Δοκιμές ανάλυσης της ιολογικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης μέσα από τη θεωρία του φινιτισμού | Η Κοινωνιολογία της Γνώσης και η σχέση της με την Ιστορία

Αναστάσιος Γκούμας

Υπ. Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας

Πάντειο Παν/μιο Αθηνών

Βάσει των νέων ιστορικών συνθηκών και καταστάσεων, των κάθετων τρόπων άσκησης μιας πολιτικής απομονωτισμού προς τη διαμόρφωση ενός ειδικού και προληπτικού προγράμματος δίαιτας κοινωνικού βίου, μέσω της επιταγής – μένουμε σπίτι, το ερώτημα που εγείρεται, είναι το εξής: Ποιοι ιστορικοθεσμικοί μηχανισμοί επιτελούν μια φαινομενικά αντιφατική συμμετρία μεταξύ ενός ειδικοπροληπτικού και επιβεβλημένου σκοπού καθεστώτος επιστημονικής γνώσης, με την έννοια της σωτηρίας, όπως η τελευταία διανοίγονταν στις νεωτερικές πειθαρχικές κοινωνίες του χθες; Έχοντας ως σημείο εκκίνησης το παραπάνω φουκωικής προέλευσης ερώτημα, θεωρώ, ότι μου δίνεται η δυνατότητα, να εισέλθω στην επιστημολογική κατηγορία της γλωσσικής συμμετρίας, στην αποκρυστάλλωση των ομιλούντων υποκειμένων, τέλος στην ανάλυση των συμπερασμάτων. Θεωρητικός οδοδείκτης σε αυτή την προσπάθειά, πρόκειται να αποτελέσει η θεωρία του φινιτισμού.

Ο όρος φινιτισμός εισάγεται στο πεδίο της κοινωνιολογίας της γνώσης από τους θεωρητικούς της Σχολής του Εδιμβούργου, τους Barnes & Bloor. Βασική συγκροτητική δομή του όρου, σύμφωνα με τον Ξανθόπουλο, αποτελεί η τάση αμφισβήτησης της έκτασης ενός όρου και ως εκ τούτου, το νόημα ή, και τα νοήματα που ο όρος επενδύει στο κοινωνικό είναι (Ξανθόπουλος: 2011, 253). Πιο συγκεκριμένα, ο Bloor, αναφέρει ότι “ο όρος φινιτισμός συμφιλιώνεται με αυτό που δεν τελειώνει (infinite), θεωρώντας το τελευταίο όχι κάτι το άπειρο, αλλά κάτι που δεν έχει το θεσμό (institution) του τέλους (id, 259). Πυκνώνοντας τα παραπάνω, μπορούμε να υποστηρίξουμε ως μη τέλος, τη δυναμική της ανοικτότητας ενός όρου στην είσοδο των γλωσσικών σημαινόντων από τα υποκείμενα που τον χρησιμοποιούν, εν συνεχεία, τον τρόπο ανάδειξης χρήσης του σύμφωνα με το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ο όρος ενεργεί.

Η ανοικτότητα ενός όρου ως προς την εισαγωγή δεδομένων στο σώμα του, μας προτρέπει να σκεφτούμε, ότι ένας όρος υπάρχει, όταν μπορεί και ανασκευάζεται. Η συγκεκριμένη θέση για το πεδίο της κοινωνιολογίας της γνώσης, είναι πολύ σημαντική, καθώς εμφανίζονται δύο πολύ σημαντικοί παράμετροι ως προς την άρθρωση της λογικής του επιστημονικού έργου της. Η πρώτη παράμετρος και σύμφωνη με τη θεωρία του φινιτισμού, είναι η προοπτική “απομάγευσης” της κυριαρχίας του ονόματος στις ιδιότητες του όρου. Ο συγκρουσιακός χαρακτήρας της θεωρίας με τη γνωσιολογική κατηγορία του νομιναλισμού και της ουσιοκρατίας, στο σημείο αυτό είναι σαφής.

