Η επιρροή της γενετικής στην εκπαίδευση και επιτυχία

Ο Robert Plomin, Αμερικανός ψυχολόγος, είναι επιστήμονας στο πεδίο της συμπεριφορικής γενετικής, η οποία προσπαθεί να κατανοήσει πώς οι διαφορές ανάμεσα στο DNA των ανθρώπων επηρεάζουν τις δράσεις και τις δυνατότητές τους. Η έρευνα Twins’ Early Development Study (TEDS) προσεγγίζει την επιρροή αυτή στην κατανόηση της σχολικής φοίτησης των παιδιών.

Βάσει αυτής της έρευνας, αλλά και άλλων, ένα μεγάλο μέρος των διαφορών στα σχολικά αποτελέσματα, επεξηγούνται από τα συγκεκριμένα γονίδια. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την θεωρία της tabula rasa – που προκρίνει ότι τα περισσότερα παιδιά (τουλάχιστον αυτά χωρίς ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες) είναι “λευκά χαρτιά” που έχουν ίσες δυνατότητες όταν εισέρχονται στο σύστημα εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την άποψη των ερευνητών, δεν υπάρχουν ειδικές ανάγκες, με σπάνιες εξαιρέσεις που σχετίζονται με σαφώς αναγνωρίσιμες παθήσεις όπως το σύνδρομο Down.  Κατά την άποψή τους, κάθε παιδί είναι ξεχωριστό και αξίζει ένα προσαρμοσμένο πρόγραμμα σπουδών.

Η έρευνα TEDS, ακολούθησε μια χρονική προσέγγιση για τη συμπεριφορική γενετική, συγκρίνοντας στατιστικά, πανομοιότυπα και μη, δίδυμα παιδιά. Τα μονοζυγωτικά δίδυμα μοιράζονται όλα τα γονίδιά τους ενώ τα διζυγωματικά δίδυμα μοιράζονται τα μισά. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, τα δίδυμα έχουν μια κοινή ανατροφή. Αυτό επιτρέπει στους ερευνητές να εκτιμήσουν τις σχετικές επιπτώσεις των γονιδίων και του περιβάλλοντος σε όλα τα είδη των φαινομένων, καθώς και πώς και τι μαθαίνουν τα παιδιά.

Οι γενετικές επιδράσεις στην εκπαίδευση είναι μεγάλες. Έως και το 80% των διαφορών στην εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής είναι γενετικές. Για τα μαθηματικά το ποσοστό είναι 60-70% και για την επιστήμη, 50-60%. Ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης και αντιπαράθεσης μεταξύ εκείνων που θεωρούν τη γενετική ως τη μέγιστη επιρροή και εκείνων που αναφέρονται στις περιβαλλοντικές επιρροές,  έχει επικεντρωθεί στο κατά πόσο αυτό οφείλεται στην κληρονομικότητα της γενικής νοημοσύνης (IQ). Το IQ είναι σίγουρα σημαντικό, ωστόσο, ερευνητές αναφέρουν ότι και άλλοι παράγοντες παίζουν επίσης ρόλο. Μια καλή ένδειξη της επιτυχίας ενός παιδιού σε ένα μάθημα, για παράδειγμα, είναι η πεποίθησή του ότι είναι καλός σ ‘αυτό, ανεξάρτητα από το πόσο καλός είναι στην πραγματικότητα. Το επίπεδο της αυτοπεποίθησης τελεί κατά περίπου  50% υπό  γενετικό έλεγχο.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες απόψεις ενός εκ των ερευνητών της προαναφερθείσας έρευνας, είναι ότι οι γενετικές και περιβαλλοντικές επιδράσεις δεν είναι απλά προσθετικές. Στην ουσία τα γονίδια διαμορφώνουν το περιβάλλον όπου ένα παιδί λειτουργεί. Το παιδί που αγαπά τα σπόρ αναζητά το γήπεδο. Το παιδί που αγαπά τη μάθηση, την βιβλιοθήκη. Αυτό ενισχύει τα αποτελέσματα των γενετικών προδιαθέσεων καθώς το παιδί μεγαλώνει.

Οι γενετικές καταβολές των γονέων μπορούν επίσης να επηρεάσουν τα παιδιά που δεν έχουν κληρονομήσει άμεσα το σχετικό DNA ( ιδιοτροπίες του σχηματισμού των γαμετών). Είναι δυσάρεστο, αλλά είναι αλήθεια, ότι η κοινωνικοοικονομική κατάσταση είναι εν μέρει γενετικά καθορισμένη (γονίδια εξηγούν περίπου το 40% της διακύμανσης μεταξύ των ανθρώπων για την θέση της εργασίας που κατέχουν). Είναι επίσης αλήθεια ότι τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα, λόγω έλλειψης πόρων, αν μη τι άλλο, εμποδίζουν την ανάπτυξη ενός παιδιού σε σύγκριση με εκείνα των οικογενειών της μεσαίας τάξης.

Οι ερευνητές της μελέτης TEDS υποστηρίζουν ότι ανάλογες έρευνες δείχνουν επίσης ότι οι εκλαμβανόμενες συνθήκες όπως η δυσλεξία και το μουσικό ταλέντο, δεν αποτελούν ξεχωριστά φαινόμενα. Πρόκειται μάλλον για στατιστικές κατανομές που απεικονίζουν το ανακάτεμα των μυριάδων, μικροσκοπικών γενετικών επιδράσεων,  των οποίων η πραγματική φύση δεν έχει ακόμα κατανοηθεί. Το αποτέλεσμα, όπως το θέτουν, είναι ότι το μη φυσιολογικό είναι φυσιολογικό. Είναι πράγματι μια αδυναμία της τρέχουσας κατάστασης της γνώσης ότι οι μεμονωμένες θέσεις ποσοτικών χαρακτηριστικών δεν έχουν ακόμη κατανοηθεί. Αυτό μπορεί να αλλάξει με μια βελτιωμένη κατανόηση της γενετικής, ιδίως του ρόλου των γονιδίων – ρυθμιστών που ονομάζονται μη-κωδικοποίημενα RNA, τα οποία πιθανώς να είναι από 100.000, αλλά η ύπαρξη των οποίων δεν είχε, μέχρι πρόσφατα επιβεβαιωθεί.

Έτσι εξαιτίας όλων αυτών των ποσοτικών χαρακτηριστικών, κάθε παιδί χρειάζεται ένα μοναδικό πρόγραμμα σπουδών, καταλήγει η έρευνα.

Από το βιβλίο “G Is For Genes: The Impact of Genetics on Education and Achievement” By Kathryn Asbury and Robert Plomin

 

Πηγή: economist.com

socialpolicy.gr

 

Διαβάστε Επίσης  «Πόλη & Οικολογία. Διάλογοι με τους Μπράιαν Τόκαρ και Δημήτρη Ρουσόπουλο»

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!