειτουργία της αγοράς.

Όμως, το άτομο, αν και έχει την ελευθερία της επιλογής, μπορεί να μη γνωρίζει λεπτομερώς τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς σε μία άλλη χώρα. Άρα, η ελευθερία αυτή είναι εξαρχής περιορισμένη.

Μία περιοχή στην οποία το εργατικό δυναμικό δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς, εισάγει εργάτες από μία άλλη περιοχή της οποίας το εργατικό δυναμικό πλεονάζει (στην αρχική της μορφή, η προσέγγιση αυτή, θεωρεί δεδομένη την αυξημένη αμοιβή στις χώρες που ζητούν δυναμικό). Έτσι, θα επιτευχθεί κάποια στιγμή μία ισορροπία στο εργατικό δυναμικό, η οποία θα εξαλείψει τα κίνητρα για μετανάστευση.

Βέβαια, αυτό δεν αποδείχθηκε στην πράξη, αφού ποτέ δεν επετεύχθη η τέλεια ισορροπία στην ελεύθερη αγορά και για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού υιοθετήθηκαν κεϋνσιανές λογικές κρατικής παρέμβασης για να μεταφέρονται κεφάλαια και εργατικό δυναμικό από τη μία χώρα στην άλλη και να υπάρχει αύξηση της απασχόλησης με παράλληλη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.

 

Συμπέρασμα

Μετά την προσπάθεια μίας απλής παρουσίασης των δύο βασικών προσεγγίσεων της μετανάστευσης, μπορούμε να ισχυριστούμε πως ναι μεν η τελική επιλογή για τη μετανάστευση ανήκει στο άτομο, αλλά αυτή λαμβάνεται εντός ενός πολύ συγκεκριμένου πλαισίου. Υπάρχουν παράγοντες, όπως η ανεργία, που διώχνουν ανθρώπους από μία χώρα (push factors) και παράγοντες, όπως η ζήτηση για εργατικά χέρια και η αυξημένη κοινωνική προστασία, που τραβούν ανθρώπους σε μία χώρα (pull factors).

Η μετανάστευση δεν είναι δυνατό να σταματήσει, αφού αποτελεί εγγενές στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος. Δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε πως κάθε εργαζόμενος είναι δυνάμει μετανάστης.

 

Βιβλιογραφία

Δαμανάκης Μιχάλης, Μετανάστευση και εκπαίδευση.

Καλτσώνης Δημήτρης, Το δίλημμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας.

Μουσούρου Λ.Μ., Μετανάστευση και μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

 

Διαβάστε Επίσης  Η ΜΕΤΑδραση βοηθά στην αναβάθμιση των νοσοκομείων με την εγκατάσταση wifi για την παροχή τηλεδιερμηνείας
 

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!