Η εφαρμογή του Ν. 4538/2018 για την προώθηση των θεσμών της αναδοχής και της υιοθεσίας και τα αποτελέσματά του. Η ανάγκη άμεσων θεσμικών και εφαρμοστικών τροποποιήσεων

Από την Ελένη Γεώργαρου,

τ. δικηγόρο στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, πρόεδρο Δικτύου Αναδόχων Γονέων και Εθελοντών

για την εξωιδρυματική κοινωνική φροντίδα των ανηλίκων «Δικαίωμα στην οικογένεια»

 

Ο πολλά υποσχόμενος νόμος 4538/2018 για την προώθηση, σε θεσμικό και εφαρμοστικό επίπεδο, των κοινωνικών μέτρων της αναδοχής και της υιοθεσία ανηλίκων συμπλήρωσε 28 μήνες (μερικής) εφαρμογής του, παράλληλα με το Π.Δ. 86/2009 και τις ισχύουσες (με το ν. 2447/1996)  διατάξεις του Αστικού Κώδικα.  Ο νόμος αυτός στον οποίο, πριν από την ψήφισή του είχε εναποθέσει τόσο το κρατικό προνοιακό σύστημα όσο και η κοινωνία μεγάλες προσδοκίες για την επίλυση, επιτέλους, της παθογένειας στην κοινωνική φροντίδα ανηλίκων αποκλειστικά μέσω των ιδρυμάτων «κλειστής φροντίδας», αποδείχθηκε εν πολλοίς ανεπαρκής ως εργαλείο για να αντιμετωπίσει μια ιδιαίτερα σύνθετη κατάσταση, την οποία αποδεικνύεται ότι δεν έλαβε υπόψη του στο σύνολο των ζητημάτων που κλήθηκε να αντιμετωπίσει.  Ωστόσο η ψήφισή του  η οποία ούτε αναγκαία ήταν (αρκούσε μια  τροποποίηση και συμπλήρωση  του υφιστάμενου Προεδρικού Διατάγματος Π.Δ. 86/2009 το οποίο εξακολουθεί να ισχύει) ούτε καλά προετοιμασμένη, καθώς παρέπεμπε για όλα τα σημαντικά θέματα σε έκδοση υπουργικών αποφάσεων,  είχε εμφανιστεί από την τότε ηγεσία του Υπουργείου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, περίπου ως πανάκεια για την επίλυση όλων των ζητημάτων που ταλάνιζαν εδώ και έναν αιώνα το αναχρονιστικό και επιζήμιο για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των ανηλίκων σύστημα κοινωνική προστασίας και φροντίδας. Η ψήφισή του με τη μορφή και το περιεχόμενο που είχε, υπαγορεύτηκε πρωταρχικά από λόγους πολιτικών επιδιώξεων και της δημοσιότητας που θα απέδιδε (και απέδωσε πράγματι για λάθος όμως λόγους)  και εργαλειοποιήθηκε ως μέσο απόδειξης ότι η κυβέρνηση αφενός ενδιαφέρεται να επιλύσει το χρόνιο πρόβλημα εγκατάλειψης των παιδιών σε νοσοκομεία και εγκλεισμού σε ιδρύματα για απαράδεκτα μεγάλα χρονικά διαστήματα, αφετέρου