Η “επιχείρηση” των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Απόδοση στα Ελληνικά: Ελένη Τομπέα

Το τρίτο ετήσιο Φόρουμ του ΟΗΕ για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη στις αρχές Δεκεμβρίου. Στόχος του ήταν να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο αριθμό των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις υπερεθνικές εταιρείες και τα σημερινά κενά στα διεθνή νομικά πλαίσια. Οι αντιπρόσωποι των κρατών, οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών και των διεθνικών εταιρειών συγκεντρώθηκαν για ένα διάλογο “χωρίς αποκλεισμούς”.

Το κίνητρο για το έργο του ΟΗΕ για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι οι διεθνικές εταιρίες που γίνονται απίστευτα ισχυρές σε ένα όλο και πιο Δυτικά-κυριαρχούμενο, παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Μια τέτοια δύναμη, σε συνδυασμό με ένα αδύναμο διεθνές νομικό πλαίσιο και αδύναμους νομικούς θεσμούς στις χώρες όπου δραστηριοποιούνται οι εταιρίες, έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε παραβιάσεις ευρείας κλίμακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι δραστηριότητες της Shell στο Δέλτα του Νίγηρα, για παράδειγμα, ρήμαξαν μια ολόκληρη κοινότητα και το 2012 στη «Σφαγή Markina» σκοτώθηκαν πάνω από 30 ανθρακωρύχοι από την αστυνομία του Νοτιο-Αφρικανικού κράτους.

Το φόρουμ προτάθηκε από τον John G Ruggie. Ο πρώην Ειδικός Αντιπρόσωπος του ΟΗΕ για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι ο δημιουργός των Κατευθυντήριων Αρχών των Ηνωμένων Εθνών για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα,  γνωστών επίσης και ως «Αρχών Ruggie». Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, τα κράτη πρέπει να αναγνωρίζουν την ευθύνη τους για την προστασία των ανθρώπων από τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και να εξασφαλίζουν ότι οι εταιρίες σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και την παροχή πρόσβασης σε θεραπείες για όσους έχουν υποστεί κακοποιήσεις. Οι αρχές αυτές δεν είναι, ωστόσο, νομικά δεσμευτικές και είναι αυστηρά περιορισμένες ως προς το πεδίο εφαρμογής.

Οι κυβερνήσεις του Εκουαδόρ και της Νοτίου Αφρικής κατέθεσαν ψήφισμα στη φετινή σύνοδο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Γενεύη, για τη δημιουργία μιας ανοικτής διακυβερνητικής ομάδας εργασίας με την εντολή να εκπονήσει ένα νομικά δεσμευτικό μέσο σε διεθνές επίπεδο για τις πολυεθνικές εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το ψήφισμα εγκρίθηκε, παρά τις τεράστιες αντιδράσεις από δυτικά κράτη, όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία.

Επί του παρόντος, τα κράτη και οι επιχειρήσεις μπορούν να δρουν με ατιμωρησία, έτσι μια νομικά δεσμευτική πράξη θα ήταν ένα θετικό βήμα, διότι θεωρητικά θα αναγκάζει κράτη και πολυεθνικές εταιρίες να τηρούν έναν αυστηρότερο κώδικα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό όμως δεν θα αγγίξει τη ρίζα του προβλήματος.

Στο φόρουμ συμμετείχαν υψηλά στελέχη από μεγάλες επιχειρήσεις όπως είναι η Shell και η Nestle, που παρά τις χαμηλές επιδόσεις τους στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι εκπρόσωποι τους μίλησαν για τα μεγάλα βήματα που έχουν κάνει οι επιχειρήσεις τους σε σχέση με την εταιρική κοινωνική ευθύνη. Πολλά μέλη του πάνελ, και όχι μόνο εκείνων που προέρχονται από την επιχειρηματική κοινότητα, περιορίστηκαν στο σενάριο ότι οι εταιρείες είναι ηθικές και ότι δεν διαπράττουν σκόπιμα παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι με αυτό ως σκεπτικό, οδηγούμαστε να πιστεύουμε πως οι εταιρείες απλά χρειάζονται σαφέστερες οδηγίες για το πώς να συμπεριφέρονται και σαφέστερες νομικές κατευθυντήριες γραμμές.

Ο ΟΗΕ αρνείται να αναγνωρίσει ότι το πρόβλημα δεν είναι η νομιμοποίηση, αλλά ο καπιταλισμός. Οι εταιρείες που επιδίδονται σε αμφιλεγόμενες επιχειρηματικές πρακτικές είναι ο κανόνας. Οι αμφιλεγόμενες αυτές πρακτικές, όπως σημείωσε πέρυσι στο Φόρουμ ο πρώην οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας Joseph Stiglitz , έχουν ληφθεί από μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κόσμου, στοχεύοντας πάνω απ’όλα στο κέρδος και στην αξία της μεγιστοποίησης.

Και εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Ο καπιταλισμός δεν είναι συμβατός με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τουλάχιστον στην τρέχουσα μορφή του. Οι εταιρίες θέλουν να κρατήσουν χαμηλά το κόστος και υψηλά τα κέρδη,  αιτία για την οποία πραγματοποιούνται παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο τρόπος με τον οποίο μεγάλες μάρκες ένδυσης μετατοπίζουν την παραγωγή τους σε χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό, όπως η Καμπότζη και το Μπαγκλαντές, είναι ένα σαφές παράδειγμα αυτού. Οι συνθήκες μπορεί να βελτιωθούν ελαφρώς με μία νομικά δεσμευτική πράξη (αν και με περιορισμένη εντολή και έλλειψη υποστήριξης από πολλά βασικά μέλη, αυτό είναι αβέβαιο), αλλά ο καπιταλισμός πάντα θα οδηγεί στην εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους και ισχυρούς.

Σε ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο, στο οποίο το 1 τοις εκατό του πληθυσμού κατέχει το μισό παγκόσμιο πλούτο, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν θα πρέπει να ξαφνιάζουν. Η ανισότητα, η οποία είναι ένα υποπροϊόν του άκρατου καπιταλισμού, δημιουργεί ένα πλούσιο περιβάλλον για τις επιχειρήσεις ώστε να το εκμεταλλευτούν, και ενώ στη συνέχεια “δεσμεύονται” προς μία “ηθική” επιχειρηματική “συμπεριφορά” ξεφεύγουν από κάθε είδος ποινής παρά τις σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό βολεύει τις περισσότερες δυτικές χώρες, καθώς και τις διεθνικές εταιρείες, οι οποίες έχουν ως μέγιστο κίνητρο το κέρδος.

Μια πιο ανοιχτή συζήτηση σχετικά με την καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία και που ωφελεί πραγματικά είναι απαραίτητη. Πρέπει να εργαστούμε για τη μείωση των ανισοτήτων, μέσω της κριτικής και της αποδόμησης του τρέχοντος οικονομικού μοντέλου. Πρέπει να αρχίσουμε να συζητούμε για ένα λαϊκό κίνημα και για την αναδιάρθρωση της οικονομίας και της κοινωνίας εκ βάθρων, κατά τρόπο που να ευνοεί τους ανθρώπους πάνω από τα κέρδη.

Πηγή: newint.org

socialpolicy.gr

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!