Κοινωνικές Υπηρεσίες, Κοινωνικοί Λειτουργοί και Ψηφιακή Τεχνολογία στην Εποχή της Πανδημίας. Νέες Ηθικές και Δεοντολογικές Προκλήσεις

Ελένη Παπούλη

Επίκουρη Καθηγήτρια

Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας

Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Η έλευση της πανδημίας Covid-19 στην παγκόσμια πλανητική κοινότητα και οι αρνητικές επιδράσεις της -άμεσες και έμμεσες- σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (υγεία, οικονομία, εργασία, εκπαίδευση, κοινωνική πολιτική) και της κοινωνικής ζωής άρχισαν, ήδη, να διαφαίνονται τόσο στο μακρό-επίπεδο (π.χ. ευθραυστότητα εθνικών  συστημάτων υγείας, δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών) όσο και στο μικρό-επίπεδο της καθημερινής ζωής των ανθρώπων και κυρίως, εκείνων που ανήκουν στις ευπαθείς ή ευάλωτες ομάδες.  Αναφέρομαι εδώ, όχι μόνο, στα άτομα που κρίνονται ως «ορατά»  από τον νόμο και επί το πλείστον, είναι δικαιούχοι προνοιακών παροχών, επιδομάτων και συμβουλευτικών ή άλλων υπηρεσιών, στα πλαίσια του δημόσιου προνοιακού συστήματος στην χώρα μας, αλλά και στους λεγόμενους «αόρατους» πληθυσμούς (ή και περιθωριακούς) της κοινωνίας μας. Αν και εξίσου ευάλωτοι, οι «αόρατοι» πληθυσμοί (π.χ. παράτυποι μετανάστες, άτομα με αδήλωτη ή επισφαλή εργασία) θεωρούνται ανύπαρκτοι για το  δημόσιο σύστημα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών και συνεπώς, αποκλείονται από αυτό.

Προφανώς, όπως κάθε μορφή κρίσης (τοπική, εθνική ή υπερεθνική), η παρούσα υγειονομική κρίση στάθηκε αφορμή για εκ νέου έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ ακαδημαϊκών, θεωρητικών, πολιτικών και κάθε λογής ειδικών επιστημόνων (expertocrats), οργάνων και φορέων, σχετικά με τις υποχρεώσεις του κράτους για κοινωνική μέριμνα, προάσπιση και βελτίωση των δημόσιων συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης με την λήψη των απαραίτητων μέτρων, για την αντιμετώπιση καταστάσεως υγειονομικής κρίσης, όπως αυτήν που βιώνουμε τελευταία. Λέγεται, ότι στις κρίσεις φαίνεται η ετοιμότητα και η πολιτική θέληση του κράτους και των κυβερνώντων αυτού (ή διεθνών και υπερεθνικών μηχανισμών κατά αντιστοιχία), για θαρραλέες πολιτικές αλλαγές και κοινωνικές παρεμβάσεις (πέρα από την επικρατούσα αντίληψη περί διαχείρισης των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής φροντίδας, σύμφωνα με την οικονομική ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότητας),  ώστε να θωρακιστούν τα κοινωνικό προνοιακά συστήματα από τις επιπτώσεις της παρούσας ή  μελλοντικής κρίσης και  να προστατευτούν τα πλέον ευπαθή ή ευάλωτα άτομα και ομάδες μέσα στην κοινωνία.

