Ν.2525/1997: Ένα Σημείο Σταθμός στην Εξέλιξη της Ελληνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής

 

Δουργκούνας Γιώργος

Υποψήφιος Διδάκτωρ

 

Σήμερα, το ζητούμενο για τα εκπαιδευτικά συστήματα δεν είναι πια η εφάπαξ προσαρμογή σε μια νέα δεδομένη κατάσταση, αλλά η δυνατότητα διαρκούς προσαρμογής τους σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, αντιμετωπίζει τα προβλήματα που θέτει η σύνθετη πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής, σε όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα των ανεπτυγμένων χωρών. Η απάντηση σε αυτά τα προβλήματα είναι εκείνη η οποία θα προσδιορίσει το χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας μας για τα επόμενα χρόνια και ταυτόχρονα, θα καθορίσει τη θέση της στον ανταγωνιστικό κόσμο που ζούμε και θα διαμορφώσει το βαθμό ανάπτυξης και το επίπεδο ευημερίας της κοινωνίας μας στο μέλλον. Τα νέα προβλήματα αλλά και προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα το εκπαιδευτικό μας σύστημα, απαιτούν να θέσουμε νέους στόχους, οι οποίοι ακριβώς να απαντούν στις απαιτήσεις και ανάγκες του 21ου αιώνα.[…] Για να κατορθώσει το εκπαιδευτικό μας σύστημα να επιτύχει την εκπλήρωση αυτών των στόχων, είναι ζωτικά αναγκαίο να επέλθουν ριζοσπαστικές τομές στη δομή και λειτουργία του.[…] Αυτές τις ζωτικά αναγκαίες ριζοσπαστικές τομές στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, επιφέρει το σχέδιο νόμου που συζητούμε σήμερα” (Πρακτικά Βουλής, 1997, ΛΑ’: 943).

Με αυτή την αναφορά προλόγιζε ο εισηγητής της πλειοψηφίας της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ, Πέτρος Κατσιλιέρης, τη συζήτηση στη Βουλή για το Ν. 2525/1997 ‘Ενιαίο Λύκειο, Πρόσβαση των Αποφοίτων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου και Άλλες Διατάξεις’. Παράλληλα, ο τότε Υπουργός Παιδείας, Γεράσιμος Αρσένης αναφερόμενος στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο υπογράμμιζε πως “υπάρχουν μερικές λέξεις-κλειδιά, που θέλω να αναφέρω, γιατί είναι μέσα στη φιλοσοφία αυτού του νομοσχεδίου, για την καινούρια παιδεία, για την παιδεία του 21ου αιώνα, και θα έλεγα ότι αυτές οι λέξεις-κλειδιά είναι: “επιλογή, ευελιξία, δια βίου κατάρτιση” (Πρακτικά Βουλής, 1997, ΛΒ’: 991).

Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση προέβλεπε ένα σύνολο ριζικών αλλαγών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Πιο αναλυτικά, οι στόχοι του νομοσχεδίου προέβλεπαν τη θέσπιση του ενιαίου λυκείου για την παροχή μίας υψηλού επιπέδου γενικής παιδείας, την αλλαγή του τρόπου πρόσβασης στη τριτοβάθμια εκπαίδευση, την ίδρυση των ολοημέρων νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση των εργαζόμενων γονέων, τη δημιουργία των σχολείων δεύτερης ευκαιρίας με στόχο την ενίσχυση της εκπαίδευσης ενηλίκων, την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού και την ενίσχυση της ισότητας των ευκαιριών, την αλλαγή του τρόπου διορισμού των εκπαιδευτικών με την κατάργηση της επετηρίδας, την προώθηση της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου ως συνιστώσα ποιοτικής ενίσχυσης της παρεχόμενης εκπαίδευσης ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνονταν και στην προώθηση του σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού.

Οι παραπάνω πολιτικές αποτυπώνονταν στα πλαίσια του Ν.2525/1997. Ωστόσο, υπήρχαν και άλλες πολιτικές που προωθούνταν στα πλαίσια του κλίματος αλλαγής του εκπαιδευτικού τοπίου που επιχειρούσε η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Οι πολιτικές αυτές εντοπίζονταν στο κείμενο του Υπουργείου Παιδείας ‘Εκπαίδευση 2000: Για Μία Παιδεία Ανοικτών Οριζόντων’. Πιο συγκεκριμένα, στα σχέδια της κυβέρνησης υπήρχε η αναβάθμιση του ρόλου και της ποιότητας της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και η καθιέρωση της διά βίου κατάρτισης στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με βασική συνιστώσα ως προς αυτή την κατεύθυνση τη λειτουργία του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστήμιου (ΥΠΕΠΘ, 1997: 9, 35).

