Η κουλτούρα της στέγασης στους/στις πρόσφυγες: τα αγκάθια της μετάβασης από το καθεστώς της «προστασίας» στην «αυτονομία»

 Άρθρο/Κείμενο του Ερβίν Σέχου

πρώην εργαζόμενου σε Μ.Κ.Ο.

υποψήφιου διδάκτορα στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας

του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Την περίοδο της έξαρσης ανθρωπιστικών παρεμβάσεων από διεθνείς και ντόπιες Μ.Κ.Ο. στην Ελλάδα, αναζητώντας εργασία, όπως χιλιάδες άλλοι, επέλεξα να κάνω αίτηση σε μια διεθνή Μ.Κ.Ο. Από την προκήρυξη που είχε αναρτηθεί στο διαδίκτυο κατάλαβα ότι πρόκειται για ένα ενταξιακό πρόγραμμα που αφορούσε τους τομείς στέγασης και εργασιακής αποκατάστασης αναγνωρισμένων προσφύγων και όχι αιτούντων/ουσών άσυλο. Με την πρόσληψη μου έγινε εξαρχής γνωστό ότι το αντικείμενο της δουλειάς που αναλάμβανα ήταν συγκεκριμένα η υποστήριξή τους στο θέμα της στέγασης. Τα βασικά και επιμέρους καθήκοντά μου ως υπάλληλος στέγασης [shelter officer] είχαν να κάνουν με όλο το φάσμα των ζητημάτων που σχετίζονται με τον συγκεκριμένο στόχο: οργάνωση εκπαιδευτικών σεμιναρίων σε αναγνωρισμένους/ες πρόσφυγες με ενημερώσεις και παροχή πληροφοριών γύρω από το νομικό πλαίσιο (για παράδειγμα οι διμερείς υποχρεώσεις/δικαιώματα όπως αυτά προβλέπονται σε ένα μισθωτήριο μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή) αλλά και σχετικά με τις πρακτικές διευθετήσεις  αναφορικά κυρίως με τους τρόπους εύρεσης διαμερίσματος. Στην πράξη ήταν απαραίτητο ο/η υπάλληλος της οργάνωσης να παρίσταται την ώρα της υπογραφής του συμβολαίου με τους ιδιοκτήτες, να συναντιέται στο γραφείο με τους/τις πρόσφυγες για να καταγραφούν προτεραιότητες, ανάγκες και επείγοντα θέματα σχετικά με τη στέγαση – για τα υπόλοιπα  απευθύνονταν σε άλλες υπηρεσίες, και τέλος να διαμεσολαβεί για να βρεθεί το διαμέρισμα. Σε όλες τις παραπάνω διαδικασίες προέκυπταν από την καθημερινότητα προκλήσεις στις οποίες έπρεπε να δοθούν απαντήσεις.

  Επομένως δεν επρόκειτο για ένα μονοδιάστατο αντικείμενο της εργασίας, εφόσον το προφίλ της συγκροτούνταν γύρω από τρεις άξονες. Ο πρώτος ήταν η καθημερινή σχέση με τους/τις πρόσφυγες τόσο στο γραφείο όσο και στον δρόμο, μια και αναζητούσαμε μαζί διαμερίσματα ή είχαμε συναντήσεις με ιδιοκτήτες και μεσιτικά γραφεία. Το δεύτερο επίπεδο αφορούσε τη σχέση, τις επαφές και την επικοινωνία με ιδιοκτήτες, μεσιτικά γραφεία, ακόμη και με εταιρείες διαχείρισης πολυκατοικιών ή άλλες μεγάλες ξένες και ελληνικές εταιρείες που τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους στον χώρο της εκμετάλλευσης ακινήτων. Το τρίτο μέρος περιελάμβανε τη δική μας επιμόρφωση ως προσωπικού με εκπαιδευτικά σεμινάρια, τη διεκπεραίωση γραφειοκρατικών υποχρεώσεων, την αποστολή e-mail, την οργάνωση συντονιστικών συναντήσεων με σκοπό τον καθορισμό του καθημερινού οργανογράμματος, τον εντοπισμό προβλημάτων και την παραγωγή αποτελεσμάτων. Στο παραπάνω πλαίσιο οι εργαζόμενοι/ες καλούμασταν ουσιαστικά να ορίσουμε στρατηγικές καθημερινής ένταξης ξεκινώντας από τη στέγαση. Η εστιασμένη αναφορά μου σε αυτή γίνεται επειδή ο συγκεκριμένος τομέας αποτελεί σημείο αιχμής και πεδίο χάραξης πολιτικών με την εμπλοκή πολλών μερών και παραγόντων: Μ.Κ.Ο., δημόσιες  υπηρεσίες, αρμόδια υπουργεία, άλλες διεθνείς οργανώσεις, μεσιτικά γραφεία, εταιρείες διαχείρισης πολυκατοικιών, ιδιοκτήτες, καταλήψεις και αλληλέγγυες δράσεις, σωματεία και σύλλογοι. Με άλλα λόγια πρόκειται για εκείνον τον «τόπο» όπου ευρύτερες δράσεις συναντώνται με την παραγωγή λόγου.

  Το πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχα ήταν ένα νέο εγχείρημα που έβαζε στο τραπέζι καινοτόμες ιδέες, κατά κύριο λόγο σχετικές μάλλον με την ένταξη παρά με την προστασία. Ως τέτοιο απείχε ως προς την προοπτική, τον σκοπό, τις πρακτικές λειτουργίες και την πολιτική που διέπει τις δομημένες αρχές των προγραμμάτων στέγασης[1]: αυτά θέτουν στο επίκεντρο το θέμα της προστασίας των ευάλωτων ανθρώπων θεωρώντας τους ξεχωριστή κατηγορία («αιτούντες/ούσες άσυλο»). Επομένως δεν λαμβάνουν εξαρχής σοβαρά υπόψη διαδικασίες κοινωνικής ένταξης, γεγονός που εξηγεί γιατί η στέγαση δεν συνδέθηκε με ανάλογες πολιτικές[2]. Είναι λοιπόν αναμενόμενο να μην μπαίνουν επιτακτικά θέματα που σχετίζονται, για παράδειγμα,  με την παροχή βοήθειας στις συναλλαγές με τις δημόσιες υπηρεσίες ώστε οι αιτούντες άσυλο να είναι προετοιμασμένοι ή με την ενημέρωση και τη διάχυση πληροφοριών ώστε να αποκτήσουν γνώση για τα θέματα στέγασης[3].      

  Εύλογα το πρόγραμμα στο οποίο εργαζόμουν κατακλυζόταν ως νέο εγχείρημα με καθημερινές προκλήσεις, στη συνέχεια όμως στοιχεία του αναθεωρούνταν, αναπροσδιορίζονταν και όσα θέματα είχαν τεθεί από την αρχή ξανασυζητούνταν πιο συγκεκριμένα. Αυτά είναι προφανώς προκλήσεις που απαντούν σε δράσεις σχετικές με την ένταξη, η μορφή της οποίας καθορίζεται από αρκετούς παράγοντες και μεταβλητές. Μια από τις αναθεωρήσεις προέκυψε από την ίδια τη διαδικασία ανεύρεσης διαμερισμάτων ακριβώς επειδή στη διάρκειά της δημιουργήθηκαν ερωτήματα του τύπου: Με ποιον τρόπο θα βρεθούν τα διαμερίσματα; Πόσο εμπλέκονται οι ίδιοι οι  πρόσφυγες σε αυτήν τη διαδικασία και σε ποιον βαθμό υποστηρίζονται από την οργάνωση[4]; Με ποιον τρόπο θα γίνει η μετεγκατάστασή τους; Επιθυμούν ή όχι τη συγκατοίκηση[5]; Ποια είναι τα όρια της δικής μας παρέμβασης και διαμεσολάβησης; Εφόσον μιλούσαμε με όρους ένταξης και όχι προστασίας, η ανησυχία μας ήταν να κατανοήσουμε τη σημασία της οριοθέτησης των δικών μας πρακτικών ώστε αυτές να μην υπερβαίνουν και να μη διαπλέκονται με τις δικές τους στο πεδίο των δράσεων και των ενεργειών. Σε τελική ανάλυση τον δικό τους λόγο θεωρούσαμε πρωταρχικό και καθοριστικό στην καθημερινή προσπάθεια.

