Οι λαϊκές τάξεις σήμερα

του Σίμου Ανδρονίδη*

«Αχ, όσο πιο πρωί σηκώνεται ο φτωχός Τόσο πιο πολλά κερδίζει ο πλούσιος. Σχεδόν είχα ξεχάσει ότι ισχύει κάτι τέτοιο: Ο εργαζόμενος, μηδέ εσθιέτω». (Μπρεχτ, 1992: 137).

Οι συνέπειες της βαθιάς οικονομικής κρίσης έχουν μετατοπίσει δομικά τις κοινωνικές «τεκτονικές πλάκες». Πιο συγκεκριμένα, η διαχείριση και η ρύθμιση των «ροών» της οικονομικής κρίσης προς όφελος της κυρίαρχης αστικής τάξης ανέδειξε τις εγκάρσιες τομές που έχουν προκληθεί στο κοινωνικό «σώμα». Και η οικονομική κρίση νοείται ως κοινωνική τομή, ως ρήξη με μία μορφή «τυπικής» και «καθιερωμένης» κοινωνικής-ταξικής κίνησης. Η διάρρηξη και η αποδόμηση παραδοσιακών κοινωνικών συμμαχιών που συγκροτούσαν το μεταπολιτευτικό κοινωνικό-πολιτικό μοντέλο, είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση νέων, που εντός του ιστορικού πλαισίου κίνησης προσπαθούν να διαμορφωθούν και να αποκρυσταλλωθούν.

Η κατακερματισμένη εργατική τάξη, ως τάξη-καταλύτης της κοινωνικής δομής, βιώνει τις συνέπειες της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Η ύπαρξη εργαζομένων «πολλών ταχυτήτων» και διαφορετικών εργασιακών συνθηκών (πλήρης απασχόληση, ευέλικτη και μερική απασχόληση) αποτρέπει την ενιαία κοινωνική και πολιτική έκφραση της εργατικής «σφαίρας».

Πλέον, η εργατική τάξη θεωρείται μία «πληττόμενη»  κοινωνική «συσσωμάτωση», κάτι που στο περιβάλλον της οικονομικής κρίσης και ευρύτερα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου κίνησης και παραγωγής διαμορφώνει τους όρους για την «ολική» ανατροπή του κοινωνικού συσχετισμού δύναμης προς όφελος του άρχοντος συνασπισμού εξουσίας.

Επιπλέον,  η διαχείριση των «ροών» της οικονομικής κρίσης συνέτεινε στην οργανική άρση του διαχωρισμού μεταξύ εργαζομένων του δημόσιου και εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.

Οι απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, η «ολική» μείωση μισθών, η διαθεσιμότητα και η κινητικότητα, αποτελούν παράγοντες μίας δομικής και επί χείρω αναμόρφωσης των εργασιακών σχέσεων και συνθηκών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι εργαζόμενοι σε αυτόν τον «χώρο» προσιδιάζουν όλο και περισσότερο στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, με «άξονα» προσέγγισης την εξίσωση εργατικών δικαιωμάτων προς τα κάτω.

Ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι στο «χώρο του ιδιωτικού», στο χώρο παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής έχουν υποστεί μία σημαντική «εργοδοτική επίθεση» που, την ίδια στιγμή, τείνει να ενισχύει δομικά το αστικό μπλοκ μετατοπίζοντας ισχύ, πλούτο και εξουσίας προς όφελος του. Έτσι, η μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης αλλάζει και τους όρους διεξαγωγής του κοινωνικού και πολιτικού παιγνίου, καθότι τα τελευταία χρόνια συντελείται μία  αντιστροφή της κοινωνικής κίνησης, μίας κίνησης που ενώ διευρύνει τα περιθώρια απόσπασης «αστικού» κέρδους, την ίδια στιγμή τείνει να «περιθωριοποιεί» περαιτέρω το εργατικό μπλοκ δυνάμεων. Με άλλα λόγια, διευρύνονται οι όροι για την περαιτέρω και απρόσκοπτη αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. (Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος).