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επηρεασμένη τότε από τις πολιτικές του λεγόμενου τρίτου δρόμου της σοσιαλδημοκρατίας έθετε την εκπαίδευση ως κεντρική συνιστώσα της πολιτικής της. Η σημασία της εκπαίδευσης στα πλαίσια αυτών πολιτικών είναι ιδιαίτερα κεντρική. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, πως και ο ίδιος ο Tony Blair, που οι πολιτικές του αποτελούσαν την επιτομή του τρίτου δρόμου, είχε αναφέρει στο λόγο του ως πρωθυπουργός, την περίφημη ρήση εκπαίδευση, εκπαίδευση, εκπαίδευση τονίζοντας παράλληλα πως η εκπαίδευση αποτελεί την καλύτερη οικονομική τους πολιτική (Ball, 2008: 12). Βέβαια, δεν πρέπει να σταθούμε μονάχα στις στοχεύσεις του τρίτου δρόμου της σοσιαλδημοκρατίας ως βασική συνιστώσα ιχνηλάτησης της εκπαιδευτικής πολιτικής που πραγματευόμαστε. Οφείλουμε να σταθούμε και στο ευρύτερο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε για την εκπαίδευση. Άλλωστε, με τη θεσμοθέτηση και επισημοποίηση της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής το 1992 στο Μάαστριχτ (Σταμέλος & Βασιλόπουλος, 2004: 61), αλλάζει άρδην ο τρόπος που αντιλαμβάνεται η εκπαίδευση αποκτώντας μία πιο άμεση και διακριτική σχέση με την απασχόληση και την οικονομία. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί πρωτοτυπία αν αναλογιστούμε τη θεώρηση περί επένδυσης σε ανθρώπινο κεφάλαιο.

Η διαφορά έγκειται στην επιτακτική ανάγκη εναρμόνισης με τις επιταγές της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της ανάδυσης της κοινωνίας και οικονομίας της γνώσης. Σε αυτά τα πλαίσια, η αναδιοργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων με απώτερο σκοπό την ανταπόκριση στις ανάγκες της οικονομίας και της αγοράς καθίσταται μονόδρομος (Hursh, 2005: 5).

Διαβάστε Επίσης  Για πρώτη φορά επιστημονικά στοιχεία για την ευημερία των παιδιών στα χρόνια της λιτότητας και μετά

Παράλληλα, η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού που αποτελεί την πολιτική ιδεολογία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης συνηγορούσε προς τη μειωμένη παρέμβαση του κράτους και την καθολική επικράτηση των κανόνων της αγοράς (Larner, 2000:7). ). Υπό αυτές τις συνθήκες, οι κυβερνήσεις των κρατών έκαναν λόγο για τον απαραίτητο εκσυγχρονισμό των εκπαιδευτικών συστημάτων (Ball, 2008: 14). Η επικράτηση όμως της αγοράς φέρει μαζί της και ορισμένες πρακτικές και μεθοδεύσεις που ενυπάρχουν στην ιδεολογία της. Ορισμένες από αυτές είναι η κριτική στην ποιότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων και ιδίως στο έργο των εκπαιδευτικών (Apple, 1996: 7, Gouvias, 2007: 27). Μία οπτική της ποιότητας που επικεντρώνεται μονάχα σε όρους και στόχους αποτελεσματικότητας και ανταγωνιστικότητας (Neave, 1997: 46). Επιπλέον, διάχυτη είναι η επικράτηση των τρόπων ρύθμισης και ελέγχου της εκπαίδευσης και των δρώντων σε αυτή που με όρους Foucault διατυπώνεται ως νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση (neoliberal governmentality). Ταυτόχρονα, οι πολιτικές ρύθμισης και διαχείρισης συνδέονται άμεσα με έννοιες όπως η αποδοτικότητα και η επιτελεστικότητα (performativity) ενώ παράλληλα νέες μορφές διακυβέρνησης έκαναν την εμφάνισή τους όπως η ‘νέα δημόσια διοίκηση’ (new public management) και ο ‘νέος διευθυντισμός’ (new managerialism) (Πασιάς, 2010: 192). Δεν θα μπορούσαμε όμως να παραλείψουμε και την έμφαση στη διά βίου εκπαίδευση/μάθηση που λογίζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της εργασίας μιας και οι ικανότητες και γνώσεις των ατόμων ξεπερνιούνται γρήγορα καθώς εξελίσσονται η οικονομία και η τεχνολογία (Hargreaves, 2003: 3).

