Η διαχείριση της επιδημικής κρίσης covid-19 στους προσφυγικούς πληθυσμούς στην Ελλάδα | Κριτική ανάλυση

Συγγραφείς

Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος
Υπ. Δρ. Πολιτικής Υγείας, ΑΠΘ

Νίκος Κουραχάνης
Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ευθυμία Μακρίδου
Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια GTM-CNRS (Γαλλία)

 

Εισαγωγή

Η εθνική πολιτική υγείας και στέγασης προσφύγων, ως μέρος της ευρύτερης πολιτικής υποδοχής προσφύγων στη χώρα μας, είχε ήδη πριν από την πανδημία χαρακτηριστικά διαχείρισης «κρίσης», δηλαδή έκτακτης και απειλητικής κατάστασης που, ως τέτοια, ήγειρε ζητήματα ασφάλειας. Η κατεύθυνση αυτή έδωσε στην πολιτική υγείας και στέγασης χαρακτήρα «υπολειμματικότητας», δηλαδή διαχείρισης ενός κοινωνικού ζητήματος με όρους «ακραίας φτώχειας», μέσω της αξιοποίησης Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και της ανάδειξης υπηρεσιών «έκτακτης ανάγκης» (κοινωνικά συσσίτια, υπηρεσίες αστέγων, κ.α.), δομών διακριτών από τις υπηρεσίες υγείας και στέγασης που απευθύνονται στον γενικό πληθυσμό. Στη σημερινή έκτακτη συνθήκη της πανδημίας, με τη στεγαστική αυτοπροστασία να αναδεικνύεται σε μείζον μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας για τον γενικό πληθυσμό, πάνω ακόμα και από την ενίσχυση του εθνικού συστήματος υγείας, τι είδους κοινωνική προστασία εγγυώνται η πολιτική υγείας και η στεγαστική πολιτική στους πρόσφυγες ως «ακραία φτωχούς»;

Όπως συμβαίνει σε κάθε πανδημία, η αξιολόγηση των μέτρων πρόληψης για την αντιμετώπιση του COVID-19 στον γενικό πληθυσμό είναι πιθανό να παραγνωρίζει διακρίσεις και ανισότητες (α) ως προς την έκθεση συγκεκριμένων τμημάτων του πληθυσμού σε παράγοντες κινδύνου, (β) ως προς την κοινωνική ευαλωτότητά τους και (γ) ως προς την έγκαιρη πρόσβασή τους σε ποιοτική φροντίδα υγείας.

Ήδη πριν από την έναρξη της πανδημίας ήταν γνωστό πως, σε ό,τι αφορά τα μεταδιδόμενα νοσήματα γενικά, η θνησιμότητα εμφανίζεται παγκοσμίως υψηλότερη σε προσφυγικούς και μεταναστευτικούς πληθυσμούς, σε σχέση με τους γηγενείς. Το γεγονός αποδίδεται σε φαινόμενα στεγαστικού αποκλεισμού, όπως η στεγαστική υπερπληρότητα (housing overcrowding) ή οι επιβλαβείς για την υγεία συνθήκες στέγασης, καθώς και στον αποκλεισμό από κοινωνικές υπηρεσίες, όπως οι υπηρεσίες υγείας. Oι παράγοντες αυτοί υποδεικνύουν διακρίσεις και ανισότητες σχετικές με τις συνθήκες διαβίωσης στις χώρες υποδοχής.

Τούτων δοθέντων, η αντιμετώπιση μιας Έκτακτης Κατάστασης Δημόσιας Υγείας Διεθνούς Μέριμνας (Public Health Emergency of International Concern, PHEIC), όπως ο COVID-19, υπό το πρίσμα πρωτίστως της διεθνούς διάδοσης της νόσου, και τελικά της απειλής για την ασφάλεια, είναι πιθανό να συγκαλύπτει διακρίσεις και ανισότητες στο εσωτερικό των κοινωνιών: τη μη συμπερίληψη προσφύγων και μεταναστών στα εθνικά σχέδια αντιμετώπισης της πανδημίας, τον στιγματισμό τους και τη μη εφαρμογή διεθνών προτύπων φροντίδας υγείας και στέγασης από μέρους των εθνικών κυβερνήσεων. Οι ανισότητες και οι διακρίσεις αυτές συνδέονται είτε με την προτεραιοποίηση, έναντι της δημόσιας υγείας, της εθνικής κυριαρχίας και της «ασφάλειας», ενόψει απειλής (securitization), είτε με την επιλεκτική αποφόρτιση των συστημάτων υγείας, προκειμένου η πολιτική υγείας και η κοινωνική πολιτική γενικότερα να μην λειτουργήσουν ως «παράγοντες έλξης» (pull factors) προσφύγων και μεταναστών στις χώρες υποδοχής

 

το σύνολο της μελέτης εδώ >>

 

Πηγή: Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος Δ, Κουραχάνης Ν, Μακρίδου Ε. Εξαίρεση των προσφύγων από την εθνική στρατηγική αντιμετώπισης του COVID-19 Έκθεση 2020.3. Θεσσαλονίκη: ΚΕΠΥ – Κέντρο Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. 2020.

 

Διαβάστε Επίσης  Επιστολή της ΑΡΣΙΣ για το Πρόγραμμα ESTIA II

There are no comments

Join the conversation

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


error: Content is protected !!