  Η δική μου ενασχόληση με αυτό το αντικείμενο ξεκίνησε περίπου έναν μήνα πριν την έκδοση μιας σχετικής με το ζήτημα υπουργικής απόφασης[6]. Η τελευταία προέβλεπε συν τοις άλλοις και την παύση των παροχών μετά την παρέλευση έξι μηνών από την επίδοση της απόφασης με την οποία πιστοποιείται ότι ο άνθρωπος που ζητά άσυλο δικαιούται διεθνή προστασία (προφανώς η απόφαση αφορούσε τις περιπτώσεις στέγασης σε διαμερίσματα και σε άλλους χώρους υποδοχής στο πλαίσιο του προγράμματος ESTIA). Ήταν ακριβώς η περίοδος κατά την οποία δημιουργήθηκε μεγάλη αναστάτωση σε οικογένειες και μεμονωμένα άτομα που ήταν αναγνωρισμένοι πρόσφυγες και θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τον χώρο διαμονής τους, εφόσον υπάγονταν στο πρόγραμμα αυτό. Μάλιστα, υπό τον φόβο ότι ενδεχομένως να μην παραχωρήσουν το διαμέρισμα, προβλεπόταν ως κίνητρο ένα χρηματικό ποσό ώστε να το αφήσουν εμπρόθεσμα, δηλαδή μέσα στο  χρονικό όριο που τους δινόταν πριν την επικείμενη έξωση. Ανάλογα με τον αριθμό των μελών της κάθε οικογένειας τα χρήματα αντιστοιχούσαν σε επιδόματα τριών μηνών,  με αποτέλεσμα οι ίδιοι πρόσφυγες να αναλάβουν πρωτοβουλία ανεύρεσης τρόπων ή εναλλακτικών λύσεων για την εξασφάλιση στέγης. Μετά την παραπάνω εξέλιξη οι όποιες ευθύνες για την υλοποίηση μιας στοιχειώδους στεγαστικής πολιτικής πέρασαν στους/στις υπάλληλους των Μ.Κ.Ο. και δημιουργήθηκε μια άνευ προηγουμένου κατάσταση που είχε σοβαρό αντίκτυπο στις προσπάθειες των αναγνωρισμένων προσφύγων  για την ένταξη και την ομαλή συνέχιση της ζωής τους. Οι εξώσεις πλαισιώθηκαν από καθεστώς βίας και διαμορφώθηκε το έδαφος για «ένταξη υπό πίεση[7]». Με αυτόν τον τρόπο όμως συντελείται ο απότομος αποχωρισμός από το καθεστώς της προστασίας και μια τέτοια συνθήκη προφανώς δημιουργεί στρες, αναστάτωση και άγχος στους ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη ακριβώς επειδή δεν τους δίνεται το περιθώριο να προβλέψουν και να προετοιμαστούν για τις επόμενες κινήσεις τους. Φυσικά, το πέρασμα από τη μια συνθήκη στην άλλη, από το πλαίσιο της προστασίας σε αυτό της αυτονομίας και της αυτενέργειας, καταγράφεται ως ενδεδειγμένο μόνο από όσους επιμένουν να υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι γίνονται «πιο αποδοτικοί» όταν λειτουργούν υπό καθεστώς πίεσης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν αναμενόμενο ότι η πίεση θα μεταφερόταν ξανά στους ανθρωπιστικούς μηχανισμούς διαμεσολάβησης επειδή σε αυτούς είχαν εναποθέσει τις προσδοκίες τους οι αιτούντες/ες άσυλο και πρόσφυγες  και με αυτούς είχαν δημιουργήσει σχέσεις σε καθημερινό επίπεδο κυρίως από το 2015 και μετά. Επομένως η πολιτεία παρήγε ένα είδος «ανέφικτης» πολιτικής και ασκώντας πίεση προς το ανθρωπιστικό καθεστώς το «τροφοδοτούσε» με την υποχρέωση εκείνο να αναλάβει δράση, να πάρει μέτρα και να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα των δικών της επιλογών. Το τελευταίο με τη σειρά του επιδίωκε να βρει τα κονδύλια για να παρέχει υπηρεσίες σε διαφορετικά πεδία. Έτσι οι πρόσφυγες, από τη στιγμή που λάμβαναν την επιστολή της έξωσης, έσπευδαν να έρθουν σε επαφή και να κινητοποιήσουν τα δικά τους φιλικά ή συγγενικά δίκτυα, γνωστούς από άλλες οργανώσεις με τους οποίους είχαν έρθει σε επαφή στο παρελθόν, ξένους εθελοντές και ΜΚΟ που παρείχαν υπηρεσίες για θέματα στέγασης. Είχαν ανάγκη να μάθουν τι εναλλακτικές λύσεις υπήρχαν και ποιες οργανώσεις μπορούσαν να συνεχίσουν να τους υποστηρίζουν.

  Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αναζήτησης το πρόγραμμα στο οποίο εργαζόμουν βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος οικογενειών με μικρά παιδιά (μονογονεϊκών και μη), μεμονωμένων ηλικιωμένων ατόμων, ανθρώπων με χρόνια προβλήματα υγείας. Στα μάτια τους διαγράφονταν η απελπισία, η απαισιοδοξία και η ταπείνωση. Βασική έγνοια ήταν τα παιδιά τους, η αναστάτωση και η ανατροπή της δικής τους πραγματικότητας, ειδικά εφόσον αυτά είχαν πλέον αρχίσει να εντάσσονται στην καθημερινότητα μέσω του σχολείου. Αυτή η κατάσταση έθεσε σε δοκιμασία και τις δικές μας αντοχές και τη δυνατότητα ανταπόκρισης στις ευθύνες που καλούμασταν να αναλάβουμε. Ξεκίνησε λοιπόν ο Γολγοθάς ανεύρεσης διαμερισμάτων – σε μια εποχή μάλιστα που η αγορά και ενοικίαση ακινήτων είχαν υποστεί ριζική αναδιαμόρφωση με την ευρεία διάδοση της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων και σε συνθήκες ακραίου ανταγωνισμού συμφερόντων. Οτιδήποτε είχαμε σχεδιάσει να κάνουμε στο πλαίσιο της δουλειάς μας έπρεπε να αναθεωρηθεί πάραυτα και να προσαρμοστεί στα δεδομένα της συγκυρίας, ενώ ταυτόχρονα άμεση προτεραιότητα δινόταν στην εύρεση διαμερισμάτων. Ο βασικός προβληματισμός ήταν πώς θα μπορέσουμε να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου εύκολη υπόθεση: έπρεπε πρώτα να συνειδητοποιήσουν και ύστερα να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα μιας πραγματικότητας που από τα πρώτα βήματα της ζωής τους σε ένα νέο κοινωνικό περιβάλλον θα πρέπει να μάθουν να την αντιμετωπίζουν – πολύ περισσότερο εφόσον η εργασία και η στέγαση, κεντρικοί πυλώνες επιβίωσης, αποτελούν τις δύο βασικές μορφές καθημερινής ένταξης και προσαρμογής. Ήταν λοιπόν εκείνη η στιγμή που άρχισα ουσιαστικά να τους ενημερώνω για τους διάφορους τρόπους ανεύρεσης σπιτιών, να τους ενδυναμώνω εστιάζοντας στις προσπάθειες που κάνουν, να ζυγίζω τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες τους και να εκτιμώ τον βαθμό της προσωπικής τους κινητοποίησης. Ένα ακόμη καθήκον  ήταν να ξεκινώ τη μέρα μου παίρνοντας τηλέφωνα και κλείνοντας ραντεβού με ιδιοκτήτες και μεσίτες, αλλά τα αποτελέσματα ήταν πολύ αποθαρρυντικά και συχνά απελπιστικά.

  Στο σημείο αυτό είναι αναπόφευκτη και απαραίτητη μια σύντομη αναφορά στο παρελθόν της κουλτούρας στέγασης μέσα από μια οπτική σύγκρισης. Για τους ξένους το ψάξιμο σπιτιού είναι διαχρονικά σωστή μάστιγα, ένας εφιάλτης που τους ακολουθεί καθημερινά, μέχρι να βρεθεί στέγη. Ξέρουν όμως ότι μέσα στη διαρκή ρευστότητα που τους περιβάλλει θα υποχρεωθούν να ξαναπιάσουν το νήμα της αναζήτησης σε μια επόμενη φάση, όταν για διάφορους λόγους θα πρέπει να αφήσουν και πάλι το σπιτικό τους. Λόγω διαφορετικών παραμέτρων και παραγόντων οι μετανάστες είναι η κοινωνική ομάδα που υποχρεώνεται να αλλάζει συνεχώς διαμερίσματα. Ειδικά στη δεκαετία του ’90, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο η μεγάλη προσφορά διαμερισμάτων, αλλά η εποχή κουβάλαγε ένα αντιφατικό χαρακτηριστικό: αφενός αποκλείονταν συχνά οι μετανάστες ακριβώς λόγω αυτής της ταυτότητάς τους και αφετέρου διαμορφωνόταν μια ιδιαίτερη σχέση και επαφή με τον ιδιοκτήτη ή την ιδιοκτήτρια – όπου αυτό ήταν εφικτό. Σήμερα η σχέση αυτή έχει χάσει έδαφος και συνήθως στη θέση των ιδιοκτητών βρίσκονται ως διαμεσολαβητές μεσιτικά γραφεία και εταιρείες εκμετάλλευσης ακινήτων. Αυτοί έρχονται σε επικοινωνία με ενοικιαστές ή Μ.Κ.Ο. που ενδιαφέρονται να νοικιάσουν διαμερίσματα για λογαριασμό αιτούντων/ουσών άσυλο ή αναγνωρισμένων προσφύγων. Κατά κάποιον τρόπο τόσο οι εταιρείες όσο και οι Μ.Κ.Ο. ασκούν καθήκοντα μεσιτείας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Οι βασικοί ωστόσο συντελεστές αυτής της διάδρασης, δηλαδή οι πρόσφυγες από τη μια και οι ιδιοκτήτες/τριες των σπιτιών από την άλλη, παραμένουν σχεδόν αόρατοι. Τα πράγματα εξελίσσονται μέσα σε μια τυπική διαδικασία, όπου υπερισχύει και λαμβάνεται ως δεδομένο το υπογεγραμμένο συμβόλαιο με τις αντίστοιχες δεσμεύσεις. Όμως στην πραγματικότητα μπορούμε να κάνουμε λόγο απλώς για μια επαφή των συμβαλλόμενων μερών, τοποθετημένη εντός ενός αυστηρά φορμαλιστικού πλαισίου με απολύτως διακριτά όρια και, το λιγότερο, ανεπαρκή. Αντιθέτως, ένα από τα βασικά στοιχεία του παρελθόντος ήταν η οικοδόμηση της μεταξύ τους σχέσης, μέσω της οποίας η συμπεριφορά και η δράση της κάθε πλευράς γινόταν πιο κατανοητή επειδή αποκαλυπτόταν από τις αντιδράσεις, τη γλώσσα του σώματος, τον βαθμό επικοινωνίας και αλληλοεκτίμησης. Η εικόνα έπαιζε τον ρόλο της, εφόσον η διαμόρφωση του κατάλληλου κλίματος τόσο για μια θετική έκβαση όσο και για μια αμοιβαία σχέση εξαρτιόταν από το πώς θα πρέπει κάποιος να παρουσιαστεί, πώς «θα πείσει», με ποια λόγια θα απευθυνθεί. Αυτή η συνθήκη εμπεριέχει και μια ηθική διάσταση που βασίζεται στην έννοια της εμπιστοσύνης, της συμπάθειας και της ανθρωπιάς, μεταβλητές που πλέον δεν μπορούμε σήμερα να τις  παρατηρήσουμε καθώς απουσιάζουν από τη «σκηνή».

