Αντιμετώπιση παραβατικών καταστάσεων: Αντεγκληματική πολιτική

 

Χρύσα Τζώρτζη

Ως αντεγκληματική πολιτική μπορούμε να ορίσουμε το σύνολο των διαδικασιών μέσω των οποίων το κοινωνικό σώμα οργανώνει τις απαντήσεις του στο εγκληματικό φαινόμενο. Αν τις διαδικασίες αυτές τις προσεγγίσουμε ως μοντέλα, δηλαδή ως σχηματικές αναπαραστάσεις ενός αντικειμένου, τότε έχουμε τρία κρατικά μοντέλα: το μικτό μοντέλο «Κράτος – φιλελεύθερη κοινωνία» και τα καθαρά μοντέλα «Αυταρχικό κράτος» και «Απολυταρχικό κράτος», όπως επίσης μοντέλα κοινωνικού τύπου: «Περι-κρατική κοινωνία» και «Κοινωνία διαρκούς επιτήρησης».[1]

Στα κρατικά μοντέλα κοινό σημείο συνάντησης είναι η κρατική απάντηση αντεγκληματικής πολιτικής, μέσα από τη διαμόρφωση του νόμου, τη δημιουργία αρμόδιων υπηρεσιών ελέγχου ή μέσα από τις αποφάσεις αυτών των αρμοδίων, κυρίως, της αστυνομίας, των δικαστηρίων και της σωφρονιστικής διοίκησης. Όσον αφορά το μοντέλο «Κράτος – φιλελεύθερη κοινωνία», το συναντάμε στο δυτικό κόσμο και η κεντρική του αξία είναι η ελευθερία, που διαπιστώνεται μέσα από τη δομή του μοντέλου, μέσα από τη διάκριση ανάμεσα σε αδίκημα και παρέκκλιση, μέσα από τη διακοπή πίεσης του κοινωνικού σώματος πάνω στο άτομο και μέσα από τον περιορισμό του πεδίου επέμβασης του κράτους μόνο στον τομέα των αδικημάτων με την μείωση της έντασης της πίεσης.

Το μοντέλο του «Αυταρχικού κράτους» γεννήθηκε με την απαίτηση για ασφάλεια αλλά συγχρόνως έχουμε τη καταστροφή της ελευθερίας. Από το φιλελεύθερο μοντέλο διακρίνεται ως προς τη βασική δομή του μέσα από την ύπαρξη μιας κρατικής απάντησης στην παρέκκλιση. Αν, λοιπόν, το αδίκημα διακρίνεται από την παρέκκλιση και άρα οριοθετείται ορίζοντας ένα πεδίο διακεκομμένου ελέγχου, το κράτος έχει τα μέσα να αποκαταστήσει, κατά κάποιο τρόπο, την έτσι εννοούμενη ελευθερία μέσα από το σόφισμα μιας παρέκκλισης η οποία δεν μπορεί να οριοθετηθεί. Το γεγονός αυτό του προσφέρει το πρόσχημα για αυταρχικές έως και καταναγκαστικές επεμβάσεις.

Ενώ στο μοντέλο «Απολυταρχικό κράτος» όλες οι συμπεριφορές άρνησης των κανόνων αντιμετωπίζονται ομοιόμορφα, δεν γίνεται καμία διάκριση ανάμεσα στο αδίκημα και την παρέκκλιση, επιβάλλεται ένας μόνο τρόπος συμπεριφοράς σε σημείο που οι άνθρωποι να εναλλάσσονται και να συγχέονται σε ένα μοναδικό σώμα εντελώς ομοιογενές, όποια κι αν είναι η ιδεολογία που το διαπνέει.

Από την άλλη πλευρά τα μοντέλα κοινωνικού τύπου είναι πολύ διαφορετικά και αποκλείουν οποιαδήποτε απάντηση του κράτους. Άλλοτε εκδηλώνονται ως η υποκατάσταση του κράτους από το κοινωνικό σώμα είτε αυτό δεν παίζει το ρόλο του ρυθμιστή των συγκρούσεων είτε, αντίθετα, το κοινωνικό σώμα ή ένα μέρος του τοποθετείται ανάμεσα στο εγκληματικό φαινόμενο και το κράτος, επιδιώκοντας να διαχειριστεί μόνο του όλες ή μερικές από τις συμπεριφορές άρνησης των κανόνων. Έτσι στο μοντέλο «Περι-κρατική κοινωνία» η απάντηση κοινωνικού τύπου στο αδίκημα είτε αντιστοιχεί σε μια χρεοκοπία του κράτους και προέρχεται από την κοινωνική ομάδα η οποία προσπαθεί να προτρέψει το κράτος να παρέμβει με ενέργειες διαμαρτυρίας ή του ίδιου θύματος που υποκαθιστά το κράτος με μια άμεση απάντηση αυτοάμυνας, είτε η απάντηση αυτή μεταφράζει τη διαφοροποίηση και την οργάνωση ενδιάμεσων σωμάτων στο εσωτερικό της ομάδας τα οποία διαθέτουν, κατά τρόπο λιγότερο ή περισσότερο ανεξάρτητο από το κράτος, ιδιαίτερους κανόνες και αυτοδιαχείριση: πειθαρχική μεταβλητή με επαγγελματικό ή σωματειακό χαρακτήρα.

Τέλος, το μοντέλο «Κοινωνία διαρκούς επιτήρησης» εμφανίζεται σε κοινωνίες χωρίς κράτος. Δίχως αναφορά στο κράτος, οι κοινωνικές σχέσεις γενικά, και ιδιαίτερα οι συγκρουσιακές σχέσεις, εγκαταλείπονται στην πρώτη τους διαφοροποίηση δίχως να υπάρχει κανένας πραγματικός ορισμός των συμπεριφορών άρνησης των κανόνων που να διαγράφει το πλαίσιο των απαντήσεων της κοινωνικής ομάδας. Ενοποιημένος χώρος, απεριόριστος έλεγχος μέσα από το βλέμμα του καθένα πάνω στους άλλους και των άλλων πάνω σε αυτόν.

Η αντεγκληματική πολιτική, λοιπόν, όπως κάθε πολιτική είναι ταυτόχρονα μια μορφή οργάνωσης της κοινωνικής ζωής που βασίζεται στην απονομή της εξουσίας, η οποία καθορίζει την κατανομή των αγαθών, εγγυάται τους θεσμούς με την ευρεία έννοια και προτείνει αξίες. Μην ξεχνάμε πώς κάθε πολιτική υπαγορεύεται από μια ιδεολογία, άρα για να οριοθετηθεί το πεδίο της αντεγκληματικής πολιτικής πρέπει να μελετηθούν τα υποβόσκοντα ιδεολογικά ρεύματα που πιθανόν την επηρεάζουν.[2]

—————-

[1] Mireille Delmas – Marty, Πρότυπα και τάσεις αντεγκληματικής πολιτικής, επιμέλεια σειράς Ι. Φαρσεδάκης, μετάφραση Χ. Ζαραφωνίτου, Αθήνα : Νομική Βιβλιοθήκη 1991.

[2] Στο ίδιο.

Διαβάστε Επίσης  Η αργή πρόοδος αφήνει πίσω τις γυναίκες ευάλωτων ομάδων | #EIGEIndex

Be the first to comment on "Αντιμετώπιση παραβατικών καταστάσεων: Αντεγκληματική πολιτική"

Leave a comment

Your email address will not be published.


*


error: Content is protected !!