Ως άλλη μορφή κρίσης, η πανδημία Covid-19 κατέδειξε, με τον πλέον σκληρό τρόπο, την ανυπαρξία εθνικών σχεδίων δράσης, τις αδυναμίες των εθνικών συστημάτων-πυλώνων της κοινωνικής ασφάλειας (π.χ. υγεία, πρόνοια)  ή  ακόμη και τις «απροθυμίες» πολλών χωρών να αντιμετωπίσουν, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, τις επιπτώσεις της πανδημίας, δίνοντας προτεραιότητα  στις πλέον πληγείσες ομάδες και σε όσους/ες έχουν ανάγκη. Αποκάλυψε την ευθραυστότητα των εθνικών συστημάτων υγείας και των δημόσιων κοινωνικών συστημάτων (κατά βάση στις χώρες με ιστορικό κράτους πρόνοιας) και  κατέδειξε, με σαφήνεια, μια σειρά κοινωνικά προβλήματα (μικρής ή μεγάλης έκτασης) και τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη. Μαζί με τους επαγγελματίες υγείας, οι κοινωνικοί λειτουργοί, από τους πλέον καταρτισμένους και εξειδικευμένους επιστήμονες, κλήθηκαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ευπαθείς ή ευάλωτες ομάδες, σε άτομα και οικογένειες που έχουν ανάγκη ή βρίσκονται σε κίνδυνο από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η πανδημία στην χώρα μας. Κλήθηκαν, επίσης, να υλοποιήσουν κοινωνικές δράσεις και  προγράμματα και να παρέχουν διευρυμένες υπηρεσίες (π.χ. πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι»), για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Όπως τόσοι άλλοι επαγγελματίες πρώτης γραμμής σ’ αυτήν την κρίσιμη περίοδο, και οι κοινωνικοί λειτουργοί εργάζονται κάτω από αντίξοες συνθήκες, οι οποίες, συχνά, δημιουργούν στρες και έντονη  ματαίωση εξαιτίας διαφόρων παραγόντων που δυσχεραίνουν καθημερινά το έργο τους. Ενδεικτικά αναφέρω την έλλειψη μέτρων υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους εργασίας, την ανυπαρξία μέσων και πόρων, τις υποστελεχωμένες κοινωνικές υπηρεσίες, την απουσία συμβουλευτικής εποπτείας στο έργο τους, την απουσία συγκεκριμένων πρωτόκολλων άσκησης των καθηκόντων τους στο εργασιακό περιβάλλον ή στην εξ αποστάσεως εργασία, όπου κρίνεται απαραίτητο σε πανδημικές ή επιδημικές καταστάσεις.

Μέσα στον κυκεώνα των σαρωτικών αλλαγών που επέβαλε η πανδημία Covid-19, προέκυψε επιτακτικά και η ανάγκη για παροχή ψηφιακών υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας στους πολίτες, όπως συνέβη στον τομέα της υγείας, της εκπαίδευσης ή της εργασίας εξ’ αποστάσεως (τηλεργασία). Την περίοδο αυτή, πιο επιτακτικά σε σχέση με το παρελθόν, οι κοινωνικοί λειτουργοί, μαζί με άλλους επαγγελματίες πρώτης γραμμής στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καλούνται, εσπευσμένα,  να αξιοποιήσουν την χρήση ψηφιακών μέσων και εργαλείων (π.χ. διαδίκτυο, social media, mobile εφαρμογές, βιντεοκλήση, emails, τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας, κλπ.) και να ενσωματώσουν νέες τεχνολογίες στην καθημερινή τους πρακτική για αμεσότερη και αποτελεσματικότερη επικοινωνία με τους  εξυπηρετούμενους τους. Παρενθετικά, σχολιάζω εν συντομία,  ότι σε σχέση με άλλες χώρες, εντός και εκτός της Ευρώπης, οι κοινωνικές υπηρεσίες στην χώρα μας δεν διαθέτουν ακόμη την απαιτούμενη  ψηφιακή ετοιμότητα, ώστε να καλυφθούν πολύπλευρα οι εξειδικευμένες ανάγκες  των εξυπηρετουμένων τους, υπό τις παρούσες συνθήκες. Στο μεγαλύτερο ποσοστό, οι  κοινωνικές υπηρεσίες (δημόσιες-ιδιωτικές) στελεχώνονται με ελάχιστο αριθμό ψηφιακά καταρτισμένων επαγγελματιών, ενώ δεν διαθέτουν εξειδικευμένα λογισμικά-προγράμματα για κοινωνικούς λειτουργούς, για τον καλύτερο προγραμματισμό και οργάνωση της υπηρεσίας. Με άλλα λόγια, χαρακτηρίζονται,  θα λέγαμε, από υψηλά ποσοστά τεχνολογικού ή ψηφιακού αναλφαβητισμού. Στην χώρα μας, οι αιτίες για την καθυστέρηση της ένταξης των κοινωνικών υπηρεσιών στην ψηφιακή εποχή είναι πολλές και σύνθετες  και δεν μπορούν να αναλυθούν επί του παρόντος.