   Όταν λέμε ότι η εργασία και η στέγαση αποτελούν βασικούς πυλώνες στη διαδικασία ένταξης, αυτό στην πράξη σημαίνει ότι με την ιδιότητα του ενοικιαστή οι μετανάστες/στριες, οι πρόσφυγες και οι εργάτες/τριες αναμετρώνται με δύο εξουσίες, αυτή του εργοδότη και αυτή του ιδιοκτήτη, οι οποίες καθορίζουν την καθημερινότητά τους. Έτσι λοιπόν, παρά την αφθονία στην προσφορά διαμερισμάτων κατά τη δεκαετία του ’90, σε γενικές γραμμές οι πόρτες τους παρέμεναν κλειστές για τους μετανάστες και τις μετανάστριες (τότε ο αριθμός τους υπερτερούσε έναντι των προσφύγων) με εξαίρεση τα υπόγεια και ημιυπόγεια διαμερίσματα. Εκείνα τα χρόνια  οι ενδιαφερόμενοι περίμεναν τη σειρά τους έξω από τηλεφωνικούς θαλάμους σε διάφορες γειτονιές για να καλέσουν δεκάδες αριθμούς, ελπίζοντας ότι θα καταφέρουν να κλείσουν ένα ραντεβού. Σχεδόν πάντα ακουγόταν η πανομοιότυπη ερώτηση: «Από πού είσαι;» – ερώτηση που συνοδευόταν εν είδει διευκρίνισης από τη στερεοτυπική συμπλήρωση: «Δεν το δίνω σε ξένους!». Κάπως έτσι και μέσα από τις παραπάνω δυσκολίες η επαφή με τον ιδιοκτήτη ή την ιδιοκτήτρια αποκτούσε μυθικές διαστάσεις κι έφτανε μια θετική ανταπόκριση από την άλλη άκρη της γραμμής για να νιώσουν ελπίδα και αισιοδοξία. Ακολουθούσε το επόμενο και αναμενόμενο βήμα: η συνάντηση. Ωστόσο η εμφάνιση μπροστά στον ιδιοκτήτη του πολυπόθητου σπιτιού έμοιαζε να ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι πρόκειται για κάποιον που ελέγχει τη ζωή του ξένου, και όλα  εξαρτιόντουσαν  από το τι θα του πει, πώς θα το πει και από το «με τι μάτι θα τον πάρει». Επομένως δεν ήταν υπόθεση μιας απλής ανταλλαγής και υπογραφής σύμβασης – πολύ περισσότερο που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το συμβόλαιο δεν αποτυπωνόταν σε έγγραφο με νομική υπόσταση, ήταν ανύπαρκτο ως τέτοιο. Μέσα στη σχέση καταλάβαινες ότι ο/η ιδιοκτήτης/τρια είχε απαιτήσεις και πονούσε την «ιδιοκτησία» μιας και συχνά εκεί είχε μεγαλώσει ο ίδιος/η ίδια και τα παιδιά του/της· επομένως ήταν χώρος γεμάτος από εκείνες τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις που μας συνοδεύουν για μια ζωή. Επιπλέον συνήθως δεν επρόκειτο για ανθρώπους που εκμεταλλεύονταν τα ακίνητά τους κατ’ επάγγελμα, δεν ήταν μεσίτες. Η στιγμή πάντως που έδινε το χέρι και δεχόταν να παραχωρήσει το σπίτι δεν σηματοδοτούσε και την αποποίηση οποιουδήποτε δικαιώματος ανάμειξης σε αυτό: πάντα θα ήθελε να δει τι κάνουν «οι νοικάρηδες», ειδικά εφόσον «έδινε το σπίτι σε ξένους». Η δυσκολία στην ενοικίαση δημιουργούσε και την ανάγκη να εξασφαλιστεί από μέρους των ξένων η συνέχεια αυτής της σχέσης· η αρχή γινόταν συχνά με τη διαμεσολάβηση δικών τους συγγενών και φίλων, ακόμη και με την εμπλοκή ενός ομοεθνή του σπιτονοικοκύρη ή της σπιτονοικοκυράς – ακόμα καλύτερα αν ήταν ο εργοδότης του μετανάστη. Με αυτόν τον τρόπο διευκολυνόταν η πρόσβαση επειδή δινόταν μια άτυπη εγγύηση αυξημένου κύρους: «Είναι καλό παιδί». Κι αυτό συνεπαγόταν ότι «οι νοικάρηδες» όφειλαν, μετασχηματίζοντας –ει δυνατόν– την ίδια τους την ύπαρξη, να μάθουν να απευθύνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή ευγένεια, ώστε να διατηρήσουν τις θετικές συστάσεις και την «καλή πρώτη εντύπωση». Φυσικά ποίκιλαν οι τρόποι εύρεσης σπιτιών και ο καθένας τους παρείχε ενός ορισμένου βαθμού επιτυχία: ελάχιστη, μικρή ή αξιόλογη. Οι μνήμες είναι ζωντανές για όλους όσοι έχουν βρεθεί στην θέση να αναζητούν σπίτια για ενοικίαση, να τριγυρνούν στις γειτονιές για να σημειώσουν τα τηλέφωνα των ιδιοκτητών από τα ενοικιαστήρια – κολλημένα στις κολώνες της ΔΕΗ ή στις εισόδους των πολυκατοικιών. Κάποτε κάποτε έβρισκαν και περίπτερα γεμάτα με τις αυτοκόλλητες επιγραφές κι ήταν ευτυχής συγκυρία όταν αντίκριζαν πάνω τους ολόκληρη τη διεύθυνση· χωρίς να χάσουν χρόνο κύκλωναν την περιοχή, εντόπιζαν το μέρος, κατέφταναν στον συγκεκριμένο δρόμο και αριθμό. Άλλοτε περιφέρονταν παρατηρώντας τη γειτονιά κι όταν στον κοντινό δρόμο έβλεπαν μαγαζιά, περίπτερο ή φούρνο, αμέσως ρωτούσαν αν ήξεραν για το σπίτι που νοικιαζόταν. Ξεκινώντας τη συζήτηση με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, διέκριναν δεκάδες φορές ίχνη δυσαρέσκειας, αδιαφορίας ή καταλάβαιναν ότι δεν θα είχε καλή έκβαση για τους ίδιους, και τότε έσπευδαν να  διαλύσουν τους ενδοιασμούς και να καθησυχάσουν τους όποιους φόβους.  Προσπαθούσαν σε σπαστά ελληνικά να επαινέσουν τους εαυτούς τους καθησυχάζοντας τους ιδιοκτήτες για τη φροντίδα και την αφοσίωση που θα έδειχναν στο διαμέρισμα. Συσσωρεύτηκαν πλούσιες εμπειρίες από τις θετικές και τις αρνητικές εκβάσεις τέτοιων εξορμήσεων, από τις σχέσεις που ξεπήδησαν μέσα από αυτές και αρκετοί ήταν εκείνοι που επωφελήθηκαν στις περιπτώσεις που η επαφή και η επικοινωνία αποκτούσαν ηθικές ή, σπανιότερα, και ανθρώπινες διαπροσωπικές διαστάσεις. Ειδικότερα οι οικογένειες μεταναστών μεριμνούσαν για το σπίτι, ορισμένες φορές, νιώθοντας ότι είναι «φιλοξενούμενοι», το θεωρούσαν «τον ιερό τόπο» του ιδιοκτήτη. Από την πλευρά του εκείνος επιδίωκε, ιδιαίτερα αν έμενε στη γειτονιά, να επισκέπτεται το σπίτι κι όχι μόνο για να ελέγξει, να δει τις ζημιές – αυτό έτσι και αλλιώς ήταν κατοχυρωμένη πρακτική, ή για να υπενθυμίσει με την παρουσία του την καταβολή του ενοικίου: ερχόταν χτυπώντας την πόρτα, ζητούσε συγνώμη για την ενόχληση λέγοντας ότι ήταν περαστικός και οι νοικάρηδες-«φιλοξενούμενοι», τον προσκαλούσανε για καφέ. Οι κουβέντες εξελίσσονταν χαλαρά και σε αρκετές περιπτώσεις η αλληλοβοήθεια ήταν αμοιβαία μέρος αυτής της άτυπης ή και τυπικής σχέσης. Συνέβαινε επίσης κυρίως ηλικιωμένες ιδιοκτήτριες να παραχωρήσουν το διαμέρισμά τους σε οικογένειες μεταναστών με αντάλλαγμα να τις φροντίζουν – αφού οι ίδιες απέφευγαν να ζήσουν σε γηροκομείο, ή ακόμα ακόμα να κληροδοτήσουν («να γράψουν») μετά τον θάνατό τους το σπίτι στην «κοπέλα» που τις φρόντισε. Υπήρχαν και αξιοσημείωτες περιπτώσεις που, όταν προέκυπτε στους μετανάστες η ανάγκη να ψάξουν δουλειά ή να αντιμετωπίσουν ζητήματα υγείας, που απαιτούσαν επίσκεψη σε γιατρό ή σε νοσοκομείο, ή άλλα γραφειοκρατικά θέματα, κάποιοι ιδιοκτήτες και κάποιες ιδιοκτήτριες τηρούσαν εκτιμητέα στάση απέναντί τους: εκδήλωναν τη διάθεση και την προθυμία όχι απλώς να κατανοήσουν τη θέση και τις δυσκολίες τους αλλά και να συνεισφέρουν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Ακόμη κι αν ως μετανάστες και μετανάστριες υπήρξαμε κάποτε δυσαρεστημένοι/ες από τη σχέση μας με τους σπιτονοικοκύρηδες και τις σπιτονοικοκυρές τους, ενδεχομένως τώρα έχουμε φτάσει στο σημείο να νιώθουμε για μια τέτοια σχέση κάποιου είδους ερμηνεύσιμη νοσταλγία. Σήμερα το να αλλάζεις συχνά διαμέρισμα είναι σύνηθες φαινόμενο, η δε μετατροπή του από «σπίτι» σε καθαυτό αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης συμπαρασύρει και την επικοινωνία των συμβαλλόμενων μερών, επιφέρει τη συρρίκνωση των σχέσεων που προαναφέραμε και τους προσδίδει προχειρότητα  και παροδικότητα.

