Ύπνος και άγχος: Νέα μελέτη αποκαλύπτει στοιχεία για την στενή τους σύνδεση

artwork by Maddie Quinn, image credit: Ibolya Feher

Ακόμα και οι μικρές μειώσεις στις ώρες του ύπνου μπορούν να προκαλέσουν αυξημένο άγχος την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Nature Human Behavior. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η στέρηση ύπνου προκαλεί συμπτώματα άγχους μειώνοντας τη δραστηριότητα σε μια περιοχή του εγκεφάλου που είναι κρίσιμη για τις γνωστικές λειτουργίες υψηλού επιπέδου.

“Ο κακός ύπνος και το άγχος είναι στενά συνδεδεμένα. Όταν είμαστε αγχωμένοι, ο ύπνος μας διαταράσσεται και όταν ο ύπνος μας διαταραχθεί, αγχωνόμαστε. Είναι ένας φαύλος κύκλος που τώρα γνωρίζουμε ότι μπορεί να ξεκινήσει από τον κακό ύπνο”, εξήγησε η συντάκτρια της μελέτης Eti Ben Simon, νευροεπιστημόνισσα και ερευνήτρια ύπνου στο Κέντρο για την Επιστήμη του Ανθρώπινου Ύπνου ( The Center for Human Sleep Science) στο UC Berkeley.

“Οι άνθρωποι που υποφέρουν από κακό ύπνο (όπως είναι η αϋπνία) έχουν διπλάσιες πιθανότητες να αναπτύξουν μια διαταραχή άγχους σε σχέση με τους ανθρώπους που κοιμούνται καλά. Έχουμε πολλές αποδείξεις ότι η έλλειψη ύπνου μπορεί να οδηγήσει σε άγχος όμως έως τώρα δεν γνωρίζαμε το γιατί. Συγκεκριμένα, δεν γνωρίζαμε τι συμβαίνει ώστε η απώλεια ύπνου να προκαλεί άγχος, αλλά και γιατί ένας καλός ύπνος κατά τη διάρκεια της νύχτας μας βοηθά να είμαστε ήρεμοι”. 

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη λειτουργική απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (fMRI) για να εξετάσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα 18 συμμετεχόντων καθώς παρακολουθούσαν βίντεο με έντονο συναισθηματικό φορτίο ύστερα από έναν πλήρη βραδινό ύπνο και ύστερα πάλι μετά από 24 ώρες ολικής στέρησης ύπνου. Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν επίσης το επίπεδο άγχους τους τα βράδια και τα πρωινά.

Ύστερα από 24 ώρες αϋπνίας, οι μισοί συμμετέχοντες ανέφεραν επίπεδα άγχους που υπερέβησαν το κλινικό όριο για τις διαταραχές άγχους.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η στέρηση του ύπνου σχετίζεται με μειωμένη δραστηριότητα στον μεσαίο προμετωπιαίο φλοιό, μια περιοχή του εγκεφάλου που συνδέεται με τον συναισθηματικό έλεγχο. Αυτή η μειωμένη δραστηριότητα με τη σειρά της προέβλεψε μια αύξηση του άγχους. Οι ερευνητές επανέλαβαν αυτά τα αποτελέσματα σε μια μελέτη άλλων 30 συμμετεχόντων.

Η στέρηση του ύπνου συνδέθηκε επίσης με αλλαγές στην αμυγδαλή, στο ραχιαίο πρόσθιο φλοιό του κόλπου και στην νησίδα – αλλά αυτές οι αλλαγές δεν συσχετίστηκαν με τα επίπεδα άγχους.

“Τα ευρήματά μας δείχνουν την άμεση επίδραση της απώλειας ύπνου, καθώς και του κακού ύπνου, στα επίπεδα άγχους το επόμενο πρωί. Δηλαδή, η έλλειψη ύπνου είναι ένα αιτιώδες έναυσμα που προκαλεί άγχος, ακόμη και μετά από μία μόνο νύχτα”, δήλωσε η Simon. 

“Εξετάζοντας την εγκεφαλική δραστηριότητα, διαπιστώσαμε ότι η απώλεια ύπνου στοχεύει στις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου που μας κάνουν ευάλωτους στο άγχος – περιοχές που επεξεργάζονται και ρυθμίζουν τη συναισθηματική αντιδραστικότητα. Όταν αυτή η περιοχή αδρανεί, όπως συμβαίνει με την έλλειψη ύπνου, τα βαθύτερα συναισθηματικά μας κέντρα παραμένουν ανεξέλεγκτα και ακολουθούνται από άγχος”. 

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι μετά από έναν πλήρη νυχτερινό ύπνο, κατά τον οποίο τα εγκεφαλικά κύματα των συμμετεχόντων μετρήθηκαν μέσω ηλεκτροδίων τοποθετημένων στα κεφάλια τους, τα επίπεδα άγχους τους μειώθηκαν σημαντικά. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για εκείνους που πραγματοποίησαν σε μεγαλύτερο βαθμό ύπνο μη ταχείας κίνησης στα μάτια (NREM). 