Ανεξάρτητα, πάντως, από την επιτακτική ανάγκη για χρήση της τεχνολογίας, λόγω της πρόσφατης πανδημίας, εδώ και αρκετά χρόνια,  παρατηρούμε μια συνεχή άνοδο της εξ’ αποστάσεως εργασίας με την εφαρμογή διαδικτυακών υπηρεσιών συμβουλευτικής (e-counselling) και θεραπείας (e-therapy) σε διάφορους οργανισμούς υγείας και ψυχικής υγείας και υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας, παγκοσμίως. Παραδείγματα καλών πρακτικών που εφαρμόζονται στη Ελλάδα και διεθνώς, δείχνουν ξεκάθαρα ότι η αναδυόμενη ψηφιακή τεχνολογία εμπεριέχει πολλά οφέλη για ορισμένες κατηγορίες εξυπηρετούμενων όπως π.χ. άτομα, οικογένειες ή ομάδες που ζουν σε απομακρυσμένες γεωγραφικά περιοχές, ή σε μέρη που απουσιάζουν υπηρεσίες συμβουλευτικής, μοναχικά ηλικιωμένα άτομα, μετακινούμενοι πληθυσμοί (μετανάστες, πρόσφυγες, νομάδες), άτομα με πρόβλημα προσβασιμότητας, φροντιστές ατόμων με άνοια, κλπ. Στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, αναπτύσσεται, επίσης,  ταχύτατα, η χρήση της τεχνολογίας στην επαφή του κοινωνικού λειτουργού με άτομα εφηβικής ή νεαρής ηλικίας, καθώς οι συγκεκριμένες ηλικιακές κατηγορίες είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένες  με την τεχνολογία και τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα. Σύμφωνα με έρευνες, οι έφηβοι και οι νέοι άνθρωποι τείνουν να αξιοποιούν την χρήση της τεχνολογίας προς όφελος της δια ζώσης επαφής με τον κοινωνικό λειτουργό και της ποιότητας της επικοινωνίας μαζί του.

Συνεχίζοντας την απαρίθμηση των θετικών στοιχείων που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία, τα τελευταία χρόνια, επίσης, ολοένα και περισσότερες κοινωνικές οργανώσεις και υπηρεσίες διαθέτουν «έξυπνες» εφαρμογές για κινητές συσκευές (smartphones, tablets, laptops) στους κοινωνικούς λειτουργούς και τους εξυπηρετούμενους τους, ειδικά σχεδιασμένες για παροχή έγκαιρης ειδοποίησης σε κάθε περίπτωση έκτακτης ανάγκης (π.χ. περιστατικά ενδοοικογενειακής/έμφυλης βίας, human trafficking). Παρομοίως, πολλοί οργανισμοί κοινωνικής φροντίδας και ανθρωπιστικές οργανώσεις χρησιμοποιούν, πλέον, εξειδικευμένα λογισμικά και εφαρμογές οργάνωσης και διοίκησης, με σκοπό την κάλυψη εξειδικευμένων αναγκών της κοινωνικής υπηρεσίας. Χωρίς αμφιβολία, η χρήση της τεχνολογίας στις σύγχρονες κοινωνικές υπηρεσίες προσφέρει σημαντικά οφέλη στους επαγγελματίες κοινωνικούς λειτουργούς και  το εξυπηρετούμενο κοινό, εφόσον η χρήση της μπορεί, με τα κατάλληλα μέσα και την εκμάθηση ψηφιακών δεξιοτήτων (digital skills) εκατέρωθεν, να μειώσει τις κοινωνικές ανισότητες στις παρεχόμενες υπηρεσίες και να βελτιώσει το επίπεδο διασύνδεσης των κοινωνικών υπηρεσιών σε θέματα κοινωνικής φροντίδας και πρόνοιας.