  Συγκρίνοντας λοιπόν αυτό το παρελθόν με την τρέχουσα κατάσταση, για παράδειγμα του 2019, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα και τι διαστάσεις έχουν πάρει. Στην τωρινή πραγματικότητα ακόμη και οι πολλές βόλτες στις γειτονιές θα αποβούν άκαρπες. Τα ενοικιαστήρια είναι εξαιρετικά λίγα, καθώς έχει υπερισχύσει συντριπτικά η πώληση κατοικιών, και σχεδόν άφαντα από τις εισόδους των σπιτιών, μιας κι όσα απομένουν βρίσκονται στις βιτρίνες των μεσιτικών γραφείων. Σπανίζουν και οι ιδιοκτήτες με τους οποίους μπορεί κάποιος να έρθει σε επαφή επειδή –με ελάχιστες εξαιρέσεις– έχουν αναθέσει τη διαχείριση σε μεσιτικά γραφεία, τα έχουν νοικιάσει σε εταιρείες ή τα έχουν παραχωρήσει για βραχυχρόνιες μισθώσεις (Airbnb). Τα μέσα για την ανεύρεση  διαμερισμάτων έχουν πολλαπλασιαστεί, αλλά τα διαθέσιμα προς ενοικίαση διαμερίσματα έχουν λιγοστέψει. Αυτή είναι βασική διαφορά με το πρόσφατο παρελθόν. Στις αναζητήσεις μέσω διαδικτύου διαπιστώνουμε ότι τις πιο πρόσφατες αγγελίες τις έχουν «επισκεφτεί» εκατοντάδες έως χιλιάδες άνθρωποι. Προφανώς η αγορά ακινήτων δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση στην εποχή που διανύουμε, έτσι ενταγμένη στις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού με αποτέλεσμα οι σχέσεις μεταξύ των ιδιοκτητών και ενοικιαστών να διαμεσολαβούνται εξ ολοκλήρου από εταιρείες. Με την προσωπική επαφή συρρικνωμένη η ίδια η σχέση μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών αλλά και οι συνθήκες διαμόρφωσής της έχουν αλλάξει ριζικά: ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που με κόπο το έχτισε ή το αγόρασε, το φρόντισε και έζησε εκεί με την οικογένειά του σταδιακά αποχωρεί από την κεντρική σκηνή και παραδίδει τα κλειδιά σε έναν τρίτο εμπλεκόμενο. Ταυτόχρονα, καθώς οι όροι της διαπραγμάτευσης γίνονται πιο σκληροί και ειδικά στην περίπτωση προσφύγων και μεταναστών/στριών αμιγώς κερδοσκοπικοί, η παραμικρή ελπίδα για τη δημιουργία μίας γέφυρας επικοινωνίας με τον ιδιοκτήτη ή την ιδιοκτήτρια σβήνει.

  Έχοντας πίσω μου αυτές τις εικόνες και τα προσωπικά βιώματα, θέλησα να τα ανακαλέσω με σκοπό όχι απλώς να τα συγκρίνω με όσα φέρνει η τωρινή εποχή αλλά για να κάνω καλύτερα τη δουλειά που μου ανατέθηκε. Έτσι, αποφάσισα να τα αντιμετωπίσω ως συσσωρευμένη γνώση και χρήσιμα εργαλεία, ώστε να επεξεργαστώ με τη βοήθειά τους το σύνολο των σημερινών δεδομένων. Ρίχτηκα λοιπόν εκ νέου στο κυνήγι των διαμερισμάτων όχι πια για τον εαυτό μου αλλά για έναν άνθρωπο που βρισκόταν σε αυτήν τη γνώριμη σε μένα ανάγκη, τον ωφελούμενο, και τον οποίο είχα υποχρέωση να εξυπηρετήσω. Η δική μου προσπάθεια κατά κύριο λόγο εστιαζόταν στο να βρω ιδιοκτήτες/τριες που θα είχαν άμεση σχέση με το διαμέρισμα, θα ενδιαφέρονταν γι’ αυτό προσωπικά αλλά και θα εκτιμούσαν τον ενοικιαστή ή την ενοικιάστρια με σκοπό να αναπτυχθεί μια σχέση αλληλοεκτίμησης. Ως δεύτερη επιλογή είχα την απεύθυνση σε μεσιτική γραφεία και εταιρείες διαχείρισης ακινήτων. Το ζητούμενο ήταν ιδιοκτήτες και μεσίτες να κατανοήσουν το πνεύμα και την πολιτική του προγράμματος, πράγμα καθόλου εύκολο. Σε γενικές γραμμές ήθελαν η οργάνωση να είναι εγγυήτρια ή να υπογράψουν το μισθωτήριο απευθείας μαζί της για το σύνολο του χρόνου ισχύος της σύμβασης – πολιτική που ακολουθούνταν στο πρόγραμμα ESTIA. Για οποιοδήποτε πιθανό πρόβλημα δημιουργούνταν μεταξύ των δύο μερών και αφορούσε το διαμέρισμα ή την πολυκατοικία ήθελαν να είναι η οργάνωση εκείνη που θα αναλάβει την ευθύνη. Ωστόσο κάτι τέτοιο απέκλινε από τη λογική του δικού μας προγράμματος και θα επέτεινε την ευαλωτότητα των αναγνωρισμένων προσφύγων στη σχέση τους με τους ιδιοκτήτες, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δική τους βούληση και πρωτοβουλία: θα καθηλώνονταν στην ταυτότητα του «ωφελούμενου» και του «λήπτη υπηρεσίας». Βέβαια αρκετοί από τους ιδιοκτήτες και μεσίτες με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή έδειχναν να κατανοούν το στρατηγικό πλαίσιο, δηλαδή κατά κύριο λόγο τη δημιουργία και διατήρηση μιας ανεξάρτητης σχέσης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με την οργάνωση να υποστηρίζει τους/τις πρόσφυγες μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Πάντως σε μια γενικότερη αποτίμηση η κριτική θα αφορούσε και τον γραφειοκρατικό κυκεώνα που προκαλεί ταλαιπωρία, δυσαρέσκεια και τελικά αποθαρρύνει τις ενέργειες στο τυπικό κομμάτι των παραπάνω διαδικασιών, καθιστώντας τες περίπλοκες, χρονοβόρες, κουραστικές και επομένως «μη ελκυστικές». Και είναι σημαντικό να τεθεί το ερώτημα αν είναι αποτελεσματικό για τη δράση των Μ.Κ.Ο να λειτουργούν αναμένοντας από τους κατόχους σπιτιών να συμμορφωθούν με τις πρακτικές που οι ίδιες χαράζουν ή να συνυπολογίζουν  στη σύλληψη και στην εφαρμογή τους εκείνους τους γενικούς κανόνες με τους οποίους έχουν εξοικειωθεί οι ιδιοκτήτες και οι ιδιοκτήτριες.

Διαβάστε Επίσης  Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Κινητικότητας 16-22 Σεπτεμβρίου 2020

  Το πρόβλημα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις, που οι πρόσφυγες έρχονταν καθημερινά στο γραφείο για να ρωτήσουν: «Σπίτι για μένα»; Οι πιο κινητοποιημένοι κατέφταναν με λίστες τηλεφώνων. Ακόμη και συνάδελφοι με διαφορετικό αντικείμενο εργασίας είχαν καταπιαστεί με το κυνήγι διαμερισμάτων.

  Στη συνέχεια παρουσιάζω ενδεικτικά τέσσερις περιπτώσεις που μας δείχνουν το εύρος των προβλημάτων που είχαμε να αντιμετωπίσουμε:        

  Μια από τις μέρες έρχεται στο γραφείο ο Μ. και μου απευθύνεται συνεσταλμένα με την απελπισία να διαγράφεται στο πρόσωπό του. Στο ένα του χέρι κρατά την κόρη του, περίπου οχτώ χρονών, και στο άλλο το έγγραφο της έξωσης. Μου δείχνει βουρκωμένος το έγγραφο, στο οποίο διαβάζω:  

«Όπως έχετε ενημερωθεί, οι υπηρεσίες στέγασης, οικονομικής βοήθειας και υποστηρικτών υπηρεσιών που προσφέρονται στο πλαίσιο του προγράμματος ESTIA είναι προσωρινές και προσφέρονται στους αιτούντες άσυλο όπως ορίζεται στις υποχρεώσεις της Ελλάδας στο πλαίσιο της υποδοχής των αιτούντων άσυλο. Επομένως, με βάση την επιστολή του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και της Ύπατης Αρμοστείας του OHE για τους πρόσφυγες στις 29 Μαρτίου 2019 αναφορικά με την έξοδο από το πρόγραμμα ESTIA, η παρεχόμενη υποστήριξη στο πλαίσιο του προγράμματος ESTIA για τα άτομα που έχουν αναγνωριστεί ως δικαιούχοι διεθνούς προστασίας σταματάει σταδιακά. Η εν λόγω διαδικασία έχει ξεκινήσει με τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας οι οποίοι είναι στο πρόγραμμα ESTIA για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, η επόμενη ομάδα δικαιούχων που θα εγκαταλείψουν το πρόγραμμα (συμπεριλαμβανομένων των μελών της πυρηνικής τους οικογένειας) είναι εκείνοι που αναγνωρίστηκαν ως δικαιούχοι διεθνούς προστασίας με απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου πριν  από τις 30 Δεκεμβρίου 2017. Συνεπώς, αφού έχετε αναγνωριστεί από την Υπηρεσία Ασύλου πριν ή στις 30 Δεκεμβρίου 2017 ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας, εμπίπτετε στην ομάδα προς αξιολόγηση για πιθανή έξοδο από το ESTIA. Ωστόσο, λόγω της ευαλωτότητάς σας και μετά από την εν λόγω αξιολόγηση σύμφωνα με τις κατηγορίες και τα κριτήρια που έχουν οριστεί από το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, σας πληροφορούμε ότι απαλλάσσεστε προσωρινά από την έξοδο για τον εξής λόγο:»

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι σε κάθε τέτοιο έγγραφο ο/η πρόσφυγας οφείλει να επιλέξει μια από τις περιπτώσεις που διατυπώνονται ακριβώς παρακάτω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επιλεγμένο είναι το «Οικογένειες με παιδιά που έχουν εγγραφεί στο σχολείο. Η έξοδός σας αναβάλλεται έως 30/06/2019.»    Το έγγραφο αυτό με την ονομασία «Ειδοποίηση σχετικά με την Προσωρινή σας Απαλλαγή από την Έξοδο από το ESTIA», είναι τρίγλωσσο, φέρει το σήμα του ΥΑ/ΟΗΕ (UNHCR), της εκάστοτε οργάνωσης-εταίρου της Ύπατης Αρμοστείας, σε αυτό αναφέρεται επίσης το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, ακολουθεί το όνομα του/της πρόσφυγα και στο κάτω μέρος μπαίνουν οι υπογραφές των εργαζόμενων που εμπλέκονται (κοινωνικός/ή επιστήμονας και διερμηνέας) και του ωφελούμενου ή της ωφελούμενης.      