Σταχυολογούμε ενδεικτικά: «Οι μέσοι μισθοί μειώθηκαν την πενταετία 2010-2014 ως 23%, φθάνοντας στα επίπεδα του 1995. Το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών, εργαζομένων και αυτοαπασχολουμένων απώλεσε 41 δις. ευρώ την περίοδο 2010-2013 και αναμένεται να χάσει επιπλέον 2 δις. ως το τέλος του 2014. Η αγοραστική δύναμη των μισθών γύρισε στα επίπεδα του 1984, ενώ οι μέσες ετήσιες αποδοχές στη χώρα μας (21.930 ευρώ) είναι μικρότερες από τη Σλοβενία και την Κύπρο».[1]

Όπως σημειώσαμε και στην αρχή του κειμένου, η οικονομική-καπιταλιστική κρίση και η διαχείριση της προς όφελος του αστικού μπλοκ εξουσίας νοούνται ως εγκάρσια τομή που διασφαλίζει και «θωρακίζει» ταυτόχρονα και την ευρύτερη κυριαρχία της αστικής τάξης, αλλά και την προσίδια και απρόσκοπτη παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Η διαχείριση της οικονομικής κρίσης συμφύεται οργανικά με την συνάρθρωση και έκφραση των αστικών συμφερόντων, την στιγμή που η εργατική τάξη «βιώνει» σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο την ρήξη με κατακτήσεις και δικαιώματα δεκαετιών.

Η μείωση μισθών ισούται με την «ολική» αναδιανομή συγκέντρωση πλούτου προς την πλευρά του κοινωνικού αστικού μπλοκ εξουσίας, στον «χώρο» και στον «χρόνο» της ταυτόχρονης δομικής αποδυνάμωσης της εργατικής τάξης και των κοινωνικών θεσμών εκπροσώπησης (συνδικάτα).

Οι μεταβολές του κοινωνικού πλαισίου δεν έχουν αφήσει ανεπηρέαστη ούτε την μικροαστική τάξη και τα μεσαία στρώματα. Η  μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, η υπερφορολόγηση τους, σε συνδυασμό με την συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στο χώρο του εμπορίου τείνουν να αποτρέπουν την «ολική», διευρυμένη και απρόσκοπτη αναπαραγωγή της μικροαστικής τάξης. Εδώ ως μικροαστική τάξη εννοούμε κύρια τους αυτοαπασχολούμενους «μικρούς» επιχειρηματίες.

Το κράτος ορίζεται, «απ’ τον ιδιαίτερο ρόλο του, και συχνά αποφασιστικής σημασίας, απέναντι σε ορισμένες τάξεις μη κυρίαρχων τρόπων παραγωγής μέσα στον κεφαλαιοκρατικό σχηματισμό, που δρουν απ’ την υπερπροσδιορισμένη απομόνωση του κυρίαρχου Κ.Τ.Π., είναι η περίπτωση της αγροτιάς, ιδιαίτερα της μικρής ιδιοκτησίας, και της μικροαστικής τάξης, με δυο λόγια, κατά την έκφραση του Λένιν, για τον ωκεανό της μικρής παραγωγής. Ριγμένες πάνω στην πολιτική σκηνή απ’ τους θεσμούς του καπιταλιστικού Κράτους, αυτές οι τάξεις αποτελούν συχνά τάξεις-στηρίγματα».[2]

Ο «ωκεανός της μικρής παραγωγής» αδυνατεί πλέον να επιτελέσει λειτουργίες που άπτονται της κοινωνικής του αναπαραγωγής και της ίδιας της «παρουσίας» του εντός του πλαισίου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Η δομική πλέον ανεργία που πλήττει εξίσου τους αυτοαπασχολούμενους, το κλείσιμο εμπορικών καταστημάτων καθώς και η αδυναμίας καταβολής εισφορών στον ΟΑΕΕ (Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματικών-πρώην ΤΕΒΕ), προσδιορίζουν το «συνεχές» της κοινωνικής πραγματικότητας και κανονικότητας της μικροαστικής τάξης, μία κανονικότητα που τέμνεται οριζόντια και κάθετα από τις διαρκείς παρεμβάσεις της δικομματικής κυβέρνησης.

