Immanuel Wallerstein: Η δημοκρατία ως ρητορική

 “Γιατί ο όρος δημοκρατία εξελίχθηκε από την έκφραση των μεγάλων επαναστατικών οραμάτων σε μια καθολική κοινοτοπία; Αρχικά, στη δυτική πολιτική φιλοσοφία, από τους αρχαίους Έλληνες ώς τον 18ο αιώνα, πάντα θεωρούσαν ότι η δημοκρατία είναι αυτό που υποσημαίνουν οι αρχαιοελληνικές ρίζες της, το κράτος του λαού, δηλαδή, όχι μόνο σε αντιδιαστολή προς το κράτος του ενός ανθρώπου, αλλά ακόμη περισσότερο σε αντιδιαστολή προς το κράτος των αρίστων, της αριστοκρατίας. Η δημοκρατία ήταν λοιπόν πρωτίστως μια ποσοτική έννοια. Σήμαινε ότι ζητούσαμε την ισότητα σε μια κατά βάση ανισοκρατική κατάσταση, εφόσον αν υπήρχαν οι «άριστοι», τότε θα πρέπει να υπήρχαν και οι «λιγότερο καλοί» – οι αδαείς, οι ακάθαρτοι, οι άξεστοι, οι φτωχοί.

Ποιοι είναι αυτοί οι άριστοι, δεν έχει πραγματικά σημασία. Έχουν προσδιοριστεί με όρους αίματος/καταγωγής/επίσημων αρμοδιοτήτων. Έχουν προσδιοριστεί με όρους πλούτου/ιδιοκτησίας/οικονομικού διευθυντικού ρόλου. Έχουν προσδιοριστεί με όρους εκπαίδευσης/ευφυίας/σύνθετων δεξιοτήτων. Και όλοι αυτοί οι τρόποι ταξινόμησης των αρίστων πάντα συνοδεύονταν από τις παραδοχές ότι η καλή συμπεριφορά/ο τρόπος ζωής/το να είναι «πολιτισμένοι» είναι χαρακτηριστικά των αρίστων. Το καίριο στοιχείο πάντα ήταν η διάκριση ανάμεσα στις δύο ομάδες, αυτούς που προσδιορίζονταν ότι είχαν την ιδιότητα να συμμετέχουν στη διαδικασία των συλλογικών αποφάσεων και αυτούς που λεγόταν ότι δεν είχαν αυτήν την ιδιότητα. Η δημοκρατία ως ιδέα, ως κίνημα, είχε αρχικά την πρόθεση να αρνηθεί αυτήν την διάκριση ως βάση της οργάνωσης της πολιτικής ζωής.

Ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά κάποια σημαντική διαμάχη ως προς αυτό το ζήτημα. Και μάλιστα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, ώς την εποχή που η έννοια της «ιδιότητας του πολίτη» έγινε τρέχων όρος του συνήθους πολιτικού λόγου. Και αυτή η πολιτισμική μετατόπιση είναι η μεγάλη ρητορική κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης. Σήμερα, όλοι μας είμαστε πολίτες.

Είμαστε άραγε; Ο βασικός διάλογος για τις συνέπειες της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη έλαβε χώρα σε δύο διαδοχικές στιγμές. Στις αρχές του 19ου αιώνα, έλαβε τη μορφή μιας εσωτερικής εθνικής διαμάχης στη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, και σε μερικές άλλες χώρες και επικεντρωνόταν στο ζήτημα του δικαιώματος ψήφου[1]. Η βασική επιλογή ήταν ανάμεσα στην τιμοκρατική ψήφο, αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούσαν suffrage sensitaire, και την καθολική ψήφο. Γνωρίζουμε ότι τελικά, σε αυτές τις χώρες και έπειτα σε άλλες, επικράτησε η καθολική ψήφος – επιπλέον, αυτό που περιλαμβανόταν στον όρο καθολικός διευρυνόταν σταθερά.