επιθυμεί τη διαφάνεια και της επιτάχυνση των διαδικασιών της υιοθεσίας και αναδοχής ανηλίκων. Όμως, 28 μήνες μετά διαπιστώνουμε, το αναμενόμενο. Ότι ποτέ ένας νόμος, πολύ περισσότερο ένας άσχημα σχεδιασμένος και διατυπωμένος νόμος που δεν έλαβε υπόψη τις πολυπαραγοντικές παραμέτρους του ζητήματος της Παιδικής Προστασίας, δεν είναι αρκετός για να αντιμετωπίσει ένα κατεστημένο που υπόγεια και παρά τις περί του αντιθέτου κάποιες φορές δημόσιες διακηρύξεις, δεν επιθυμεί καμιά αλλαγή στον τομέα αυτόν. Και το ισχυρό κατεστημένο περιλαμβάνει υπαλλήλους  δημοσιών κοινωνικών υπηρεσιών (πού να μαθαίνουμε καινούρια πράγματα τώρα!) δημόσια και ιδιωτικά ιδρύματα οποιουδήποτε ιδιοκτησιακού καθεστώτος και επιρροής και έναν ολόκληρο κόσμο «φιλανθρώπων» που κινείται και τρέφεται γύρω από αυτό που αποκαλείται «σύστημα προστασίας ανηλίκων» και το οποίο αποφέρει πολλαπλά οφέλη στους εμπλεκόμενους σε αυτό. Σίγουρα δεν αποφέρει τα οφέλη που πρέπει ή καθόλου οφέλη, στα ίδια τα παιδιά κυρίως των ηλικιών από 5-6 ετών και άνω, που εξακολουθούν να βιώνουν μια αφύσικη και επιβλαβή κατάσταση ανατροφής τους, έρμαια στις παιδαγωγικές πολιτικές και επιδιώξεις των εκάστοτε διοικήσεων φορέων παιδικής προστασίας. Οι τελευταίοι έχουν τις δικές τους επιδιώξεις ως προς αυτήν καθ΄εαυτήν την υπόστασή τους και όχι το αληθινό συμφέρον των παιδιών, τον «κύκλο εργασιών» που έχουν δημιουργήσει (μεγάλη ακίνητη περιουσία και άλλα οικονομικά στοιχεία, θέσεις εργασίας συχνά ρουσφετολογογικού χαρακτήρα, εκμετάλλευση των περιουσιών με αδιαφανή τρόπο, χρηματοδοτήσεις για το έργο τους που ποτέ δεν κρίνεται βάσει ουσιαστικών αξιολογήσεων και εμπεριστατωμένων εκθέσεων, εκσυγχρονισμού και προσαρμογής στις σύγχρονες παιδαγωγικές ανάγκες και αντιλήψεις). Και όλα αυτά παρά τις επανειλημμένες διαπιστώσεις και συστάσεις που περιλαμβάνονται στις Ειδικές Εκθέσεις που έχει συντάξει η καθ΄υλην αρμόδια Ανεξάρτητη Αρχή Συνήγορος του Πολίτη, «Κύκλος Δικαιωμάτων του Παιδιού» οι οποίες αγνοούνται επιδεικτικά, «Οργάνωση και λειτουργία του θεσμού της αναδοχής ανηλίκων» 2012, «Τα δικαιώματα των παιδιών που ζουν σε ιδρύματα» 2015, «Από το ίδρυμα στην Κοινότητα: Εναλλακτική φροντίδα ευάλωτων παιδιών και υποστήριξη οικογενειών» 2020.