 Πλέον, διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την σύγκλιση της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά λαϊκά στρώματα, στο βαθμό που αυτές τάξεις παύουν να επιτελούν λειτουργίες και «καθήκοντα» «τάξεων-στηριγμάτων» της κυρίαρχης αστικής τάξης. Όμως, αυτό δεν είναι θεωρείται κοινωνικό «θέσφατο», στο βαθμό που η ιστορική-κοινωνική εξέλιξη δεν ακολουθεί μία ευθύγραμμη και γραμμική πορεία προς τα μπρος.

Ήδη σε πολιτικό επίπεδο, το κόμμα της Ν.Δ επιδιώκει να «προσεταιριστεί» πολιτικά και ιδεολογικά αυτές τις κοινωνικές τάξεις, τονίζοντας και αναδεικνύοντας πρόταγμα και το διακύβευμα της κοινωνικής και πολιτικής «σταθερότητας». Η επιδίωξη προσεταιρισμού φιλτράρεται και διαμεσολαβείται  ιδεολογικά, μέσω ακριβώς της υπενθύμισης του «ρόλου» τους ως «τάξεις-στηρίγματα».  Και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επιδιώκει να διευρύνει τους όρους της κοινωνικής του απεύθυνσης, στρεφόμενο προς αυτές τις τάξεις και στρώματα.

 Ανακατατάξεις συντελούνται και στο εσωτερικό του άρχοντος συγκροτήματος εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο έχει αναδειχθεί ως ηγεμονική μερίδα το τραπεζικό-χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, το οποίο και συμφύεται οργανικά με το κράτος. Οι μετατοπίσεις που έχει επιφέρει η οικονομική-καπιταλιστική κρίση και η διαχείριση της, έχουν αναδείξει τον ρόλο και άλλων μερίδων του κεφαλαίου, όπως το εφοπλιστικό και το «τουριστικό-ξενοδοχειακό», κάτι που έχει συμβεί εις βάρος της παραδοσιακής και άλλοτε ηγεμονικής βιομηχανικής μερίδας.

Όμως, στις δεδομένες συνθήκες, η ανάγκη διατήρησης και διασφάλισης των ευρύτερων αστικών συμφερόντων, επιτρέπει την έκφραση του αστικού μπλοκ ως συμπαγούς και συνεκτικού συνόλου, ιδίως όταν αντιπαρατίθεται άμεσα με την εργατική τάξη στο πεδίο του κοινωνικού και στο πλαίσιο της ταξικής πάλης και σύγκρουσης.

«Το καπιταλιστικό Κράτος, αντιπροσωπεύοντας τα συμφέροντα του συνασπισμού εξουσίας στο σύνολο του, πάντα λειτουργούσε με μια ειδική σχέση με την ηγεμονική τάξη ή μερίδα αυτού του συνασπισμού, ήταν πάντα στην υπηρεσία των ειδικών συμφερόντων αυτής της τάξης ή μερίδας. Πράγμα που δεν εμπόδιζε, βέβαια, την πολιτική κυριαρχία των άλλων τάξεων και μερίδων του συνασπισμού της εξουσίας».[3]

Το κοινωνικό παλίμψηστο μεταβάλλεται ριζικά και δομικά. Και εδώ είναι πολύ κρίσιμος και σημαντικός ο ρόλος της εργατικής τάξης, της τάξης που αποτελεί την ενεργή «εμπροσθοφυλακή» της διαδικασίας κοινωνικής αλλαγής.

* Ο Σίμος Ανδρονίδης είναι υποψήφιος Διδάκτορας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

__________________
[1] Βλ.σχετικά, ‘Ανησυχία για ανεργία και Ασφαλιστικό’. Ένθετο της εφημερίδας ΄Το Βήμα της Κυριακής για την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), 7/9/2014, σελ. VIII 16.

[2] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, τόμος β’, γ’ έκδοση, Μετάφραση: Χατζηπροδρομίδης Λ., Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ.155.

[3] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις,…ό.π, σελ. 174.

Διαβάστε Επίσης  Βασίλης Δημάκης - Η γνώση είναι δικαίωμα | Σύλλογος ΔΕΠ Παντείου

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!