Μέσω της κοινωνιολογίας του φινιτισμού, το συνεχές καταδεικτικό είναι του ονόματος στις ιδιότητες του όρου, εξασθενεί. Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία ενός όρου, συνήθως γράφεται με μελλοντική προοπτική, ανεξάρτητα εάν τα υποκείμενα που τον χρησιμοποιούν έχουν εν πλήρει συνειδήσει την προκείμενη χρονική κατηγορία, δηλαδή την μελλοντοποίησή του. Έτσι, για τη θεωρία του φινιτισμού, π.χ. οι έννοιες της τρέλας, του προλεταριάτου, της ορθολογικότητας κλπ, δεν μπορούν επιστημολογικά να ριζώσουν και να σημασιωθούν στην ενεστωτική χρήση τους, εάν οι ίδιοι οι όροι δεν είναι θετικοί στις προϋποθέσεις ιστορικής ανασκευής τους (id, 262).

Η δεύτερη παράμετρος διαμορφώνεται μέσω των ίδιων των υποκειμένων που ιστορικά πράττουν και χρησιμοποιούν τον όρο. Ένας όρος έχει αξία όταν χρησιμοποιείται σε πλαίσιο σύμφωνο συναρτήσει με τις συλλογικές αξίες της κοινωνίας, όπως και στο βαθμό της αβίαστης λειτουργικής του σχέσης με άλλους όρους που υπάρχουν και χρησιμοποιούνται στο ίδιο πλαίσιο. Η αλληλοσυσχέτιση των όρων και η εγγύτητά τους με την αρχή της ανοικτότητας, φανερώνει μία πολύ ιδιαίτερη και αναλυτική κατηγορία ειδικά στα πεδία της νοηματοδότησης και της εξήγησης του ανθρώπινου κοινωνικού πράττειν. Αποδίδοντας τα ομιλούντα υποκείμενα νέα δεδομένα σε έναν όρο και αναθεωρώντας το περιεχόμενό του, οι υπόλοιποι όροι που σχετίζονται με αυτόν, δημιουργούν τις εν δυνάμει καταστάσεις του μεταβολισμού τους για χάρη ύπαρξης και συνέχειας του πλαισίου. Άρα η ύπαρξη ενός όρου, πέρα από την ώθησή του προς και για μελλοντική χρήση, χρειάζεται και βαθμούς λειτουργικής συγκόλλησης με τους υπόλοιπους όρους που από κοινού οροθετούν το πλαίσιο. Τέλος τη χρήση και το βαθμό εξυπηρέτησης του πλαισίου σύμφωνα με τα επιδιωκόμενα συμφέροντά των υποκειμένων που το αρθρώνουν.

Κλείνοντας τα παραπάνω με την αποτύπωση κάποιων σημαντικών αρχών της θεωρίας του φινιτισμού, και ιχνηλατώντας τις θέσεις του Ξανθόπουλου περί των συνεπειών της στην κοινωνιολογία της γνώσης, υποστηρίζω ότι το “βάρος” του περιεχομένου ενός όρου, συνίσταται στο βαθμό εξάρτησης και ιεράρχησής του εντός του πλαισίου του οποίου χρησιμοποιείται, αφετέρου ο όρος δεν μπορεί να υφίσταται ανεξάρτητος από τον ιστορικό χρόνο χρήσης του, όπως και από τους γλωσσικούς εμποτισμούς που του επιβάλλεται από τα ίδια τα υποκείμενα που τον χρησιμοποιούν. Για τον Ξανθόπουλο, ένας όρος είναι πολυσθενής ως προς τον αναθεωρητισμό, όταν ο όρος είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τους υποκαθορισμούς που έχει δεχθεί από όλες τις προηγούμενες μορφές χρήσεις του, εξαρτώμενος από κοινωνικοιστορικά και χωρικά πλαίσια εντός των οποίων χρησιμοποιείται (id, 255).