  Η εικόνα του κοριτσιού να με κοιτά την ώρα που ο πατέρας της έχει σχεδόν καταρρεύσει από την απόγνωση, έκτοτε μου ερχόταν στη μνήμη κάθε μέρα, όσο έψαχνα για διαμερίσματα. Με τον Μ. καθίσαμε ώρες  για να του μάθω τρόπους ανεύρεσης σπιτιού, να τον ενημερώσω για τη σχέση με ιδιοκτήτες και μεσίτες, να δούμε στο διαδίκτυο τις φτηνές περιοχές, τις τιμές, τα υπόγεια και ημιυπόγεια διαμερίσματα ενώ ταυτόχρονα δοκιμάζαμε επιτόπου να παίρνουμε τηλέφωνο για να εξοικειωθεί με τον τρόπο της επικοινωνίας, να καταλάβει πώς πρέπει να απευθύνεται στον ιδιοκτήτη ή στην ιδιοκτήτρια. Το βασικό εμπόδιο ήταν η γλωσσική του ανεπάρκεια στα ελληνικά, και το μέλημά μου ως προς αυτό ήταν να τον απαλλάξω από τις ενοχές και την αμηχανία, να τον ενθαρρύνω να προσπαθήσει να δοκιμάζει να μιλά έστω και με σπαστά ελληνικά. Ήρθε η στιγμή να βρεθούμε με τον ιδιοκτήτη ο οποίος φαινόταν διστακτικός και σκεπτικός. Σε συνεννόηση με τον διερμηνέα αφήσαμε εκείνον τον επικοινωνιακό χώρο που θα επέτρεπε να τα πούνε οι δυο τους, χωρίς δικές μας παρεμβάσεις, ώστε να ξεκινήσει μεταξύ τους μια στοιχειώδης πρώτη επαφή. Ωστόσο κατά τη συνάντηση πολύ γρήγορα διακρίνω και στο πρόσωπο του Μ. μια δυσαρέσκεια καθώς ο διερμηνέας μεταφράζει στα ελληνικά: «Δεν έχει έπιπλα». Εκείνη τη στιγμή, βλέποντας  από τη μια τον δισταγμό του ιδιοκτήτη και από την άλλη τη δυσφορία  του πρόσφυγα, νιώθω ότι το σπίτι μπορεί να χαθεί. Πρέπει φυσικά να επισημάνουμε ότι προφανώς και υπήρχε διαφορά στο δικό μας πλαίσιο υποστήριξης: εδώ πρόκειται για ένα διαμέρισμα, που δεν είναι καν επιπλωμένο, ενώ στο προηγούμενο πρόγραμμα, στην ESTIA, παρεχόταν ένα διαμέρισμα με στοιχειώδη επίπλωση. Ενδεχομένως στο προηγούμενο πρόγραμμα το σύνηθες ήταν να νοικιάζονται διαμερίσματα σε ορόφους, ενώ στο πρόγραμμα που υποστηρίζει την μετάβαση να βρίσκονται και ημιυπόγεια ή υπόγεια διαμερίσματα. Η μεταπήδηση από τη μία κατάσταση στην άλλη εύλογα δημιουργεί δυσαρέσκεια. Ο Μ., όπως άλλωστε κι ο καθένας στη θέση του, υποχρεώνεται σε μια φευγαλέα αναδρομή: επιστρέφει στην αρχική κατάσταση της επιβίωσης, δηλαδή στην αστεγία, μετά σε μια σκηνή, στη συνέχεια σε ένα διαμέρισμα στην ενδοχώρα ενταγμένος πλέον στο πρόγραμμα ESTIA, και τώρα να που κινδυνεύει να μείνει ξανά άστεγος. Η διαδρομή αυτή αναπαράγει δυσφορία, αναστάτωση και απογοήτευση. Τελικά η ιστορία αναζήτησης διαμερίσματος είχε τουλάχιστον για τον Μ. θετική έκβαση, ωστόσο παραμένει ζητούμενο αν θα μπορέσει μετά τη διακοπή της χρηματικής βοήθειας να διατηρήσει το σπίτι του· το ζήτημα της εργασίας είναι πλέον ύψιστης προτεραιότητας.  

  Η περίπτωση της Φ. ήταν διαφορετική. Η ίδια ερχόταν με μια λίστα από τηλέφωνα μεσιτικών γραφείων και ιδιοκτητών και ήξερε να ξεχωρίζει τα πωλητήρια από τα ενοικιαστήρια. Μία γειτόνισσα, με την οποία είχαν σχέσεις, τη βοηθούσε να βρει διαμέρισμα – κι εγώ είχα επικοινωνήσει μαζί της. Στο τέλος καταλήξαμε να απευθυνθούμε σε μεσιτικό γραφείο, είχαμε όμως την τύχη να πετύχουμε ιδιοκτήτρια με κατανόηση, στην οποία τα παιδιά –παρόντα κατά τη συνάντηση– γέννησαν αισθήματα συμπόνιας. Εγώ της εξηγούσα την κατάσταση, την πολιτική του προγράμματος και το  εύρος της υποστήριξης. Η βασική της ανησυχία ωστόσο ήταν να ξέρει τι θα γίνει όταν λήξει η περίοδος οικονομικής ενίσχυσης από την οργάνωση, γεγονός καθοριστικό όχι μόνο για τη διάρκεια της μίσθωσης αλλά και για την ίδια την εμπιστοσύνη: θα μπορούν οι ενοικιαστές να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους όταν πια ως αναγνωρισμένοι πρόσφυγες δεν θα έχουν καμία οικονομική υποστήριξη; Γενικότερα αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που απέτρεπε πολλούς ιδιοκτήτες και μεσιτικά γραφεία από το να προβούν σε σύναψη συμβολαίου. Πάνω σε αυτό το σημείο της συζήτησης παρεμβαίνει η Φ. με θάρρος και σε σπαστά ελληνικά εξηγεί στην ιδιοκτήτρια τις προοπτικές της, αναφέρει ότι ο άντρας της εργάζεται και ότι σκοπός τους είναι να μείνουν στην Ελλάδα. Ήταν η στιγμή να νιώσω ότι η συγκεκριμένη οικογένεια, όπως και αρκετές άλλες, κάνουν τις επιλογές τους: εγκαταλείποντας  εξαρτητικές σχέσεις και θυματοποιήσεις, επιδιώκουν να δώσουν τη δική τους μάχη για την κοινωνική ένταξη.

  Η περίπτωση του Ρ. αποκαλύπτει μια άλλη διάσταση. Ως αναγνωρισμένος πρόσφυγας μαζί με την οικογένειά του έλαβε το έγγραφο για την αποχώρηση από το διαμέρισμα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Το πλαίσιο ήταν πολύ αυστηρό, κι έτσι ένα πρωί υποχρεώθηκε να βγει με τα πράγματά του στον δρόμο. Ήταν βέβαια δικαιούχος του προγράμματος, αλλά για τον ίδιον, όπως και για άλλους, δεν είχε βρεθεί ακόμη κανένα διαμέρισμα. Εκείνη την ημέρα, εκτός του εργασιακού μου πλαισίου, αναγκάστηκα να τον προσανατολίσω στην αναζήτηση αλληλέγγυας υποστήριξης μέσα από άτυπες μορφές στέγασης, όπως τα κατειλημμένα κτίρια. Τελικά η οικογένεια εγκαταστάθηκε προσωρινά σε έναν τέτοιο χώρο. Εκεί παρέμειναν περίπου δύο μήνες, ώσπου με πολύ κόπο βρήκαμε διαμέρισμα – η συγκεκριμένη περίπτωση δεν συγκαταλεγόταν στις ομάδες που θεωρούνταν exit group αλλά στους αστέγους, στους οποίους και δινόταν προτεραιότητα. Εγκαταστάθηκαν λοιπόν και κάναμε τις προσπάθειες να τακτοποιήσουμε τα θέματα των λογαριασμών ΔΕΚΟ, να βοηθήσουμε στην επικοινωνία με το σχολείο για την εγγραφή των παιδιών, ακόμη και να μεσολαβήσουμε για τον εξοπλισμό του διαμερίσματος. Η επιδότηση ήταν οριακή για μια τέτοια πολυμελή οικογένεια, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αναζητά πόρους και υποστήριξη από άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις. Κατά τη διάρκεια της διαμονής τους οι δίαυλοι επικοινωνίας με τον ιδιοκτήτη περνούσαν μέσα από τα παιδιά που είχαν πάει σχολείο και ήξεραν την γλώσσα, όπως συνήθως συμβαίνει διαχρονικά με τις οικογένειες μεταναστών. Προς το τέλος του προγράμματος, και αφού είδε ότι δεν υπάρχει άλλη υποστήριξη, αποχώρησε από το διαμέρισμα και απομακρύνθηκε από την Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του προς μια άλλη χώρα της Ευρώπης.

  Ο Σ., ένας νεαρός άστεγος αναγνωρισμένος πρόσφυγας χωρίς άλλους συγγενείς, επίσης δικαιούχος του προγράμματος, ήταν ένα δυναμικό νεαρό αγόρι, γεμάτο με θάρρος και όρεξη για ζωή. Μετά από προσπάθειες βρέθηκε ένας μικρός χώρος περίπου 30 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Η επαφή με τον ιδιοκτήτη στο τηλέφωνο είχε ξεκινήσει πολύ καιρό πριν και εξελίχθηκε ως εξής:

«Γεια σας κύριε, ενδιαφέρομαι για το διαμέρισμα!»