Όπως αναφέρθηκε, η ποιότητα αποτελεί βασική προτεραιότητα της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Πέρα από το ρευστό προσδιορισμό περί αποτελεσματικότητας και ανταγωνιστικότητας, το βασικό ιδεολόγημα της ποιοτικής εκπαίδευσης είναι η εργαλειακή γνώση και οι δεξιότητες (Ματθαίου, 2007: 25). Επιπροσθέτως, αναφερόμενοι σε νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, πρόκειται για μία τεχνική της εξουσίας, η οποία θέτει το υποκείμενο υπεύθυνο για τον αυτοκαθορισμό του. Βασικός στόχος του νεοφιλελευθερισμού είναι η δημιουργία ‘ηθικών’ και οικονομικά ορθολογικών υποκειμένων (Lemke, 2001: 201-202). Με άλλα λόγια, η συγκρότηση του homo economicus ως μιας συγκεκριμένης μορφής υποκειμενοποίησης (Hamann, 2009: 38). Σε αυτά τα πλαίσια, υπεισέρχεται και η έννοια της επιτελεστικότητας που αποτελεί μια νέα μορφή ελέγχου που χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια και η οποία εισάγει τις πρακτικές της αγοράς ως κυρίαρχης αφήγησης για τον ορισμό και τον περιορισμό των ποικίλων σχέσεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό και μεταξύ του δημόσιου τομέα, της κοινωνίας και της οικονομίας (Ball, 2004: 152). Ως επιτελεστικότητα μπορούμε να ορίσουμε την τεχνολογία, την κουλτούρα και την κανονιστική λειτουργία η οποία εμπεριέχει κρίσεις και συγκρίσεις και εμφανίζεται ως μέσω ελέγχου και αλλαγής (Ball, 2004: 143).

Υπό το πρίσμα των παραπάνω, μπορεί να ειπωθεί πως η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση αποσκοπούσε στην εισαγωγή αυτών των στοιχείων και μεθοδεύσεων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ιδιαίτερα αν επικεντρωθούμε στους εκπαιδευτικούς γίνεται αντιληπτό ότι η αξιολόγηση τους ενείχε τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Παράλληλα, όλες οι μεταρρυθμίσεις αποσκοπούσαν στην ευελιξία και την προώθηση της διά βίου εκπαίδευσης/μάθησης και κατάρτισης. Ωστόσο, το κυριότερο στοιχείο είναι πως στόχευε στην εναρμόνιση με τις επιταγές της κοινωνίας και οικονομίας της γνώσης προσδιορίζοντας την εκπαίδευση με όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας. Βέβαια, δε συνεπάγεται πως το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μεταλλάχθηκε εξ ολοκλήρου. Άλλωστε, ο γραφειοκρατικός και συγκεντρωτικός του χαρακτήρας παρέμεινε. Ωστόσο, σταδιακά είχαμε το μπόλιασμα με νέες ιδέες, πρακτικές και στόχους, οι οποίες δεν αποτέλεσαν προϊόν παρθενογένεσης αλλά αποτύπωναν τη γενικότερη πολιτική και ιδεολογική στροφή της εκπαιδευτικής πολιτικής του σήμερα.