Έχοντας ως νήμα σκέψης την προαναφερθείσα θέση του Ξανθόπουλου, και γνωρίζοντας την επικινδυνότητα του χώρου που προσπαθώ να εισέλθω μέσω μιας χαιντεγγεριανής κατεύθυνσης της κοινωνιολογίας της γνώσης, με βασικό όχημα την έννοια του χρόνου, παρατηρήσαμε, ότι η θεωρία του φινιτισμού, είναι μια θεωρία συναρμογής παρελθόντος παρόντος και μέλλοντος στη δομή της γλώσσας με τις πλαισιακές υποκαθορίσεις τις οποίες ιστορικά επιδέχεται ο όρος κατά
τη διάρκεια χρήσης του. Ο τρόπος με τον οποίο θα συνεχίσει τον κοινωνικό και επιστημονικό βίο του ένας όρος, εξαρτάται από το βαθμό σημασιολογικής χρήσης και υποστήριξής του από τα ίδια τα υποκείμενα. Κατά συνέπεια, οι υποκαθοριστικές σημασίες με τον τρόπο που εννοιολογικά αποδόθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, έρχονται να συγγενέψουν με μια σχετικιστική προοπτική όσον αφορά το περιεχόμενο χρήσης του όρου, χωρίς αυτός ο σχετικισμός να συνίσταται ως ρήξη με το σύνολο των πρότερων γλωσσικών κατηγοριών που έχουν επενδυθεί πάνω του. Με αυτό τον τρόπο η αρχή της συμμετρίας εμφανίζεται ως στοιχείο βάσης του φινιτισμού με κύρια δομή ελέγχου την κατηγορία του χρόνου.

Ο Foucault, στο έργο του: “Η μικροφυσική της εξουσίας”, αναφέρεται σε κάτι πολύ σημαντικό ως προς την πύρωση και συνέχεια της παρούσας εργασίας. Οι θέσεις του για το αστικό- βιομηχανικό κράτος όπως αυτό αρχίζει ιστορικά να συστήνεται μετά τον 16ο αιώνα, είναι αρκετά ενδιαφέρουσες. Παρουσιάζοντας μια νεο- βεμπεριανή κατά την άποψή μου ιδέα περί του κράτους ως μηχανισμού ελέγχου και πειθαρχίας χωρίς την προτεραιότητα άσκησης της φυσικής βίας, ο Γάλλος φιλόσοφος, μεταβαίνει στην αποκρυστάλλωση των εξουσιαστικών κατηγοριών που το συνθέτουν ως διασταυρούμενα δίκτυα με χωρικοκοινωνικά περιεχόμενα. Τα νέα πρότυπα ελέγχου και διοίκησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά και σκέψης, αφενός αποτελούν σημεία- σήματα διαφοροποίησης από προγενέστερες μορφές εξουσίας και καλλιδρόμησης του κοινωνικού βίου, αφετέρου εκδιπλώνουν τις νέες δυναμικές του ιστορικού σχετίζεσθαι, έτσι όπως αυτές δομούνται σε ένα υπό διαμόρφωση καπιταλιστικό οικονομικοτεχνικό περιβάλλον (Foucault:1991, 82).