Παρά τα πολλαπλά οφέλη (άμεση εξυπηρέτηση και πρόσβαση στην πληροφορία, κάλυψη εξατομικευμένων αναγκών, χρηστικότητα, επαγγελματική δικτύωση, διαδικτυακός ακτιβισμός, κλπ.), πάντως,  η εφαρμογή της τεχνολογίας στις ανθρώπινες υπηρεσίες, όπως έχει ήδη αναγνωριστεί, ελλοχεύει τόσο προφανείς και ορατούς κινδύνους, όσο και αόρατους κινδύνους, όταν δεν τηρούνται οι ορθές πρακτικές. Βέβαια, σε χώρες όπου η εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας και της πληροφορικής στις κοινωνικές υπηρεσίες έχει αρκετά μακρά παράδοση (βλέπε π.χ. Η.ΠΑ., Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο) αναγνωρίστηκαν, σχετικά εγκαίρως, οι κίνδυνοι από την κακή  χρήση ή την κατάχρηση των ψηφιακών εργαλείων και των διαδικτυακών εφαρμογών. Για παράδειγμα, το 2005, ο Εθνικός Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών (NASW) των Η.Π.Α. σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Συμβουλίων Κοινωνικής Εργασίας (ASWB) ανέπτυξαν από κοινού πρότυπα ηθικής και ορθής χρήσης της τεχνολογίας στην πρακτική των κοινωνικών λειτουργών (NASW & ASWB, 2005). Πρόσφατα, o NASW (2017) σε συνεργασία με τρεις ακόμη κλαδικές και επαγγελματικές ενώσεις  (ASWB, CSWE και CSWA), προέβη στην επικαιροποίηση του προηγούμενου οδηγού ορθής χρήσης της τεχνολογίας στην επαγγελματική πρακτική, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα πεδία εφαρμογής της ψηφιακής τεχνολογίας και της πληροφορικής στις κοινωνικές υπηρεσίες και με γνώμονα τις αξίες και αρχές που διέπουν τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματος.  O, εν λόγω, οδηγός θέτει τις προδιαγραφές και τα σύγχρονα δεοντολογικά και ηθικά πρότυπα, που πρέπει να τηρούνται για την ορθή χρήση της τεχνολογίας από τους επαγγελματίες κοινωνικούς λειτουργούς στους εξής τομείς: α) παροχή πληροφοριών προς το κοινό, β) σχεδιασμός και παροχή υπηρεσιών, γ) συλλογή, διαχείριση, αποθήκευση και πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους εξυπηρετούμενους/ωφελούμενους και δ) εκπαίδευση και εποπτεία κοινωνικών λειτουργών. Αντίστοιχη πρωτοβουλία πήρε ο Αυστραλιανός Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών (AASW, 2016), ο οποίος συμπεριέλαβε στον Κώδικα Δεοντολογίας του θέματα, σχετικά με τις ηθικές και δεοντολογικές ευθύνες των κοινωνικών λειτουργών στη χρήση των νέων τεχνολογιών συμπεριλαμβανομένης της τηλεθεραπείας (e-therapy). Το 2018, ο Βρετανικός Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών (BASW), διαβλέποντας τον κίνδυνο από την μη ασφαλή χρήση της τεχνολογίας,  προχώρησε κι αυτός σε αντίστοιχες σημαντικές πρωτοβουλίες και ανέπτυξε ένα πλαίσιο πολιτικής (γενικές κατευθύνσεις, όροι και περιορισμοί) για διασφάλιση της ορθής συμπεριφοράς χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (π.χ. Facebook,  Instagram,  Pinterest,  Twitter, LinkedIn) από τους επαγγελματίες και τους φοιτητές Κοινωνικής Εργασίας, σε όλους τους τομείς εφαρμογής του επαγγέλματος. Ο BASW χρησιμοποιεί τον όρο “eprofessionalism” (ηλεκτρονικός επαγγελματισμός), για να αποτυπώσει τον ψηφιακό τρόπο εργασίας του κοινωνικού λειτουργού στην σημερινή εποχή και να περιγράψει τους κανόνες για ορθή δεοντολογικά διαδικτυακή συμπεριφορά.