 

“Έχουμε ανακαλύψει ένα νέο όφελος από τον βαθύ ύπνο, που ενεργεί ως ένα νυχτερινό και φυσικό αγχολυτικό. Αυτό σημαίνει πως αν οι γενικοί ιατροί επιδιώξουν να θεραπεύσουν τα προβλήματα ύπνου των ατόμων που βιώνουν άγχος χρησιμοποιώντας μεθόδους όπως τη Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία για την Αϋπνία (CBT I), μπορεί να προσφέρει σημαντικά κλινικά οφέλη και να μειώσει την ανάγκη για αγχολυτικά φάρμακα “.

 

Εκτός από τα εργαστηριακά πειράματα, οι ερευνητές διεξήγαγαν δύο διαδικτυακές μελέτες στις οποίες 480 συμμετέχοντες ανέφεραν την ποιότητα του ύπνου και τα επίπεδα υποκειμενικού άγχους τους σε δύο ή τέσσερις διαδοχικές νύχτες και ημέρες. Διαπίστωσαν ότι οι μεταβολές στην ποιότητα του ύπνου συνδέονταν με καθημερινές αλλαγές στα επίπεδα άγχους.

“Τα ευρήματά μας δείχνουν τη σημασία του επαρκούς ύπνου στη διαχείριση του άγχους. Όταν τα άτομα αρχίζουν να δίνουν προτεραιότητα στον ύπνο τους και κοιμούνται αρκετά, ο βαθύς ύπνος αποκαθιστά τη δραστηριότητα στις περιοχές που ρυθμίζουν τα συναισθήματα μας και μας βοηθούν να είμαστε ήρεμοι. Το επόμενο βήμα είναι να εντοπίσουμε τον ακριβή τρόπο με τον οποίο ο βαθύς ύπνος επιτρέπει μια τέτοια συναισθηματική επαναφορά”, δήλωσε η Simon.

“Ένας πιθανός μηχανισμός που συζητούμε στη μελέτη έχει να κάνει με την αντίδραση πάλης ή φυγής. Η αντίδραση πάλης ή φυγής είναι μέρος του αυτόνομου νευρικού συστήματος που μας βοηθά να ανταποκριθούμε σε φυσικές ή συναισθηματικές προκλήσεις αυξάνοντας τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση για παράδειγμα. Εάν η απόκριση είναι ενεργοποιημένη σε χρόνια βάση, μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερα επίπεδα στρες και άγχους. “

“Κάθε βράδυ, όταν μπαίνουμε σε βαθύ ύπνο, αυτό το μέρος του αυτόνομου νευρικού συστήματος κλείνει ουσιαστικά επιτρέποντας στον εγκέφαλο και το σώμα μας να ανακάμψουν και να χαλαρώσουν. Ένα σημαντικό επόμενο βήμα είναι να συνδέσουμε πλέον το νυχτερινό αυτό όφελος του βαθύ ύπνου με τις αλλαγές που βλέπουμε στα επίπεδα άγχους και στην εγκεφαλική δραστηριότητα κατά την επόμενη μέρα” εξήγησε η Simon.

Αλλά τα οφέλη ενός καλού νυχτερινού ύπνου εκτείνονται πολύ πέρα από τη μείωση του άγχους.

“Ο βαθύς ύπνος είναι μια από τις καλύτερες “φυσικές μορφές φαρμάκων” για την αρτηριακή πίεση, μειώνοντας την καρδιακή συχνότητα κάθε βράδυ. Ο βαθύς ύπνος βοηθά επίσης στη ρύθμιση του σακχάρου του αίματος, μειώνοντας τον κίνδυνο για διαβήτη και βοηθά επίσης στη ρύθμιση των ορμονών της όρεξης, αποτρέποντας την υπερκατανάλωση τροφής. Τέλος, ο βαθύς ύπνος βοηθά επίσης στον καθαρισμό του εγκεφάλου από τις τοξικές πρωτεΐνες που συνδέονται με τη νόσο του Αλτσχάιμερ και βοηθά επίσης στην αποθήκευση των νέων αναμνήσεων, ώστε να μην ξεχνάμε.”

 

*The study, “Overanxious and underslept“, was authored by Eti Ben Simon, Aubrey Rossi, Allison G. Harvey, and Matthew P. Walker.

 

Πηγή: psypost.org

Απόδοση/Επιμέλεια: Τομπέα Ελένη

socialpolicy.gr

 

Διαβάστε Επίσης  Ψυχική Διαχείριση της Επιδημίας COVID-19 στο Γενικό Πληθυσμό | Α΄ Ψυχιατρική Κλινική ΕΚΠΑ

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!