Μελετώντας το συγκεκριμένο νομοσχέδιο από απόσταση και χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις ιδεολογικές μας καταβολές θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο Ν.2525/1997, αποτέλεσε ίσως τη σημαντικότερη ελληνική εκπαιδευτική πολιτική μιας και έθεσε τις βάσεις για τη γενικότερη αναδιοργάνωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Με δεδομένο πως “η γλώσσα της πολιτικής είναι ιδιαίτερα σημαντική. Μέρος της δουλειάς της πολιτικής γίνεται μέσα και έξω από τα κείμενα πολιτικής, γραπτά και προφορικά, και τον τρόπο που παρουσιάζουν τα υποκείμενα που υπάγονται σε αυτή την πολιτική όπως για παράδειγμα, οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί, οι διευθυντές κτλ. Οι πολιτικές σε μεγαλύτερο η μικρότερο βαθμό έχουν σημαντική και οντολογική δύναμη. Παίζοντας το ρόλο τους στην κατασκευή του κοινωνικού κόσμου νοημάτων” (Ball, 2008: 13) καθίσταται σαφές πως μία εις βάθος ανάλυση του συγκεκριμένου νομοσχέδιου μπορεί να αποβεί καθοριστική για την κατανόηση εξέλιξης της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έως σήμερα.

 

Βιβλιογραφία

  • Apple, W., M., (1996) Cultural, Politics and Education, Open University Press, Buckingham
  • Ball, J., S., (2008) The Education Debate, London, The Policy Press
  • Ball, J., S., (2004) Performativities and Fabrications in the Education Economy, Towards the Performative Society, in Ball, S.,J (2004) (eds) The Routledge Falmer Reader in Sociology of Education, London, Routledge
  • Gouvias, S., D., (2007) The ‘Response’ of the Greek State to Global Trends of Educational Policy Making, European Educational Research Journal, Vol. 6, pp. 25-38
  • Hamann, H., T., (2009) Neoliberalism, Governmentality, and Ethics, Foucault Studies, Vol.6, pp. 37-59
  • Hargreaves, A., (2003) Teaching in the Knowledge Society, Education in the Age of Insecurity, Teachers College Press, Amsterdam
  • Hursh, D., (2005) Neo-liberalism, Markets and Accountability: Transforming Education and Undermining Democracy in the United States and England, Policy Futures in Education, Volume 3, pp. 3-15
  • Larner, W., (2000) Neoliberalism: Policy, Ideology, Governmentality, Studies in Political Economy, Vol. 63, pp. 5-25
  • Lemke, T., (2001) The Birth of Bio-politics: Michel Foucault’s Lecture at College de France on Neoliberal Governmentality, Economy and Society, Vol. 30, pp. 190-207
  • Ματθαίου, Δ., (2007) Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Ιδεολογικές Ορίζουσες, Εννοιολογήσεις και Πολιτικές – Μια Συγκριτική Θεώρηση, Παιδαγωγική Επιθεώρηση, τεύχος 13, Οκτώβριος 2007, σ.σ. 10-32
  • Neave, G., (1998) Οι Εκπαιδευτικοί, Προοπτικές για το Εκπαιδευτικό Επάγγελμα στην Ευρώπη, Έκφραση, Αθήνα
  • Πάσιας, Γ., (2010) Λόγοι και Πολιτικές Μεταρρύθμιση του Ελληνικού Πανεπιστημίου (2000-2010). Προς την Αλλαγή Παραδείγματος στο Πλαίσιο των Επιδράσεων της Διαδικασίας της Μπολόνια (ΕΧΑΕ) και της Στρατηγικής της Λισαβόνας (ΕΧΕ), Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, Τεύχος 59, σελ. 187-230
  • Σταμέλος, Γ., & Βασιλόπουλος, Α. (2004) Ευρωπαϊκή Εκπαιδευτική Πολιτική, Συγκρότηση, Θεματολογία, Μεθοδολογία Υλοποίησης, Επιδράσεις στην Ελληνική Εκπαίδευση και Κατάρτιση, Μεταίχμιο, Αθήνα

 

Τεκμήρια

  • Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΛΑ’, 1997, Σύνοδος Α, Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 1997
  • Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΛΒ’, 1997, Σύνοδος Α, Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 1997
  • ΦΕΚ, (1998) Αρ. Φύλλου 14, 2 Απριλίου 1998
  • ΥΠΕΠΘ, (2000) Εκπαίδευση 2000: Για μια Παιδεία Ανοικτών Οριζόντων, Αθήνα, ΥΠΕΠΘ

Be the first to comment on "Ν.2525/1997: Ένα Σημείο Σταθμός στην Εξέλιξη της Ελληνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής"

Leave a comment

Your email address will not be published.


*


error: Content is protected !!