«Καλημέρα! Λίγο αργά με πήρατε! Μάλλον θα το κλείσει ένα άλλο παιδί».

«Είναι σίγουρο; Να σας ξαναενοχλήσω μετά από κάποιες μέρες;»

«Εντάξει. Αλλά όπως σας είπα, μάλλον το έχει κλείσει!»

Μετά από μια εβδομάδα:

«Γεια σας, κύριε Μ. Τι κάνετε;» και συνεχίζοντας με μεγαλύτερη άνεση στην επικοινωνία: «Είμαι από το πρόγραμμα, που σας τηλεφωνήσαμε μια εβδομάδα πριν… Ήθελα να ρωτήσω αν νοικιάσατε τον χώρο».

«Όχι, τελικά το παιδί που ήταν να τον κλείσει πήγε σε άλλη περιοχή. Εσείς για ποιόν ενδιαφέρεστε; »

«Κύριε Μ., πρόκειται για ένα πολύ καλό παιδί που διαθέτει όλα τα χαρτιά του, είναι νόμιμος αλλά άστεγος. Το πρόγραμμά μας τον βοηθάει για λίγο διάστημα, μέχρι να ορθοποδήσει και σιγά σιγά να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Έρχεται από εμπόλεμες περιοχές και έχει αποφασίσει να ζήσει και να δουλέψει στην Ελλάδα».  

«Από πού είναι; »

(Του αναφέρω τη χώρα)

«Χμμμ…» (είναι σκεπτικός)

»Βέβαια δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους ανθρώπους! Μέχρι τώρα έχει μείνει εδώ ένα παιδί από την Αλβανία και μετά έφερε και τη γυναίκα του! » 

(Είναι η ώρα να του μιλάω με οικειότητα)

«Κύριε Μ., μιλάμε για μάλαμα παιδί! Καλό παιδί και εργατικό! Έχει περάσει πολλά στη ζωή του, κι ας σε αυτή την ηλικία – είναι μόλις είκοσι τριών ετών. Δώστε του ανθρώπου μια ευκαιρία και θα δείτε ότι δεν θα το μετανιώσετε».

«Δεν ξέρω! Τι να σου πω; Δεν τους ξέρουμε αυτούς τους ανθρώπους. Αυτοί δεν είναι σαν τους άλλους!»

(Συνεχίζω την προσπάθεια)

«Και τους άλλους δεν τους ξέρατε, κύριε Μ., αλλά με τον καιρό τους μάθατε και τους εμπιστευτήκατε! Έτσι ξεκινήσανε όλοι, ψάχνοντας για αυτήν την ευκαιρία».

Ο διάλογος συνεχίστηκε για αρκετά λεπτά ακόμη, λέγοντας για όλα τα παιδιά που είχαν μείνει σε αυτόν τον χώρο και δούλεψαν εκεί κοντά. Στο τέλος αποφάσισε να κλείσουμε ραντεβού. Υποσχέθηκε μάλιστα να του βρει δουλειά στις γύρω περιοχές, αφού έχει τα χαρτιά του. Παρατηρώντας τον Σ. καθημερινά, την ώρα που ερχόταν στο γραφείο για να με δει, άρχισα με τον καιρό να διακρίνω μια κούραση στα μάτια του που προερχόταν από τη ζωή στον δρόμο και την αστεγία. Είναι γεγονός ότι η μεγάλη διάρκεια στο δρόμο κουράζει τους ανθρώπους· έρχεται κάποια στιγμή που παραδίνεται στην ήττα ακόμη κι ένας νέος, κι ας είναι δυνατός και με ελπίδες. Ο Σ. βρισκόταν σε αυτό το μεταίχμιο. Το ενδεχόμενο να μείνει  εκεί (ο χώρος ήταν αρκετός για ένα άτομο) και να βρει δουλειά θα ήταν μεγάλη ανακούφιση· ο ιδιοκτήτης είχε μια φάρμα και σε κοντινή απόσταση υπήρχαν εργοστάσια. Όλα  εξαρτώνταν από τη δική μας σοβαρή παρουσίαση – κυρίως του Σ. Τελικά η εξωτερική εμφάνιση του Σ. σφράγισε την εξέλιξη της ιστορίας και έδωσε τέλος στην προοπτική της μίσθωσης. Μόλις τον είδε ο ιδιοκτήτης, σχολίασε: «Τελικά την έχει την κοτσίδα του». Μας είπε ότι θα το σκεφτεί, αλλά στο τηλεφώνημα που έγινε λίγες μέρες αργότερα δεν δέχτηκε να μας νοικιάσει.

Διαβάστε Επίσης  Γιατροί Χωρίς Σύνορα: Σήμα κινδύνου για τον καταυλισμό στο Βαθύ της Σάμου

  Αναφέρθηκα ενδεικτικά στις παραπάνω περιπτώσεις, για να κατανοήσουμε το εύρος των προβλημάτων που δημιουργούνται στους/στις πρόσφυγες σε αυτό το μεταβατικό στάδιο. Κατά κύριο λόγο μας ενδιέφερε η δική τους κινητοποίηση σε συσχέτιση βέβαια με το επίπεδο και τον βαθμό των δικών τους αναγκών. Αυτό γινόταν όχι για να μεταθέσουμε τις ευθύνες στις πλάτες  τους, αλλά για να συνειδητοποιήσουν και να κατανοήσουν σε βάθος τις δυσκολίες γύρω από αυτά τα ζητήματα· όσο δεν αναμειγνύονται προσωπικά στις διαδικασίες αναζήτησης και μεταθέτουν τις ευθύνες σε οργανώσεις, απλώς θα βρίσκονται σε καθεστώς  εξαρτητικής σχέσης και, παραμένοντας αποδέκτες υπηρεσιών, θα βαθαίνει η θυματοποίησή τους. Η αναζήτηση στέγης και εργασίας, η εξοικείωσή τους με άλλα θέματα που σχετίζονται με υπηρεσίες του ιδιωτικού ή του δημοσίου τομέα είναι μέρος της ζωής τους, και σε αυτό (πρέπει να) έχουν πρωταρχικό λόγο. Στο δικό μας πρόγραμμα αναφερόμασταν κυρίως σε παροχή έμπρακτης υποστήριξης και ενθάρρυνσης στη δική τους διαδικασία διεκδίκησης πόρων.

  Ωστόσο μέσα σε λίγο διάστημα ένιωθα ότι είχα γίνει ένας μεσίτης (σε σημείο που μια μεσίτρια κάποια στιγμή έφτασε να με αποκαλεί «συνάδελφε»). Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ και να αποδέχομαι τον νέο μου ρόλο μέσα στο προφίλ της εργασίας έτσι όπως αυτό διαμορφωνόταν με τον καιρό.   Αποτελούσαμε βασικό πυλώνα διαμεσολάβησης και γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο μέρη. Μπορεί οι περιπτώσεις με τις οποίες καταπιανόμασταν να ήταν διαφορετικές σε ό, τι αφορούσε τις ανάγκες των ανθρώπων, τις προοπτικές και τα κίνητρά τους, όμως η ανάθεση σε τρίτους των ευθυνών για την ανεύρεση σπιτιού αποτελούσε γενικό κανόνα. Δεν ήταν δύσκολο να αντιληφθώ ότι η κεντρική παραγωγή τέτοιων πολιτικών αποφάσεων τροφοδοτούσε την ανάληψη από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις των δράσεων και συνολικά των ευθυνών, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η σχέση εξάρτησης. Πόσο εφικτή είναι επομένως η κοινωνική ένταξη μέσα σε τέτοιες συνθήκες και με ποιους όρους εξελίσσεται;

  Σήμερα το θέμα των εξώσεων έχει λάβει ακόμη πιο τρομακτικές διαστάσεις. Στην Ελλάδα η εγκατάσταση πραγματοποιείται σε Κέντρα Φιλοξενίας και διαμερίσματα[8]. Σύμφωνα με υπολογισμούς αναμένεται να αποχωρήσουν από όλο το φάσμα των μονάδων στέγασης πάνω από 11.000 άτομα, διαδικασία που ξεκίνησε ήδη από 01/06/2020[9]. Η απόφαση βασίστηκε στις προβλέψεις του άρθρου 114 του Νόμου Υπ’ Αριθμόν 4636/2020, που καθόριζε το πλαίσιο και το χρονοδιάγραμμα της αποχώρησης των ατόμων από τις Ανοικτές Δομές και τα Κέντρα Φιλοξενίας[10], καθώς σε όσα περιλαμβάνονται στην τελευταία Κοινή Υπουργική Απόφαση, που στο άρθρο 7 επιτρέπει την παράταση της διαμονής έως 31/05/2020  μόνο ως μέτρο προφύλαξης από τον Covid-19[11]. Προφανώς η πολιτική αυτή χαρακτηρίζεται από έλλειψη σχεδιασμού και στρατηγικής για την ένταξη επειδή ανάμεσα σε άλλα  δεν λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα του χρόνου που θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της στέγασης όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Η πολιτική αυτή διέπεται στην ουσία της από τη λογική του εκτοπισμού και μόνο υποκριτικά επιχειρεί να προβάλει ένα κάποιο φιλο-ανθρωπιστικό πρόσημο: επιδιώκει από τη μια μεριά να διώξει τους  αναγνωρισμένους πρόσφυγες, άντρες και γυναίκες, για να βάλει στη δική τους θέση τους ανθρώπους που αιτούνται άσυλο και παραμένουν εγκλωβισμένοι στα νησιά κι από την άλλη να συνεχίσει την ίδια πολιτική και για τους απερχόμενους αιτούντες άσυλο και αναγνωρισμένους πρόσφυγες παρουσιάζοντάς τη μάλιστα ως ανθρωπιστικό έργο. Επομένως στην συγκυρία αυτή, ο εκτοπισμός και η «φιλοξενία» αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος.