Σχετικά με τις ηθικές/δεοντολογικές προκλήσεις, ο Αμερικανός Καθηγητής Frederick Reamer (2015, 2018, 2020), ένας από τους επιφανέστερους μελετητές της επαγγελματικής δεοντολογίας στην Κοινωνική Εργασία, εστιάζει την προσοχή σε ηθικά/δεοντολογικά ζητήματα, που σχετίζονται με θέματα όπως η ιδιωτικότητα και εμπιστευτικότητα, η ενήμερη συγκατάθεση, τα συγκρουόμενα συμφέροντα, η επαγγελματική επάρκεια, οι διπλές σχέσεις, τα επαγγελματικά όρια, η τήρηση αρχείων και η τεκμηρίωση και οι συλλογικές σχέσεις. Αν και σε γενικές γραμμές τα προαναφερθέντα θέματα έχουν ήδη απασχολήσει την σχετική βιβλιογραφία της Κοινωνικής Εργασίας προ πολλού, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται, τα εξετάζει μέσα από το πρίσμα του ψηφιακού μετασχηματισμού στον οποίο μεταβαίνει το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού, σε όλο τον αναπτυγμένο αλλά και τον αναπτυσσόμενο κόσμο τα τελευταία χρόνια. Επισημαίνει δε την απουσία πολιτικής ερευνών στον τομέα αυτόν, για την μελέτη των επιπτώσεων (θετικές ή αρνητικές) από την χρήση της τεχνολογίας στην επαγγελματική πρακτική.

Με αφορμή την πανδημία του κορωνοϊού, το Μάρτιο 2020, ο Βρετανικός Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών (BASW) επανέρχεται στο ζήτημα της ορθής αξιοποίησης της ψηφιακής τεχνολογίας κατά την άσκηση του επαγγέλματος, προβαίνοντας  στην έκδοση ενός πλήρους ηλεκτρονικού οδηγού για την ψηφιακή επάρκεια των κοινωνικών λειτουργών. Πρόκειται για την λεγόμενη «Δήλωση Ψηφιακών Δυνατοτήτων για Κοινωνικούς Λειτουργούς», η οποία περιγράφει τις γνώσεις, τις ψηφιακές δεξιότητες και τις αξίες που πρέπει να κατέχουν οι κοινωνικοί λειτουργοί για την  πρόληψη και την αντιμετώπιση κινδύνων, ηθικής και δεοντολογικής φύσης, λόγω της ταχείας ανάπτυξης μιας ποικιλίας από ψηφιακές πλατφόρμες επικοινωνίας και εργαλεία την τρέχουσα περίοδο.  Στο πλαίσιο της (δεοντολογικά ηθικής) επαγγελματικής συμπεριφοράς, ο BASW εφιστά την προσοχή στην διαμόρφωση και κατανομή των σχέσεων εξουσίας, που ενυπάρχουν σε κάθε κοινωνικό σύστημα και πώς αυτές επηρεάζουν την πρόσβαση στην ψηφιακό κόσμο. Έτσι, ζητά την επαγρύπνηση των κοινωνικών λειτουργών για την αποφυγή  αντιδεοντολογικών και αυθαίρετων συμπεριφορών, υπό το πρίσμα των παρακάτω ερωτήσεων:

  • Πώς, και από ποιόν, αναπτύχθηκε η τεχνολογία και πώς ελέγχεται;
  • Ποιος καθορίζει το πώς και πότε χρησιμοποιείται η τεχνολογία και πόσο συμπεριληπτική, ανοιχτή ή αποκλείουσα ορίζεται η διαδικασία;
  • Πώς προσδιορίζονται και μοιράζονται τα οφέλη της;
  • Τίνος το συμφέρον εξυπηρετεί η συγκεκριμένη ψηφιακή τεχνολογία και οι λειτουργίες της;
  • Υπάρχει κατάχρηση εξουσίας και κίνδυνος ευημερίας, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη ψηφιακή τεχνολογία – είτε από κοινωνικούς λειτουργούς, είτε από άλλους εργαζόμενους;

Στις αρχές Απριλίου 2020, επίσης, η Διεθνής Ομοσπονδία Κοινωνικών λειτουργών (IFSW) εξέδωσε πληροφοριακό  υλικό και οδηγίες, σχετικά με την διαδικασίες λήψης ηθικών αποφάσεων ενώπιον της πανδημικής κρίσης. Μεταξύ των άλλων, υπογραμμίζει ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί θα πρέπει να είναι ενήμεροι για καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο την δική τους ασφάλεια και ατομική προστασία και ότι δεν υποχρεούνται να ασκήσουν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Επίσης, τονίζει το γεγονός ότι ο κοινωνικός λειτουργός ως αρμόδιος επαγγελματίας (και όχι ο εξυπηρετούμενος), έχει πρωτίστως καθήκον και ηθική υποχρέωση να φροντίσει για την σωστή χρήση της τεχνολογίας, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του.  Τέλος, η IFSW  υποστηρίζει την ολιστική διαδικασία λήψης αποφάσεων, για την διαχείριση ηθικών και δεοντολογικών ζητημάτων  στο επαγγελματικό περιβάλλον και προτρέπει τους κοινωνικούς λειτουργούς να λαμβάνουν αποφάσεις, σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες εθνικούς και διεθνείς κώδικες δεοντολογίας, καθώς και τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς των εκάστοτε χωρών.

Η έλευση της πανδημίας του Covid-19, έθεσε για πρώτη φορά την ψηφιακή τεχνολογία σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιμετώπιση των νέων υγειονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, που προέκυψαν εξαιτίας της εμφάνισης της και στάθηκε αφορμή για την μετατροπή της φυσικής παρουσίας σε ψηφιακή παρουσία, σχεδόν σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής. Και στην χώρα μας, η τεχνολογία καθίσταται, πλέον,  αναγκαιότητα λόγω της συνθετότητας των κοινωνικών προβλημάτων και των εξειδικευμένων και εξατομικευμένων παρεχομένων υπηρεσιών, με αφετηρία τις ανάγκες των εξυπηρετουμένων ατόμων ή ομάδων. Ωστόσο, δεν πρέπει να μας διαφύγει το γεγονός ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί πανάκεια για την πρόληψη ή την επίλυση κάθε ατομικού ή κοινωνικού προβλήματος, ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μοναδικό μέσο επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, παρά τις διαδραστικές και αλληλεπιδραστικές ιδιότητες που διαθέτει. Παραδοσιακά, η φυσική παρουσία και επαφή υπήρξε πρωταρχικός παράγοντας για θετική αλληλεπίδραση στις ανθρώπινες σχέσεις στην πρακτική της Κοινωνικής Εργασίας και ως τέτοιος, θα πρέπει να παραμείνει και στην μετά εποχή της πανδημίας Covid-19. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι επ’ ουδενί, η τεχνολογία δεν θα πρέπει να υποκαταστήσει την ανθρώπινη επαφή και την δια ζώσης επικοινωνία στην αλληλεπίδραση κοινωνικού λειτουργού-εξυπηρετούμενου, αλλά, αντιθέτως, να διευκολύνει αυτήν την σχέση να διατηρήσει και μάλιστα να ενισχύσει περαιτέρω τα ποιοτικά της στοιχεία. Μόνο ως συμπληρωματική, λοιπόν, θα μπορούσαμε να εκλάβουμε την χρήση της τεχνολογίας στο τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών. Και αυτό διότι, παρά τους περιορισμούς για τήρηση της φυσικής απόστασης (physical distancing) λόγω υγειονομικής κρίσης, οι άνθρωποι είναι γενετικά κοινωνικά όντα και, ως τέτοια, θα συνεχίσουν να επιδιώκουν την φυσική επαφή και την κοινωνική συναναστροφή και υποστήριξη, για την διασφάλιση της ψυχοσωματικής τους υγείας και ευεξίας.

