Η Λογοκρισία στην Ψηφιακή Εποχή

Χρυσουλάκη Ελένη

Δικηγόρος Αθηνών

Απόφοιτη του Δημοκρίτειου Παν/μίου Θράκης, Τμήματος Νομικής

Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων

 

Ζούμε σε μια ψηφιοποιημένη εποχή, όπου η κοινωνικοποίηση διενεργείται κατεξοχήν στην παγκόσμια διαδικτυακή κοινότητα, έδαφος στο οποίο τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική πληροφόρηση απολαμβάνουν ευρύτατης εμβέλειας. Η πληροφορία και η ροή της συνθέτει τα θεμέλια της κοινωνίας του διαδικτύου, η οποία ακολούθως αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, καθώς και βασικό πυλώνα της παγκόσμιας οικονομίας. Με τη δημιουργία και το μετασχηματισμό των παγκοσμιοποιημένων ιστοτόπων επικοινωνίας, άλλως “social media”, οι χρήστες του διαδικτύου απέκτησαν πρωτοφανή επικοινωνιακή δύναμη, οι ευκαιρίες ανάδειξης και ανάπτυξης διαφόρων κοινωνικών κινημάτων πολλαπλασιάστηκαν, ενώ η ελευθερία της έκφρασης εφαρμόζεται, πλέον, στην απόλυτη μορφή της. Ή μήπως όχι;

Η ελευθερία εκφοράς και δημοσίευσης της γνώμης συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο για τη διάνθιση μιας δημοκρατικής κοινωνίας, εγκαθιδρύουσα ισότιμη ενάσκηση των δικαιωμάτων και προαγωγή των θεμελιωδών αξιών, θέτοντας ένα πεδίο ανοιχτής συζήτησης προς ανακάλυψη της αλήθειας μέσω της ανταλλαγής απόψεων. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι εύληπτο ότι η λογοκρισία και οι έμμεσες, κρατικές ή μη, παρεμβάσεις εμποδίζουν την απρόσκοπτη πραγμάτωσή της. Μολονότι η ελευθερία έκφρασης προστατεύεται από πλειονότητα νομικών βάσεων, όπως το Σύνταγμα (άρθρο 14), ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 10, 11, 42 , τίτλος II),  η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (άρθρο 9 και 10) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρο 19), δέον είναι να τονιστεί ότι δεν είναι απόλυτο δικαίωμα. Οριοθετείται και περιορίζεται κατά την παρείσφρηση στον εννοιολογικό πυρήνα άλλων προστατευόμενων ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η ιδιωτικότητα, τα προσωπικά δεδομένα, η τιμή και η υπόληψη, καθώς επίσης και τα χρηστά ήθη, η εθνική ασφάλεια, η εδαφική ακεραιότητα, το κύρος της δικαστικής εξουσίας.

Δεδομένων των συσσωρευμένων αρνητικών αισθημάτων που καλλιέργησαν η κοινωνική ανισότητα και η οικονομική δυσχέρεια, απότοκες της οικονομικής κρίσης και της αναποτελεσματικής διαχείρισής της από τις τότε κυβερνήσεις των κρατών, η ανωνυμία έκφρασης στο διαδίκτυο, και ειδικότερα στις ψηφιοποιημένες πλατφόρμες του, κατέστη το όχημα λεκτικής εκτόνωσης του θυμού και της απογοήτευσης, λαμβάνοντας ενίοτε καταχρηστικές, προσβλητικές διαστάσεις. Tο Facebook, όπως και άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πρόσφερε στους χρήστες το διττό προνόμιο της πλουραλιστικής πληροφόρησης και της δημοσιοποίησης της άποψής τους σε μια ενιαία διαδικτυακή δημόσια σφαίρα, κάτι που δεν μπορούσε να καταστεί εφικτό μέσω των συμβατικών ΜΜΕ. Η τεράστια όμως δύναμη που απέκτησε η μαζικότητα της χρήσης των εν λόγω επικοινωνιακών πλατφορμών, δεν είναι ανεξέλεγκτη.

Οι συμμετέχοντες στο ψηφιακό αυτό περιβάλλον, έκαστος με την ευρηματική του συμβολή, διαμόρφωσαν έναν ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας ανταποκρινόμενο στις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους, βάσει του οποίου τα τεχνολογικά μέσα επικοινωνίας αναδιαμορφώνονται. Δεν είναι ωστόσο λίγες οι φορές που το περιεχόμενο ή ακόμα και το προφίλ ορισμένων χρηστών διαγράφηκε, αντιμετωπίζοντας το καθεστώς της λογοκρισίας εκ των έσω. Ειδικώς για τις καταγγελίες κατά των εταιρειών, όπως η Facebook Inc, η αμερικανική νομολογία απεφάνθη ότι “επειδή οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου δεν είναι κρατικοί φορείς, είναι ελεύθεροι να επιβάλλουν περιορισμούς στο διαδίκτυο, βασισμένους στο περιεχόμενο, χωρίς την εμπλοκή της Πρώτης Τροποποίησης του Αμερικανικού Συντάγματος” (Sanger v. Reno, 966 F. Supp. 151, E.D.N.Y. 1997). Μήπως όμως δεν επιβάλλουν απαγορεύσεις και τα ίδια τα κυβερνητικά καθεστώτα, πλέον απολυταρχικά;