  Στον δημόσιο λόγο και σε ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης όλα τα παραπάνω παρουσιάζονται και πριμοδοτούνται ως θετική εξέλιξη[12]. Εμφανίζονται ως πολιτική που αφενός μεριμνά για τις μειώσεις των αφίξεων και αφετέρου διαμορφώνει μέσω του προγράμματος Helios[13] το πλαίσιο «ένταξης» για τους/τις αναγνωρισμένους/ες πρόσφυγες. Ωστόσο μια σειρά από δημοσιοποιημένες καταγγελίες και ρεπορτάζ δείχνουν συστηματικές επιχειρήσεις επαναπροώθησης νεοεισερχόμενων προσφύγων από το λιμενικό σώμα: άνθρωποι αποβιβάζονται στα νησιά και ύστερα ξαφνικά εξαφανίζονται. Παράλληλα αξιωματούχοι της κυβέρνησης υπερηφανεύονται για τις μηδενικές εισόδους τον Απρίλιο με τη ρητορική ότι πρόκειται για  επιτυχία της κυβερνητικής πολιτικής. Αντίστοιχες καταγγελίες υπάρχουν και για επαναπροωθήσεις στη βόρεια Ελλάδα μέσω των χερσαίων συνόρων[14].

  Σε κάθε περίπτωση όμως η συζήτηση περιστρέφεται για μια ακόμη φορά γύρω από την έννοια της κοινωνικής ένταξης· αυτή αφορά όσους και όσες με αναγνωρισμένο το προσφυγικό προφίλ δεν χαρακτηρίζονται από μεγάλο βαθμό ευαλωτότητας, και μάλιστα υποτίθεται ο σκοπός είναι να πάρουν σταδιακά τη ζωή στα χέρια τους. Το πρόγραμμα Helios διαφημίζεται ως μεταβατική γέφυρα για το πέρασμα από τη μια συνθήκη (εξάρτηση) στην άλλη (αυτονομία), αλλά στο πεδίο της στέγασης τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα από ό, τι φαντάζεται κανείς. Προφανώς οι άμεσα εμπλεκόμενοι στο πρόγραμμα ESTIA της Ύπατης Αρμοστείας έχουν γνώση για την ανάγκη αυτονόμησης των προσφύγων και εφαρμογής της αρχής της απαγκίστρωσής τους από το επίσημο ανθρωπιστικό καθεστώς, όταν κάνουν λόγο για τη βοήθεια που χρειάζονται σε αυτό το στάδιο[15]. Το ζητούμενο είναι ακριβώς η βοήθεια και η υποστήριξη ειδικά στο θέμα της στέγασης και ο τρόπος προσέγγισης του όλου ζητήματος. Παραμένει ωστόσο ένα έλλειμμα: ακόμη διαμορφώνεται λόγος για τις «καλύτερες πρακτικές ένταξης», που χαρακτηρίζονται από μια ολιστική οπτική, αλλά δεν λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι αυτές οι προβληματικές δεν μπορούν παρά να αναδεικνύονται από τα ίδια τα υποκείμενα. Φυσικά πρέπει να τονίσουμε πως σε κάθε περίπτωση είναι ανάγκη να πληρούται η προϋπόθεση ότι οι πρόσφυγες έχουν προηγουμένως εξοπλιστεί με τα κατάλληλα εργαλεία κατά τη διάρκεια της επαφής και της σχέσης τους με τους Έλληνες σε διαφορετικά πεδία της καθημερινότητας. Απαιτείται να διαμορφώνουν στρατηγικές επιβίωσης και ένταξης γνωρίζοντας τον άλλον, εφοδιασμένοι με δικά τους πολιτισμικά στοιχεία και αξίες όπως αυτά μετασχηματίζονται μέσα από παρελθοντικές και σύγχρονες εμπειρίες, συναντήσεις και συνευρέσεις σε νέα περιβάλλοντα. Γι’ αυτούς τους λόγους είναι οι ίδιοι που θα θέσουν τις στρατηγικές και τους μηχανισμούς για «τις καλύτερες πρακτικές ένταξης», αλλιώς θα τις καθορίζουν οι «άλλοι» και θα παράγουν τον σχετικό με αυτές λόγο διαμορφώνοντας πάντα ετερόνομα τη ζωή των προσφύγων. Για παράδειγμα, γίνεται λόγος για ολιστικές προσεγγίσεις που υπαγορεύουν τη συμμετοχή των προσφύγων σε διάφορα παράλληλα προγράμματα εξελισσόμενα ταυτόχρονα σε αρκετούς τομείς της καθημερινής ζωής, σε σεμινάρια γλωσσικής εκπαίδευσης, σε δράσεις εξοικείωσης με τη διαδικασία ανεύρεσης εργασίας και διαμερίσματος ή  που έχουν στόχο τη συμμετοχή στα κοινά, την εμπλοκή σε άλλες δραστηριότητες κ.ά. Παρότι είναι προφανής η σημασία αυτής της προσέγγισης, η εμπειρία από το μακρινό και πρόσφατο παρελθόν μάς έχει δείξει ότι οι άνθρωποι βάζουν τις δικές τους προτεραιότητες κάτω από  συγκεκριμένες συνθήκες: όταν καλούνται να τις θέσουν οι ίδιοι στο τραπέζι, να γίνουν αποφασιστικοί ως προς τους τρόπους με τους οποίους θα ενταχθούν στην καθημερινότητα, καλλιεργώντας παράλληλα την ικανότητα να τους αναπροσαρμόζουν όποτε χρειάζεται· όταν βάζουν στόχους και τους επιδιώκουν· όταν προσπαθούν και ενδεχομένως αποτυγχάνουν· όταν αναθεωρούν. Αυτό που βλέπουμε συνήθως κατά την ενασχόλησή μας με μεταναστευτικούς/προσφυγικούς πληθυσμούς είναι ο βαθμός διάθεσης και προσπάθειας που οι ίδιοι εκδηλώνουν κάνοντας βήματα προς την ένταξη.    

  Κατά τη γνώμη μου τέσσερις είναι οι δράσεις που χαρακτηρίζουν την ένταξη:  η αναζήτηση εργασίας και στέγασης, η εκμάθηση της γλώσσας και η εξοικείωση με τον τόπο εγκατάστασης και τις δημόσιες υπηρεσίες. Η απουσία των παραπάνω από την καθημερινότητα υποδηλώνει άλλα κίνητρα των ατόμων για το άμεσο μέλλον, σχεδιασμούς που έχουν κάνει για τη ζωή τους ή μας δίνουν να καταλάβουμε ότι έχουν σχηματίσει τη στρεβλή εντύπωση πως το καθεστώς της προστασίας και της περιορισμένης επιδότησης θα ισχύει για πάντα, και μάλιστα ακόμη περισσότερο εφόσον έχουν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες. Ωστόσο και αυτά έρχονται στην επιφάνεια από τους ίδιους και τις ίδιες ανάλογα με τις ανάγκες και τους σκοπούς τους.

  Από το 2015 ο τρόπος που λάμβανε χώρα η κινητικότητα και η καθημερινή ένταξη μέσα στους άτυπους χώρους στέγασης, στις καταλήψεις και σε άλλες αλληλέγγυες δομές από τα κάτω έχει αποδώσει καρπούς. Ο βαθμός της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας που διέθεταν οι αιτούντες/σες άσυλο εντός του συγκεκριμένου πλαισίου τους έδωσε τη δυνατότητα να αναμετρώνται με τις καθημερινές προκλήσεις, να αντιστέκονται, να αναθεωρούν, να παίρνουν πρωτοβουλίες, να σκοντάφτουν και να ξανασηκώνονται. Αρκετοί ήταν εκείνοι που εργαζόντουσαν και νοίκιασαν το δικό τους σπίτι με άλλους ομοεθνείς τους.

  Προφανώς στις τωρινές συνθήκες, σε «κέντρα υποδοχής» μακριά από τον αστικό ιστό, η ένταξη φαντάζει άπιαστο όνειρο επειδή ως τέτοια απαιτεί το αυτονόητο: οι άνθρωποι να ζουν μέσα στον αστικό ιστό, να διαχέονται στην πόλη και να διεκδικούν τον δικό τους χώρο.  Για τον λόγο αυτό, μια βασική κατεύθυνση θα ήταν η αξιοποίηση εγκαταλειμμένων κτιρίων του δημοσίου, μέτρα για την ανάπτυξη των κοινωνικών κατοικιών, αξιοποιώντας την εμπειρία από την λειτουργία των ανεπίσημων χώρων στέγασης που αποτελούσαν βασικές εστίες αλληλένδετης σχέσης με την τοπική κοινωνία. Επιπλέον στην εποχή που διανύουμε, όπως αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, η εκμετάλλευση των ακινήτων ως πεδίο αγοραίου ανταγωνισμού «παράγει» σταθερά έλλειψη διαμερισμάτων κι αυτό είναι ένα δεδομένο, μη αναστρέψιμο φαινόμενο. Απέναντι σε αυτό είναι αναγκαίο να προωθηθούν άλλα μοντέλα που αποδεικνύονται ακόμη πιο αποτελεσματικά ως προς την ένταξη.

