Οι πληροφορίες που θυσιάζονται στο βωμό της θρησκείας

Μετάφραση : Ελένη Τομπέα

Υπάρχουν πάρα πολλές χώρες όπου οι πάροχοι ειδήσεων και ενημερωτικού περιεχομένου αντιμετωπίζουν συνεχώς μια πολύ ιδιαίτερη μορφή λογοκρισίας, που ασκείται στο όνομα της θρησκείας ή ακόμη και του Θεού. Με αυξανόμενη τη συχνότητα της λογοκρισίας, αυτή η επιθυμία για ματαίωση της ελευθερίας της πληροφόρησης,  επικαλείται την έννοια -μια υποκειμενική έννοια- των «αισθημάτων των πιστών».

Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (Reporters Without Borders – Διεθνής Οργάνωση που έχει την ιδιότητα του συμβούλου στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών και της UNESCO) ανέλυσαν το θέμα σε μια έκθεση που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο “Οι Πληροφορίες που θυσιάζονται στο βωμό της θρησκείας” (“Information sacrificed on altar of religion”). Επικαλούμενη πολλές περιπτώσεις που οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα έχουν παρακολουθήσει στη Μέση Ανατολή, την Αφρική, την Ασία και ακόμη και σε μερικά μέρη της Ευρώπης (το δυτικό ημισφαίριο είναι η εξαίρεση), η έκθεση ασχολείται με το θέμα από τρεις οπτικές γωνίες.

Το πρώτο μέρος περιγράφει τις συχνά βάναυσες παραβιάσεις του δικαιώματος να γνωρίζουν ότι εκτελούνται στο όνομα της υπεράσπισης του ότι θεωρείται ιερό, και δείχνει πως η χρήση της θρησκευτικής τιμωρίας (religious bludgeon) εναντίον δημοσιογράφων και μπλόγκερ, πάνω από όλα εξυπηρετεί πολιτικά συμφέροντα. Στην πραγματικότητα, η θρησκευτική λογοκρισία σπάνια χρησιμοποιείται για να καταστείλει την πραγματική βλασφημία ή τη παραβίαση του δόγματος.

Στο Ιράν των μουλάδων, τα εμιράτα του Περσικού Κόλπου και ακόμη και σε εκείνες τις χώρες όπου οι ορθόδοξοι χριστιανοί πατριάρχες εξακολουθούν να έχουν σημαντική επιρροή, οι δημοσιογράφοι ονομάζονται αιρετικοί από τη στιγμή που τολμούν να περιγράψουν τις πρακτικές (που απέχουν κατά πολύ από το να είναι ιερές) του καθεστώτος και του κλήρου. Και αν τολμήσουν να καταγγείλουν τις φρικαλεότητες μιας ένοπλης ομάδας ισλαμιστών στο Πακιστάν, το Μπαγκλαντές ή τη Νιγηρία, τότε σκοτώνονται ως άπιστοι, ακόμη και αν είναι μουσουλμάνοι.

Παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιείται για πολιτικούς σκοπούς, η θρησκεία φέρνει συχνά πραγματικό βάρος στις κοινωνίες όπου δεν αναγνωρίζεται κανένα όριο ανάμεσα στο πνευματικό και το εγκόσμιο. Όταν μια δημοσίευση στο Ομάν ανέφερε ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι σε καλύτερη κατάσταση στο Ομάν από ότι σε γειτονικές δεξιές πετρελαϊκές μοναρχίες, κατηγορήθηκε για προώθηση της “ηθικής αχρειότητας” και ως εκ τούτου “ιεροσυλία”. Θέματα όπως ο ρόλος των γυναικών, η σεξουαλικότητα και η αναπαραγωγή – και όλοι οι δείκτες της εκκοσμίκευσης – περιβάλλονται από ταμπού.

Το δεύτερο μέρος της έκθεσης εξετάζει τα διαφορετικά είδη νομοθεσίας που τιμωρούν τις “επιθέσεις” στη θρησκεία ή στα αισθήματα των πιστών. Τέτοιοι νόμοι υπάρχουν σε σχεδόν το ήμισυ (47%) των χωρών του κόσμου. Μόνο οι πιο σκληροπυρηνικές ισλαμικές χώρες τιμωρούν την αποστασία (η πράξη του να απαρνηθεί κανείς τη θρησκεία του), το οποίο τιμωρείται με θάνατο σε ορισμένες περιπτώσεις. Αλλά η βλασφημία τιμωρείται σε όχι λιγότερο από 31 χώρες, όπως στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ιρλανδία (η οποία επικαιροποίησε τη νομοθεσία το 2010) και η “δυσφήμιση της θρησκείας” ποινικοποιείται σε 86 χώρες.

Η εφαρμογή αυτών των νομοθεσιών δεν είναι μόνο στις πιο σκληρές χώρες με κρατική θρησκεία, όπου το δόγμα και οι εκπρόσωποί της πρέπει να προστατεύονται. Η συνύπαρξη διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων σε μία μόνο χώρα συχνά χρησιμοποιείται από τις κυβερνήσεις ως λόγος για την πάταξη οποιουδήποτε περιεχομένου που ενδέχεται να διεγείρει τα πάθη. Μια διπλή νομοθεσία σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες καθορίζει τα όρια του τι είναι “δημοσιογραφικά αποδεκτό”, τιμωρόντας την “προσβολή της θρησκείας” και τον “εξτρεμισμό”.

Το τρίτο μέρος της έκθεσης εξετάζει τις διπλωματικές συνέπειες της παρουσίας της θρησκείας στο δημόσιο τομέα στην εποχή του Διαδικτύου, των παγκοσμιοποιημένων ειδήσεων και πληροφοριών. Τον μεγαλύτερο αντίκτυπο είχε μια εκστρατεία από χώρες που είναι μέλη του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας (OIC), η οποία κόντεψε να θυσιάσει την ελευθερία της πληροφόρησης σε ένα επικίνδυνο ψήφισμα του ΟΗΕ το 2007, που υποστηρίχτηκε ακόμα και από χώρες όπως η Κίνα, το Βιετνάμ και η Κούβα.

Η επίθεση εντάθηκε και πάλι το 2012, μετά το αμφιλεγόμενο βίντεο “Innocence of Muslims” που αναρτήθηκε στο YouTube. Δεν είναι όμως μόνο οι χώρες του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας που υψώνουν τη φωνή τους ενάντια στις παγκόσμιες ελευθερίες. Η Ρωσία συνεχίζει την επίθεση ενστερνιζόμενη τις “παραδοσιακές αξίες”, όπως προωθήθηκε σε τρία ψηφίσματα που υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ από το 2009.

Blaspheme-Information sacrificed on altar of religion

Πηγή: en.rsf.org

socialpolicy.gr

Διαβάστε Επίσης  O COVID-19 ενδέχεται να ωθήσει εκατομμύρια ακόμη παιδιά στην παιδική εργασία

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!