Μόλις όμως η αρχή της καθολικής ψήφου έγινε αποδεκτή (ακόμη και αν δεν εφαρμόστηκε πλήρως), η διαμάχη μετατοπίστηκε. Καθώς το δικαίωμα ψήφου γινόταν ευρύτερο στις δυτικές χώρες (καθώς και άλλα στοιχεία των πολιτικών ελευθεριών έγινα πιο διαδεδομένα σε αυτές τις ίδιες χώρες), ο όρος πολίτης έγινε νομιμότερος στις χώρες αυτές και χρησιμοποιήθηκε για να εκπληρώσει την περιεκτική του πρόθεση. Ωστόσο, η έννοια του πολίτη εξαιρεί πάντα άλλο τόσο όσο εντάσσει. Διότι ο πολίτης αναγκαστικά συνεπάγεται τον μη πολίτη. Εφόσον οι επικίνδυνες τάξεις δεν είναι πλέον επικίνδυνες, εφόσον οι απολίτιστες εργατικές τάξεις γίνονται πλέον αποδεκτές ως πολίτες, τότε το ρητορικό όριο ανάμεσα στους πολιτισμένους και τους απολίτιστους μετατοπίζεται και γίνεται ένα όριο ανάμεσα στις πολιτισμένες χώρες και τις απολίτιστες χώρες. Αυτό λοιπόν θα γινόταν η κύρια ρητορική δικαίωση της αυτοκρατορικής κυριαρχίας, καθώς και η ρητορική βάση για να απαιτήσουμε και να αποκτήσουμε τη συμμετοχή της εργατικής τάξης στην ένδοξη εκπολιτιστική αποστολή.

Στο σημείο αυτό, δεν χρησιμοποιούσαν πλέον τη «δημοκρατία» ως έναν όρο που εξέφραζε τα αιτήματα των κατώτερων στρωμάτων σε μια εθνική ταξική πάλη, αλλά μάλλον ως έναν όρο που δικαιολογούσε την πολιτική των επικυρίαρχων δυνάμεων σε μια παγκόσμια πάλη ανάμεσα στους λεγόμενους πολιτισμένους και τους απολίτιστους, ανάμεσα στη Δύση και τους υπολοίπους. Έτσι, επειδή η αντήχηση της έννοιας της δημοκρατίας είχε αλλάξει, οι ίδιες οι ομάδες που έτρεμαν τη λέξη στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα τελικά την υιοθέτησαν στα τέλη του αιώνα και την χρησιμοποιούσαν για ύμνο τους στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Στο σημείο αυτό, η έννοια της δημοκρατίας έγινε πρωταρχικά ένα σύμβολο, μια συνέπεια, μια απόδειξη πολιτισμού. Η Δύση είναι δημοκρατική – οι υπόλοιποι δεν είναι. Ως εκ τούτου, οι ηγεμονικές δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας αυτοανακηρύσσονται εθνικοί ηγέτες. Η ηγεμονία τους αποτελεί τη βάση της προόδου σε ολόκληρο τον κόσμο. Προσφέρουν τη δημοκρατία ως Ιερό Δισκοπότηρο. Επομένως, ενσαρκώνουν την αρετή”.

 

Ιmmanuel Wallerstein: Δημοκρατία, Καπιταλισμός και Μετασχηματισμός, στο Η Απραγματοποίητη Δημοκρατία, Αθήνα Εκδόσεις Futura 2010, σελ. 93-96


[1]  Βλ. τον Stuart Woolf σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα στο έθνος και το λαό στη σκέψη του Διαφωτισμού, όπως αυτή διαμόρφωσε το στοχασμό της ναπολεόντειας εποχής: «Το ‘Έθνος’ γινόταν κατανοητό με έναν περιοριστικό τρόπο, ως οι «μορφωμένοι» ή, λίγο πιο πλατειά, ως οι άρχουσες ελίτ […] Οι συγγραφείς του Διαφωτισμού πάντοτε έκαναν μία αυστηρή διάκριση ανάμεσα στους μορφωμένους, στους οποίους απευθυνόταν το μήνυμά τους, και το ‘πλέον πολυάριθμο και χρήσιμο τμήμα του έθνους’’. Ο ‘’λαός’’, που εξ ορισμού δεν ήταν εξαχρειωμένος αλλά επηρεαζόταν εύκολα, χρειαζόταν μια ηθική, τεχνική (και σωματική) αγωγή κατάλληλη για τη θέση τους, που θα τους εφοδίαζε καλύτερα για τη ζωή του εργάτη». «French Civilization and Ethnicity in the Napoleonic Empire»,  Past and Present, τ. 124 (Αύγουστος 1989), σ.106.

Διαβάστε Επίσης  Αναζητώντας τις άμυνες της Δημοκρατίας

Be the first to comment on "Immanuel Wallerstein: Η δημοκρατία ως ρητορική"

Leave a comment

Your email address will not be published.


*


error: Content is protected !!