 

Γλωσσική επιμέλεια-Διόρθωση: Αρετή Μουσουλιώτη

———— ———–

[1]. Τα προγράμματα στέγασης, που στη συνέχεια διεκπεραιώθηκαν μέσα από το πρόγραμμα ESTIA, ξεκίνησαν ουσιαστικά να εφαρμόζονται από τις αρχές το 2017. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα ήταν μια Βασική Διαδικασία Λειτουργίας [Standard Operation Procedure] που αφορούσε τη στέγαση και την υποστήριξη ατόμων σε ανάγκη. Εστίαζε στη διασφάλιση για τους αιτούντες και τις αιτούσες άσυλο και κυρίως για τα ευάλωτα άτομα ασφαλών συνθηκών διαβίωσης σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση κάθε ατομικής περίπτωσης ανάλογα με τις ανάγκες. Η παροχή της στέγασης εναπόκειτο στη διαχείριση της Ύπατης Αρμοστείας  και των συνεργατών της και αφορούσε την ενοικίαση διαμερισμάτων, ιδιωτικά κτιρίων για να λειτουργούν ως κέντρα στέγασης, ξενοδοχείων και άλλων κέντρων φιλοξενίας. Οι κατηγορίες που εντάχθηκαν σε αυτό το πρόγραμμα ήταν οι υποψήφιοι για τη μετεγκατάσταση σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άτομα με ειδικές ανάγκες και τα μέλη των οικογενειών τους που είχαν έρθει στην Ελλάδα μετά την 01/01/2016. Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονται παιδιά σε κίνδυνο, ασυνόδευτα και χωρισμένα από την οικογένεια, ηλικιωμένοι, άτομα με αναπηρία και σοβαρά προβλήματα υγείας, γυναίκες σε κίνδυνο, έγκυες ή λεχώνες, μονογονεϊκές οικογένειες, προστάτες με ανήλικο παιδί, θύματα βασανιστηρίων, άτομα σε κίνδυνο από τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, άτομα με μετατραυματικές διαταραχές, επιζώντες και συγγενείς θυμάτων από ναυάγια, θύματα trafficking.  Standard Operating Procedures Accommodation and Assistance to Persons of Concern to UNHCR in Greece   UNHCR Operation in Greece, 2017

[2]. Kourachanis, N. (2018). From camps to social integration? Social housing interventions for asylum seekers in Greece.  International Journal of Sociology and Social Policy. https://doi.org/10.1108/IJSSP-08-2018-0130

[3]. Όταν εργαζόμουν το 2017 σε μια οργάνωση με το πρόγραμμα ESTIA, μία από τις ανησυχίες πού εξέφραζαν εκδηλωνόταν καθώς συζητούσα με τους αιτούντες και τις αιτούσες άσυλο για την επόμενη μέρα, δηλαδή την ημέρα που θα έπαιρναν άσυλο. Από τη δική μας πλευρά ήταν ξεκάθαρο ότι το καθεστώς της προστασίας και παροχής βοηθείας θα είχε ημερομηνία λήξης, γι’ αυτό βρίσκαμε αναγκαίο να το επικοινωνήσουμε μαζί τους για να εμβαθύνουμε στις δικές τους οπτικές και να αντιληφθούμε τις σκέψεις τους για το άμεσο μέλλον.     

[4]. Στο πρόγραμμα ESTIA το ζήτημα της ανεύρεσης στέγασης ήταν αποκλειστική ευθύνη της οργάνωσης.  Υπήρχαν δύο βασικές υποχρεώσεις: αυτές που συνδέονταν με την πρόβλεψη παροχής άμεσης βοήθειας και συμπεριλάμβανε στέγαση, τρόφιμα και ρουχισμό και αυτές που καθόριζαν την υποχρέωση να τους εξασφαλίζουμε την πρόσβαση σε υπηρεσίες διερμηνείας, ιατρικής και φαρμακευτικής  υποστήριξης, υποστήριξης παιδιών και ατόμων σε ανάγκη καθώς και ένα μίνιμουμ προστασίας θεμελιωδών ατομικών δικαιώματα, όπως η εκπαίδευση και η νομική υποστήριξη. Standards for UNHCR’s accommodation scheme in Greece . March 2017

[5]. Η συστέγαση στο πρόγραμμα στέγασης του UNHCR περιγράφεται ως μια συνθήκη όπου μεμονωμένα άτομα (άνδρες και γυναίκες) ή οικογένειες διαμοιράζονται την ίδια μονάδα στέγασης (διαμερίσματα ή δωμάτιο σε κτίριο). Είναι μια πρακτική που επιδιώκει την περαιτέρω αύξηση και τη μέγιστη χρήση του χώρου στέγασης, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα και την όποια ανάγκη προστασίας έχουν οι ωφελούμενοι. Οι εταίροι του προγράμματος που ασχολούνται με τη στέγαση διαβουλεύονται για να ενθαρρύνουν τη συστέγαση σε διαμερίσματα, εφόσον το επιτρέπουν οι αντικειμενικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά των οικογενειών, τα σχετικά με την προστασία θέματα, η χωρητικότητα των διαμερισμάτων, το πολιτισμικό υπόβαθρό ή σοβαρές ιατρικές καταστάσεις. Emergency Support to Integration and Accommodation programme-ESTIA” Guidance concerning the matching procedure of the scheme’s beneficiaries with the accommodation facility and other beneficiaries in the case of co-habitation

[6]. Πρόκειται για την Υπουργική Απόφαση που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος δεύτερο, αρ. φύλλου 853, στις 12 Μαρτίου 2019.

[7]. Σε κείμενο του σωματείου Βάσης εργαζομένων σε Μ.Κ.Ο. συν τοις άλλοις αναφέρει: «το Υπουργείο στηρίζει την απόφασή του σε δύο άξονος. Αρχικά υποστηρίζεται ότι η κατοχύρωση προσφυγικής ιδιότητας συνεπάγεται αυτόματα και τη δυνατότητα κοινωνικής ένταξης, ανεύρεσης εργασίας και στέγης. Το κράτος γνωρίζει πολύ καλά πως οι υπό έξωση πρόσφυγες -κατά τον ίδιο τρόπο που φιλοξενούνταν έκτακτα και προσωρινά δεν απέκτησαν ποτέ πρόσβαση σε προγράμματα ένταξης καθώς αυτά απλούστατα δεν υπήρχαν. Αφ’ ετέρου, κάνει ξανά την εμφάνισή της η πρόφαση για «αποσυμφόρηση» των Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης στα σημεία εισόδου. Η ελληνική Κυβέρνηση, λοιπόν, τρία χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, που μετατρέπει τα νησιά του Αιγαίου σε «αποθήκες» ανθρώπων, τα κέντρα υποδοχής σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται εκεί σε ανθρωποφύλακες, δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τους –με δικιά της ευθύνη– στοιβαγμένους σε σκηνές αιτούντες άσυλο στη Μόρια για να δικαιολογήσει τη βαναυσότητα την οποία επιβάλλει στις ζωές των προσφύγων στο κέντρο της Αθήνας». Τοποθέτηση του σωματείου ΣΒΕΜΚΟ για τις εξώσεις.

[8]. Τα τελευταία επίσημα στοιχεία καταγράφουν  32 Κέντρα Υποδοχής, με 5.870 μονάδες στέγασης που περιλαμβάνουν συνολικά 31.058 χώρους. Οι 5.111 μονάδες στέγασης καλύπτονται από 3.281 κοντέινερ με χωρητικότητα, 1.697 διαμερίσματα/δωμάτια και 133 άλλες μονάδες στέγασης και εξυπηρετούν 26.652 άτομα. Επίσης υπάρχουν 259 σκηνές και 759 επείγουσες μονάδες που εξυπηρετούν 4.406 άτομα. IOM UN MIGRATION. FACTSHEETS APRIL 2020. Supporting the Greek Authorities in Managing the National Reception System for Asylum Seekers and Vulnerable Migrants (SMS).  

[9]. Βλ. «Μηταράκης: Αποχώρηση από τις δομές των αναγνωρισμένων προσφύγων».  Αναρτήθηκε από: https://www.cnn.gr/news/politiki/story/221242/mitarakis-apoxorisi-apo-tis-domes-ton-anagnorismenon-prosfygon

[10]. Νόμος υπ’ αριθμ. 4636. Περί Διεθνούς Προστασίας και άλλες διατάξεις. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβέρνησης με αρ φύλλου 169, 1 Νοεμβρίου 2019.           

[11]. Κοινή Υπουργική Απόφαση οικ.13348/2020 – ΦΕΚ 1199/Β/7-4-2020. Όροι παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής υπό το πρόγραμμα «ΕSTIA II» για τη στέγαση αιτούντων διεθνή προστασία.

[12]. Γίνεται λόγος για μείωση των μεταναστευτικών ροών στα νησιά και στον Έβρο συγκρίνοντας τις αφίξεις με τις ίδιες περιόδους του 2019. Βλ. «Υπουργείο Μετανάστευσης: Θετικές οι εξελίξεις στο μεταναστευτικό». Κυριακή, 31 Μαΐου 2020. https://www.zougla.gr/politiki/article/ipourgio-metanastefsis-8etikes-i-ekseliksis-sto-metanasteftiko

[13]. Ο Helios είναι ένα ενταξιακό πρόγραμμα που υλοποιείται από τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης και εταίρους με την υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο σκοπός είναι να εντάξει τους ωφελούμενους στην ελληνική κοινωνία μέσω της προώθησης ανεξάρτητης διαβίωσης και της υποστήριξης για ανεξάρτητη στέγαση, μαθημάτων ένταξης και δράσεων που σχετίζονται με την πρόσβαση στην αγορά εργασίας. https://greece.iom.int/el/hellenic-integration-support-beneficiaries-international-protection-helios

[14]. https://www.efsyn.gr/ellada/koinonia/238226_epanaproothoyn-prosfyges-sta-nisia-me-eidikes-thalassies-skines https://www.efsyn.gr/stiles/ano-kato/238701_sigi-ihthyos

https://www.efsyn.gr/ellada/koinonia/241320_synehizontai-oi-epanaproothiseis-me-plotes-skines

https://syprome.blogspot.com/2020/05/blog post_4.html?m=1&fbclid=IwAR3nfr7XcsOPF9WOhkbdzOICBMh34IqkcoDSPh294cpPhy9jNOoflIBbjhw

https://www.efsyn.gr/node/241388

https://www.in.gr/2020/06/08/greece/apokalyptiko-vinteo-elliniko-limeniko-pairnei-ti-mixani-apo-varka-prosfyges/

[15]. «Ο κίνδυνος αστεγίας των αναγνωρισμένων προσφύγων». Αναρτήθηκε από: http://epohi.gr/o-kindynos-astegias-twn-anagnwrismenwn-prosfygwn/

 

Διαβάστε Επίσης  Συνέντευξη της Βελγίδας δικηγόρου, Μαρί Ντουτρεπόν, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της "Μόρια: μετέωροι στο πουθενά της Ευρώπης"

Be the first to comment on "Η κουλτούρα της στέγασης στους/στις πρόσφυγες: τα αγκάθια της μετάβασης από το καθεστώς της «προστασίας» στην «αυτονομία»"

Leave a comment

Your email address will not be published.


*


error: Content is protected !!