Αυτό που επείγει να γίνει, με αφορμή την πανδημική κρίση, είναι η μελέτη, ο σωστός σχεδιασμός και η εφαρμογή κατάλληλων πρωτοκόλλων για εξ αποστάσεως εργασία (υπηρεσίες τηλεσυμβουλευτικής και υποστήριξης) και θεσμοθετημένων διαδικασιών, αναφορικά με την χρήση των νέων τεχνολογιών και ψηφιακών μέσων, σε όλους τους τομείς άσκησης της Κοινωνικής Εργασίας στην χώρα μας, συμπεριλαμβανομένης της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, με έμφαση στον ψηφιακό ανθρωπισμό και την υπεράσπιση και ενίσχυση της αυτονομίας του ατόμου και της θεσμικής περιφρούρησης των δικαιωμάτων του, μέσα στην ψηφιακή εποχή. Προς αυτήν την κατεύθυνση, σημαντικό ρόλο καλούνται να διαδραματίσουν οι Σχολές Κοινωνικής Εργασίας, μέσα από την κατάλληλη εκπαίδευση των φοιτητών/τριων σε θέματα ψηφιακής τεχνολογίας και την ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας (χωρίς αποκλεισμό από την συμμετοχή στα κοινά), με την αναθεώρηση των προγραμμάτων σπουδών τους και την  καλλιέργεια δεξιοτήτων κριτικής σκέψης (critical thinking skills) για την αποφυγή ή την έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση των  ηθικών και δεοντολογικών προκλήσεων και κινδύνων (π.χ. εμπιστευτικότητα, προστασία προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικότητα στο ψηφιακό περιβάλλον, κλπ.), που ενέχει η χρήση της στην εκπαίδευση (π.χ. διαδικτυακή μάθηση, ψηφιακές πολυμεσικές εφαρμογές, χρήση e-portfolio στην πρακτική άσκηση),  το εργασιακό περιβάλλον (ψηφιακές πλατφόρμες, διαχείριση των big data) και τους αποδέκτες των ψηφιακά παρεχόμενων κοινωνικών υπηρεσιών. Με αφορμή τα παραπάνω, οι McAuliffe και Nipperess (2017) επισημαίνουν, ότι τα περισσότερα προβλήματα ηθικής και δεοντολογικής φύσης, που προκύπτουν στην πρακτικής της Κοινωνικής Εργασίας απορρέουν από την έλλειψη γνώσης σχετικά με την ορθή χρήση των ψηφιακών εργαλείων και των  ψηφιακών εφαρμογών, την άγνοια ή/και την έλλειψη, θα πρόσθετα, της σχετικής νομοθεσίας και των κανονισμών, καθώς και την έλλειψη γνώσης και επίγνωσης του λεγόμενου «επαγγελματικού εαυτού» σε διαδικτυακά περιβάλλοντα (και όχι μόνο σε φυσικά περιβάλλοντα). Στα πλαίσια αυτά, οι συγγραφείς θέτουν στο επίκεντρο το ερώτημα, που εκφράζει ένα σοβαρό  προβληματισμό σε διεθνές επίπεδο και αφορά τον τρόπο, με τον οποίο οι κοινωνικοί λειτουργοί θα πρέπει να ενεργούν ώστε να αντιμετωπίζονται  οι  ανισότητες πρόσβασης στην ψηφιακή πληροφορία και γνώση, οι οποίες εμποδίζουν την ισότιμη συμμετοχή των φτωχών και κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων ή ομάδων στην ψηφιακή εποχή, προκειμένου να  απαλειφθεί το λεγόμενο «ψηφιακό χάσμα» (digital divide).