Θεωρώ πως στις παραπάνω αναλύσεις του Foucault, και στον τρόπο που προσωπικά τον διαβάζω, η “σκιά” του Weber είναι ορατή. Ειδικά οι αναλύσεις του Γερμανού κοινωνιολόγου περί της διευθυντικής εξουσίας και των κανονιστικών λειτουργιών της ως προς τη δημιουργία δικτύων ελέγχου με το λιγότερο ενεργειακό κόστος, βρίσκουν αβίαστη γνωστική επεξεργασία και υποδοχή στις απόψεις του Foucault για την άσκηση της εξουσίας του κράτους και των επιδιώξεών του. Το πολιτικό ενδιαφέρον του νεωτερικού αστικού κράτους προς το σώμα των εν συνόλω πολιτών του που γεωγραφικά εντοπίζονται εντός του, συνίσταται στην ολοποιητική μορφή κοινωνικού ελέγχου τους. Επίσης μια άλλου τύπου τερματική διαδικασία της εξουσίας του κράτους προς τα υποκείμενα υποτελείς του, αποτέλεσε η αρχή του εξατομικευμένου ελέγχου. Σε αυτή την αντιληπτική και κατά τον γράφοντα άρρητη καρτεσιανή διάσταση της σκέψης του Foucault, καθώς ο συλλογισμός του διέρχεται από τη γενικότητα του συνόλου στο ειδικό και το συγκεκριμένο-, δηλαδή το άτομο, φαίνεται να ισορροπεί σε μια ιστορική κατηγορία, την οποία το αστικό κράτος ενσωμάτωσε στο εσωτερικό του για την πιο ομαλή άσκηση ελέγχου. Και αυτή η εξουσία, εντοπίζεται στον όρο και στις πρακτικές άσκησης του ποιμαντορισμού (id, 83).

Η ουσία της ποιμαντορικής ηθικής είναι μια ηθική της ουσίας, όταν θέτει στο επίκεντρό της τη σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου. Ο ποιμένας είναι το υποκείμενο που ρίχνει το βλέμμα του στον τρόπο βίου του άλλου. Είναι τόσος μεγάλος ο αλτρουισμός του, που είναι σε θέση ακόμη και να θυσιάσει τη ζωή του για τη σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής. Το συλλογικό αίτημα του ποιμνίου για τη σωτηρία της ψυχής τους, αποτελεί το συγκεκριμένο καθήκον του ιερέα.

Όμως, εντός του ποιμνίου, κάθε άτομο έχει την ίδια αξία ως προς το σωτηριολογικό έργο του, καθώς κάθε άτομο είναι παιδί του Θεού. Το πέρασμα από τη σαρκική φθορά στο επέκεινα της ουράνιας χάρης, είναι ένα έργο που επιτελείται με την πρακτική του ψαχουλέματος της ψυχής και της συνείδησης από τον ιερέα προς τον πιστό. Έτσι, ο ιερέας για να μπορέσει να σώσει την ψυχή του πιστού, πρέπει να γνωρίζει τα πάντα για αυτόν, ο πιστός υπό αυτή την προοπτική, άνοιξε το δρόμο για την υπεραξία του ντιβανιού μέσω της εξομολόγησης. Η πανεποπτεία: πρέπει να ξέρω τα πάντα για σένα με στόχο να σε σώσω, συνιστά το καλούπι της πρώτης και αθόρυβης οικονομίας της εξουσίας στη βάση συγκρότησης του νεοσύστατου πειθαρχικού αστικού κράτους (id,83).

Δε χρειάζεται να εισέλθω σε πιο ειδικού τύπου αναλύσεις περί του πειθαρχικού τονισμού στη γραμματική της ύπαρξης του υποκειμένου. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα έσπρωχνε το κείμενο έξω από τα όρια ενδιαφέροντος. Φάνηκε σύμφωνα με τη φουκωική προοπτική, ότι σημαίνον σημείο ανάδειξης των πειθαρχικών κοινωνιών, αποτέλεσε η σύνθεση μιας δυιστικής αντίληψης: σώματος- ψυχής, ατομικό- συλλογικό. Το ποίμνιο, είναι το συλλογικό σώμα άσκησης της ποιμαντορικής εξουσίας, συγχρόνως το κάθε άτομο διαμορφώνεται από αυτή, καθώς αποτελεί μέρος της ομάδας πιστών που την προσδιορίζει.