Δυστυχώς οι πολιτικά υποκινούμενες κυβερνοεπιθέσεις καλώς κρατούν. Εφευρίσκουν μεθόδους ελέγχου και περιορισμού της πρόσβασης των πολιτών τους στον παγκόσμιο ιστό, αποσκοπώντας στη διατήρηση του πολιτικού status quo της χώρας τους. Σύμφωνα με τη μελέτη “Freedom on the Net”, οι κατεξοχήν χώρες που περιορίζουν αποφασιστικά την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο είναι η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν, το Ιράκ, το Καζακστάν, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Συρία, η Αίγυπτος, το Σουδάν. Όμως, αναλόγως των εκάστοτε γεωπολιτικών αναταραχών, η in concreto εφαρμογή του περιορισμού του δικαιώματος της έκφρασης με την απαγόρευση προβολής διατυπώσεων που προσβάλλουν τα ήθη, τη δημόσια ασφάλεια και ειρήνη (λ.χ. επίδειξη κατασκευής αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών για χρήση σε τρομοκρατικές ενέργειες), καθίσταται θεμιτή έως και αναγκαία. Αναφορικά με τη χρηστότητα, και την εν γένει αντίληψη περί ηθικής, η ευρωπαϊκή νομολογία δεν διατυπώνει σαφή ορισμό, μετακυλίοντας το βάρος της προστασίας στις κρατικές διοικητικές αρχές, καθότι είναι οι πλέον αρμόδιες για να κρίνουν την παραβίαση της ηθικής και του δεοντολογικού κώδικα, όπως διαμορφώνεται από την εκάστοτε κοινωνία, καταλήγοντας στον περιορισμό ή μη της ελευθερίας της άποψης.

Εστιάζοντας στην πολιτική επικοινωνία και συνδιαλλαγή, καθίσταται ευδιάκριτο το προνόμιο που προσέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την ελαστική αντιμετώπιση της κριτικής κατά των κυβερνήσεων. Η νεότερη ευρωπαϊκή νομολογία έκρινε αναγκαία τη θέσπιση μιας δημοσιοποιημένης πολιτικής επικοινωνίας διεξαγόμενη στο διαδικτυακό πεδίο και στάθμισε το κυρωτικό χαρακτήρα της ελευθερίας της κριτικής βάσει προσώπου, περιεχομένου και συνθηκών υπό τις οποίες αυτή εκφέρεται. Έτσι, η κριτική λαμβάνει επιτρεπτά όρια και ευρύτερο χαρακτήρα όταν απευθύνεται σε δημόσιο πρόσωπο ή σε πρόσωπο που ασκεί ένα δημόσιο λειτούργημα και έχει ως μοναδικό σκοπό την ανάδειξη ενός ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος.

Χωρίς την ελευθερία του λόγου, χωρίς την επιβεβλημένη ανοχή, η δημοκρατία μαραίνεται. Εξάλλου, η ελευθερία της έκφρασης εφαρμόζεται όχι μόνο σε πληροφορίες ή ιδέες που γίνονται αποδεκτές ή αντιμετωπίζονται ως μη προσβλητικές, αλλά επίσης και σε αυτές που προσβάλλουν, σοκάρουν ή ενοχλούν το Κράτος ή οποιαδήποτε πληθυσμιακή ομάδα, καθότι αυτό επιτάσσει ο πλουραλισμός, η ανοχή και η ευρύτητα πνεύματος, γνώμονες χωρίς τους οποίους δεν νοείται μια “δημοκρατική κοινωνία” (ΕΔΔΑ, υπόθεση Handyside   κατά  Ηνωμένου Βασιλείου, 7.12.1976). Πρέπει λοιπόν οι χρήστες να κατανοήσουν σε βάθος ότι ο διάλογος γίνεται για ορθή ανταλλαγή απόψεων σε ένα δημοκρατικό φάσμα, στη βάση του σεβασμού της διαφορετικότητας, όχι για την εξασφάλιση της συναίνεσης, παρά την απευθυνόμενη εκφορά σε ομοϊδεάτες. Η ποικιλομορφία των ιστοσελίδων πρόσφερε καινοτόμο πεδίο έκφρασης της δημιουργικότητας, της συλλογικής ευαισθητοποίησης και αντιμετώπισης των κοινωνικών παθογενειών, ακόμα και οργάνωσης των πολιτικών κινημάτων και διεξαγωγής προεκλογικών εκστρατειών. Σε αυτό το ιδεολογικό υλικό υφαίνεται η βάση της πολιτικής.

Είναι γεγονός. Όλες οι μορφές των απόψεων προστατεύονται. Οποιαδήποτε γνώμη για το επιστημονικό, ιστορικό, πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και θρησκευτικό γίγνεσθαι. Άλλωστε, στόχος κάθε ευνομούμενης πολιτείας είναι η διατήρηση της πολυφωνίας με παράλληλη την ενάσκηση κριτικής σκέψης από τους πολίτες ως την ποιότητα των ραγδαία διαδεδομένων πληροφοριών. Εντούτοις, οποιοσδήποτε ασκεί το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης οφείλει να κατανοήσει ότι ταυτόχρονα αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που γεννά ο λόγος του, η έκταση των οποίων συναρτάται με τις συνθήκες και το μέσο δημοσιοποίησης των λεγομένων του.

 

Διαβάστε Επίσης  Ομιλία της Επιτρόπου Ντάλι στο συνέδριο «Ισότητα 2020» για τα 20 χρόνια της οδηγίας για τη φυλετική ισότητα

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!