Μπορεί ο ίδιος ο κορονοϊός, να μην έκανε διακρίσεις στα άτομα που ασθένησαν ή πρόκειται να ασθενήσουν, το πολιτικό σύστημα και οι παροικούντες αυτό, όμως, επιβάλλουν πολιτικές  ανισότητας και διακρίσεων οι οποίες πλήττουν, ουσιαστικά, τους πιο αδύναμους και ευάλωτους. Προς τούτο, συνιστάται, οι υπεύθυνοι χάραξης κοινωνικής πολιτικής και οι αρμόδιες επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις να αναθεωρήσουν τη νομοθεσία, τις πολιτικές και τις πρακτικές τους, δίνοντας προτεραιότητα σε κοινωνικές ομάδες που υφίστανται ή κινδυνεύουν με «ψηφιακό αποκλεισμό», καθώς είναι οι πιο ευάλωτες σε διακρίσεις, στιγματισμό ή απομόνωση, συμπεριλαμβανομένων των φυλετικών και εθνοτικών μειονοτήτων, των ηλικιωμένων, των κρατουμένων, των ατόμων με αναπηρία, των μεταναστών και των αστέγων.

 

Πηγές

AASW. (2016). Ethics and Practice Guideline – Providing social work services online / remotely. Ανακτήθηκε από https://www.aasw.asn.au/document/item/6473

BASW. (2020, Μάρτιος). Digital Capabilities Statement for Social Workers. Ανακτήθηκε από https://www.basw.co.uk/digital-capabilities-statement-social-workers

BASW. (2018). BASW Policy: Social Media. Birmingham: BASW. Ανακτήθηκε από https://www.basw.co.uk/system/files/resources/Social%20Media%20Policy.pdf

IFSW. (2020, Απρίλιος). Ethical Decision Making in the Face of Covid-19. Ανακτήθηκε από https://www.ifsw.org/wp-content/uploads/2020/04/Option-A-Ethical-Decision-making-in-the-face-of-COVID-19.pdf

McAuliffe, D., & Nipperess, S. (2017). Ε-Professionalism and the ethical use of technology in social work. Australian Social Work, 70(2), 131–134.

NASW, ASWB, CSWE, & CSWA. (2017). NASW, ASWB, CSWE, & CSWA standards for technology in social work practice. Washington, DC: NASW. Ανακτήθηκε από http:// www.socialworkers.org/includes/newIncludes/ homepage/PRA-BRO-33617.TechStandards_ FINAL_POSTING.pdf

NASW & ASWB. (2005). NASW & ASWB standards for technology and social work practice. Washington, DC: NASW.

Reamer, F.G. (2020, Μάρτιος). Ethical Challenges and Coronavirus. Ανακτήθηκε από https://www.socialworktoday.com/news/eoe_0320.shtml

Reamer, F. G. (2018). Ethical Standards for Social Workers’ Use of Technology: Emerging Consensus. Journal of Social Work Values and Ethics, Vol. 15, No 1. Ανακτήθηκε από https://jswve.org/download/15-2/articles15-2/71-Use-of-technology-JSWVE-15-2-2018-Fall.pdf

Reamer, F.G. (2015, Ιανουάριος/Φεβρουάριος). Ethical Challenges in the Technology Age. Vol. 15, No. 1 P. 14. Ανακτήθηκε από https://www.socialworktoday.com/archive/011915p14.shtml

 

Διαβάστε Επίσης  Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!