Η φουκωική μαεστρία της κατάδειξης και σύνθεσης του διμορφισμού (άτομο ποίμνιο- κοινότητα ποίμνιο) στον άξονα του σωτηριολογικού περιεχομένου της ηθικής του ποιμαντορικού λόγου στις κοινωνίες της πειθαρχίας, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μέσα από την ιστορική κοινωνιολογία του Michaell Mann, αποκτούνε μία νέα διάσταση. Ο Mann, μελετά την οργάνωση της πολιτικής εξουσίας μέσα από την παρσονική θεματολογία του κοινωνικού πράττειν, και διαμορφώνει δύο κατηγορίες οργάνωσής της, τη συλλογική και την επιμεριστική εξουσία (Mann:2009, 21). Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δύο αυτές μορφές εξουσίας διέπονται από σχέση εξάρτησης, και δεν μπορεί η μία να αποδώσει το μέγιστο της ισχύς της χωρίς την παρουσία της άλλης. Ως συλλογική εξουσία, ορίζεται η κυριαρχία μιας ομάδας σε μια άλλη, ακόμα και στην ίδια τη φύση. Ενώ επιμεριστική ορίζεται η εξουσία όταν ένα υποκείμενο (χ) ορίζει τον τρόπο βίου ενός άλλου υποκειμένου (id, 21). Με μια καρτεσιανή αναλυτική διάθεση των παραπάνω μορφών εξουσίας, παρατηρούμε πως ο βαθμός έντασης του επηρεάζειν καταλήγει σε μια επιβεβλημένη λειτουργιστική κανονικότητα-, δηλαδή σε ένα ισοβαρές άθροισμα καθώς η ένταση της αντίστασης που χάνεται κατά την ώρα επιβολής της εξουσίας, μεταβαίνει σε αυτόν που την ασκεί και την εφαρμόζει. Μέσω της παραπάνω ανάλυσης της εξουσίας, θεωρώ πως μπορούμε με όρους καρτεσιανής μηχανικής να εντοπίσουμε την κίνηση που εκδιπλώνεται μέσω των διμορφικών κατηγοριών, το βαθμό σχεσιακής θέσης των υποκειμένων που εμπλέκονται, αφετέρου μία διαφορετική ανάγνωση μέσω της κοινωνιολογίας της γνώσης, τη φουκωική προοπτική του όρου εξουσία ως δόμηση δράσης στον τρόπο δράσης του άλλου (Foucault:1991, 92).

Διαβάστε Επίσης  Γιατροί Χωρίς Σύνορα: Σοβαρές οι επιπτώσεις στην υγεία των αιτούντων άσυλο από την παράταση του περιορισμού κυκλοφορίας

O Descartes στον τρίτο νόμο του περί των αρχών των υλικών πραγμάτων γράφει: “Όταν ένα κινούμενο σώμα προσκρούει σε ένα άλλο, αν η δύναμη που έχει να κινείται ευθύγραμμα είναι μικρότερη από την αντίσταση του άλλου σώματος, εκτρέπεται σε άλλη πλευρά και διατηρώντας την ποσότητα της κίνησής του μεταβάλλεται μόνον η τάση κατεύθυνσή της. Αν πράγματι η δύναμή του είναι μεγαλύτερη, παρασύρει το άλλο σώμα μαζί του, και δίνει τόση κίνηση σε αυτό από τη δική του όση χάνει” (Descartes:2012, 212-213).

Στην παρούσα ιστορική στιγμή της κατάστασης ιολογικής έκτακτης ανάγκης, η έννοια του σωτηριολογικού λόγου μεταβολίζεται, χωρίς να χάνει αυτό που κοινωνικά επιθυμεί να θεμελιώσει. Τη δημιουργία και παρουσία ειδικών τύπων υποκειμένων που θα οδηγήσουν την κοινωνία στην έξοδο από το θάνατο και την αρρώστια, και σε αυτούς που πρέπει να υπακούσουν και να συναινέσουν στη γραμμή εξόδου. Η πίστη των οδηγούμενων στην αυθεντία των οδηγητών, κωδικοποιεί μια νέου τύπου μορφή κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο δομείται στους ιατρικούς όρους της πρόληψης και των πρακτικών διασφάλισης της δημόσιας υγείας.

Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Max Weber, μας δίδαξε πως το ιστορικά συγκεκριμένο και αποσαφηνισμένο από εξωλογικές κατηγορίες, συνιστά αυτό στο οποίο οι κοινωνικές επιστήμες οφείλουν να ρίξουν τον οφθαλμό του νου τους. Έτσι, η έννοια της υποταγής ενός υποκειμένου σε ένα άλλο, σύμφωνα με τον ίδιο, οροθετείται γνωσιολογικά, όταν υφίσταται ως στιγμή δημιουργίας κοινωνικής σχέσης μέσω ενός ιστορικού πλαισίου. Με αυτό τον τρόπο, οι κοινωνικές επιστήμες απομακρύνονται ουσιωδώς από την ψυχολογιοποίηση της υποταγής, της οποίας η προσεγγιστική διάθεση εντοπίζεται κατά βάση στην έννοια του φόβου. Με αυτό τον τρόπο, ο Weber, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη του θυμικού στην απόδοση νοήματος, τείνει να αποκρυσταλλώσει τον όρο: υποταγή, στην ίδια την οικονομία των ιστορικών σχέσεων, όπως αυτές διατυπώνονται στο κοινωνικό συνεχές τους.

Ο ιερέας, θεμελιώνει την εξουσία του, σε αυτό που ακριβώς του έχουν επιδώσει οι άλλοι, στον χαρισματικό και ηγετικό χαρακτήρα του. Η επίδοση της εν λόγω τάξης ως βασικό στοιχείο της χαρακτηροδομής του, αποτυπώνεται στο κύρος που εμπνέει. Ένα κύρος άμεσα συναρτώμενο τόσο από την πειθώ του λόγου του, όπως και από τη συμπεριφορά του. Στη συνείδηση του πιστού, ο ιερέας, εμφανίζεται ως μια γέφυρα στην οποία ο πιστός μπορεί να μεταβεί από το πεπερασμένο στο αιώνιο.

Ουσιαστικό συμπεριφορικό κατηγόρημα του ιερέα, είναι η επιβολή της εξουσίας του χωρίς την άσκηση φυσικής βίας. Η άρση της συγκεκριμένης πράξης, στο
οποιοδήποτε κενό που μπορεί να αφήσει και να οδηγήσει τον πιστό στην παρέκκλιση, αντικαθίσταται με την έννοια του οφέλους. Ο πιστός που εναπόκειται στην υποταγή, είναι ένα υποκείμενο θεωρητικά κερδισμένο, καθώς εκπληρώνει τη ζύγιση δύο ορθολογικών κοινωνικών πράξεων, την ορθολογική πράξη μείωσης του κόστους, την ορθολογική πράξη εκπλήρωσης μιας αξίας. Στην πρώτη πράξη υφίσταται η αρχή του συμφέροντος με την έννοια του κέρδους της αιώνιας ζωής, και στη δεύτερη υπάρχει το καθεστώς της αξίας ως αλήθειας, και η σημασία εύρεσής της με την άσκηση συγκεκριμένων τύπων κοινωνικής συμπεριφοράς.

Στην κοινωνιολογία του Weber, η σύγχρονη αστική κοινωνία, είναι η κοινωνία της οποίας το απρόσωπο άρχει εντός και δι εαυτής. Μέσω αυτής της εφαρμογής, η έννοια του προσώπου συνήθως παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Οι απρόσωποι θεσμοποιημένοι κανόνες δικαίου, και η επιστήμη, σύμφωνα με τις θέσεις του, αποτελούν τους νέους αλγόριθμους της πολιτικής σύστασης και ύπαρξης του σύγχρονου κράτους. Οι κοινωνικοί θεσμοί οι οποίοι αποτελούν καλούπια συνείδησης και συμπεριφοράς, έχουν εξαναγκαστικό χαρακτήρα και επιδιώκουν τη μείωση της αντίστασης των υποκειμένων. Οι θεσμοί συστήνονται με βάση την ορθολογικότητα, διότι η τάξη ή, και η κοινωνική ομάδα που τους διαμορφώνει, αποτελείται από ειδικούς με απόλυτη εξειδίκευση στο επιστημολογικό αντικείμενό τους. Επομένως το υποκείμενο της εξειδικευμένης γνώσης, είναι για τη σύγχρονη αστική κοινωνία, το υποκείμενο που σε ικανοποιητικό βαθμό πραγματώνει θεσμικά το νομικο- ορθολογικό status της. Το γεγονός της εγκυρότητας και της ισχύς των κανόνων μέσω της αποτελεσματικότητάς τους, αφενός δηλώνουν τη νέα μορφή διοικητικής εξουσίας του κράτους προς τους πολίτες του, αφετέρου δηλώνει και την ολοποιητική διάσταση του κράτους στη διαχείριση των αιτημάτων τους και την προσπάθεια της διασφάλισης των συλλογικών αγαθών.

Η νομιμοποίηση του εξαναγκαστικού χαρακτήρα των θεσμών μέσω της οικειοθελούς συναίνεσης από τους πολίτες, αποτυπώνει και μια δεύτερη όψη ειδικού χαρακτήρα, το υποκείμενο που τους εκπροσωπεί. Το υποκείμενο προς τη θωράκιση του εξουσιαστικού ρόλου των θεσμών, είναι ένα υποκείμενο τυποσυγκροτησιακά εξισωμένο με ό,τι ακριβώς η κοινωνία αποδέχεται και νοηματοδοτεί με βάση την πίστη της ως προς την αυθεντία της ίδιας της επιστήμης. Τα τυπικά-, δηλαδή τα επιστημονικά ή, και ακαδημαϊκά προσόντα, όπως και μια συμπεριφορά δοσμένη στην εγκράτεια και στην ατσάλινη πειθαρχία ως προς την επιτέλεση του καθήκοντος, καθιστούν το συγκεκριμένο υποκείμενο ικανό να διατάζει, όπως και να είναι σε θέση να διαβλέπει το βαθμό έντασης του ιστορικού συλλογικού βιωθέν (Σεραφετινίδου:2006, 60-65).

Στην περίπτωσή μας, το υποκείμενο της εξειδίκευσης, είναι αυτός που κατέχει τη γνώση και αναγνωρίζεται από τη μάζα μέσω της κοινωνικής και επιστημονικής χρησιμότητάς του. Οι κανόνες που εκπροσωπεί και σε συνεργασία με το πολιτικό σχήμα που τον/την διορίζει ως manager διαχείρισης μιας κρίσης, καθιστούν το εν λόγω υποκείμενο υπεύθυνο ως προς την επιτακτικότητα της επιβολής τους. Η άσκηση των κανόνων οι οποίοι στοχεύουν στη διαμόρφωση μιας ελέγξιμης συμπεριφοράς, χαρακτηρίζονται από τη “βελούδινη” οφειλή της υποταγής και της αμέριστης αποδοχής τους. Αυτό σημαίνει ότι η ισχύς των κανόνων, έχει ανάγκη μια θεωρία που να εξηγεί την αναγκαιότητα της συμμόρφωσης. Η επάρκεια της θεωρίας συνεπικουρούμενη με την πανταχού παρουσία της μιντιακής περί πρόληψης προπαγάνδας, αναφέρεται σε ό,τι η κοινωνία έχει νοηματοδοτήσει ως ιερό και το πιστεύει στην ολότητά του. Η θεωρία και ότι συμπαρασέρνει μαζί της, αποκτά μορφή ασφάλειας για το κοινωνικό είναι, καθώς σηματοδοτεί τη δύναμη να επαναφέρει την απολεσθείσα εσωτερική ευημερία. Μέσω αυτής της πρακτικής, ο ειδικός, καταφέρνει να αντιστρέψει το σωτηριολογικό παράδειγμα του ιερέα.

Μεταφέρει τον ουρανό στη γη. Πλέον η σωτηρία του κοινωνικού σώματος ριζώνει σε αληθινό έδαφος και η ευτυχία, μπορεί στον ορίζοντα να εμφανιστεί, εάν η μαθηματική εξίσωση της ταύτισης του τυπικού με τον πραγματικό σκοπό επιτελεστεί με την όλο και μεγαλύτερη ένταση των αποφάσεων που “πρέπει” να παρθούν.

Η ιολογική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αποκτά σαφή ιστορική μορφή διακυβέρνησης με την εδραίωση ενός ντοκουμέντου αποφασιστικής σημασίας για τον άνθρωπο, την προσπάθεια συνέχισης της ίδιας της ζωής. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ζωή μπορεί να συνεχίσει να ζει, όταν θα μπορέσουν οι ειδικοί να την προστατεύσουν από τον “αόρατο εχθρό”. Σε αυτόν τον ιολογικό συναγερμό, οι αξίες της αστικής επανάστασης: ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, από τη μία μεριά υπάρχουν ως προμετωπίδες διαφύλαξης των συλλογικών αγαθών, από την άλλη υφίστανται ως αστυνομικά βλέμματα σε κάθε είσοδο σπιτιού που μπορεί να μολυνθεί από την αρρώστια. Σε αυτό το σημείο, διαφαίνεται και το αίσθημα υπεροχής του ειδικού από τον μακρινό ξάδελφό του. Ενώ ο πρώτος έθετε ως σκοπό του έργου του την εξύψωση της ζωής μέσω της αναγκαιότητας ύπαρξης του θανάτου, ο τελευταίος επιχειρεί με λογική επιχειρηματολογία να πειθαρχήσει την ίδια την ορμή του θανάτου.

Εντάσσοντας τη θεωρία περί της ανοικτότητας ενός όρου στα εισερχόμενα κοινωνικο-ιστορικά ρηματικά δεδομένα από το ομιλούν υποκείμενο, θεωρώ πως μπορούμε να συναγάγουμε το συμπέρασμα βάσει τις αρχικές θέσεις του Ξανθόπουλου, ότι το νόημα ενός όρου, διέπεται από μία διεξάρτηση 1) τον τρόπο με τον οποίο ένας όρος ταξινομεί τις κοινωνικές κατηγορίες και τις ιεραρχεί σύμφωνα με την ετικέτα που αυτές κουβαλάνε εντός του ιστορικού πλαισίου αναφοράς τους, 2) την κοινωνική νοηματοδότηση και την αποδοχή του από τα ίδια τα υποκείμενα, σύμφωνα με τις κυρίαρχες συλλογικές πίστεις τους. Πιο ειδικά, ένας όρος εκτείνεται και καθίσταται κοινωνικά κοσμοπλάστης στο βαθμό συμφωνίας με τον επιδιωκόμενο σκοπό του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

I. Σεραφετινίδου, Μ., «Εισαγωγή στην πολιτική κοινωνιολογία», εκδ.: Gutenberg, Αθήνα: 2006

II. Φουκώ, Μ., «Η μικροφυσική της εξουσίας», εκδ.: Ύψιλον, Αθήνα: 1991

III. Ξανθόπουλος, Χ., «Η νέα κοινωνιολογία της γνώσης», εκδ.: Παπαζήση, Αθήνα: 2011

IV. Descartes, R., «Οι αρχές της φιλοσοφίας I&II», εκδ: Εκκρεμές, Αθήνα: 2012

V. Mann, M., «Πηγές της κοινωνικής εξουσίας», τ.1, εκδ.: ΠΟΛΙΣ, Αθήνα: 2010

 

Διαβάστε Επίσης  Στερεότυπα και προκαταλήψεις για μειονοτικές ομάδες

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!