Ωστόσο, ακόμη και με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις, μια κριτική παρουσίαση των αποτελεσμάτων της υφιστάμενης νομοθετικής προσέγγισης για την αναδοχή και την υιοθεσία , βοηθά στην (ενδεχόμενη) υιοθέτηση κάποιων διορθωτικών παρεμβάσεων όπου και όπως χρειάζεται:

Στις θετικές επιδράσεις του νόμου αυτού πιστώνονται:

  • Η δημοσιότητα και η προβολή που δόθηκε στο θεσμό της αναδοχής ως μέτρο προστασίας χιλιάδων παιδιών που ανήκουν στην κατηγορία των εγκαταλειμμένων, παραμελημένων και κακοποιημένων ανηλίκων και επρόκειτο να απομακρυνθούν από το ακατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον όπου ζούσαν και των ανηλίκων που ήδη διαβιούσαν σε ιδρύματα παιδικής προστασίας. Αν και αποσιωπήθηκε από την τότε ηγεσία του Υπουργείου Κοινωνικής Αλληλεγγύης ότι ο θεσμός της αναδοχής θεσμικά υφίσταται από το 1993 πλην όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ με ευθύνη του κράτους ως εναλλακτική μορφή παιδικής προστασίας, μεγάλο μέρος της κοινωνίας ενημερώθηκε μόλις το 2018 για την ύπαρξη, το περιεχόμενο και τη λειτουργία του θεσμού αυτού.
  • Η δημιουργία του Εθνικού Μητρώου Ανηλίκων ώστε να καταγραφούν τα παιδιά που ζουν σε ιδρύματα και τα δεδομένα αυτών (αριθμός ανά Μονάδα, ηλικία, διάρκεια παραμονής στο φορέα, λόγοι τοποθέτησης, προσωπικά στοιχεία των ίδιων και των οικογενειών τους) χρήσιμα τόσο για στατιστικούς όσο και ποιοτικούς λόγους.
  • Η δημιουργία των Μητρώων Υποψηφίων και Εγκεκριμένων Αναδόχων και Θετών Γονέων, τόσο σε επίπεδο τοπικό (δημιουργία Ειδικών Μητρώων) όσο και εθνικό (δημιουργία Εθνικών Μητρώων). Και η αυτονόητη αυτή ρύθμιση βοηθά τόσο στη στατιστική αποτίμηση όσο και στην προετοιμασία των ενδιαφερομένων για την νέα κατάσταση που θα επέλθει στη ζωή τους με την αναδοχή ή την υιοθεσία ενός παιδιού.
  • Η γενική  ρύθμιση για την επαγγελματική αναδοχή και την ειδική διαδικασία που απαιτεί η αναδοχή παραβατικών ανηλίκων μέσω των Υπηρεσιών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής,  μέτρα τα οποία  δεν εφαρμόζονται μέχρι σήμερα λόγω εγγενών προβλημάτων των υπηρεσιών και μη διάθεσης πόρων τόσο από την προηγούμενη όσο και τη σημερινή κυβέρνηση.
  • Η δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας κατάθεσης αιτήσεων και δικαιολογητικών τόσο για την αναδοχή όσο και για την υιοθεσία  χωρίς αυτοπρόσωπη παρουσία των ενδιαφερομένων. 
  • Το αντικειμενικό και διαφανές (κατά τις διακηρύξεις) εθνικό σύστημα διασύνδεσης βρεφών και νηπίων  προς υιοθεσία και υποψηφίων θετών γονέων – το οποίο είναι αδόκιμο και ακατάλληλο για την αναδοχή όπως θα δούμε στη συνέχεια- ώστε να αντιμετωπιστούν υπόνοιες και βάσιμες διαμαρτυρίες υποψηφίων θετών γονέων σχετικά με τις διαδικασίες επιλογής και την καταστρατήγηση της σειράς προτεραιότητας  από τις  δομές φιλοξενίας και πιστοποίησης υιοθεσιών  βρεφών και νηπίων (δεν ισχύει ότι αυτό συνέβαινε πάντα και στον ίδιο βαθμό, ωστόσο το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι με προσβάσεις σε κάθε μορφής εξουσία και «γνωριμίες» , αποκτούσαν θετά βρέφη πάντα πολύ συντομότερα από τους άλλους ενδιαφερόμενους ενώ η περιφέρεια της χώρας ήταν πάντα αδικημένη σε σχέση με τις πόλεις που διατηρούν βρεφοκομεία,  καθιστούσε αναγκαία την καθιέρωση ενός αντικειμενικού συστήματος επιλογής θετών γονέων.

Μια σειρά άλλων τεχνικών ρυθμίσεων επαναλαμβάνουν, όσες ρυθμίσεις υπήρχαν ήδη στο Π.Δ. 86/2009 οπότε δεν άσκησαν κάποια επιρροή στον τελικό προσδοκώμενο αποτέλεσμα.

Και στο σημείο αυτό ολοκληρώνονται οι θετικές  επιδράσεις του νομοθετήματος αυτού στην επίλυση του χρόνιου προβλήματος της εφαρμογής μιας περισσότερο αποτελεσματικής και ωφέλιμης για τα ευάλωτα παιδιά εξωϊδρυματική πολιτικής για την Παιδική Προστασία.  Αρχίζουν αντίθετα, να εντοπίζονται οι  προβληματικές διατάξεις, επακόλουθες εσφαλμένες ερμηνείες που επιφέρουν το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Το ίδιο ζήτημα εντοπίζεται και στην πρόσφατα εκδοθείσα υπουργική απόφαση για τη διαδικασία ολοκλήρωσης μιας αναδοχής και υιοθεσίας που βρίσκεται σε λάθος κατεύθυνση όσον αφορά την αναδοχή ανηλίκων.

Κατ΄αρχάς, ο νόμος 4538/2018 που τεχνικά παραπέμπει σε προεδρικό διάταγμα (εξειδικευμένες και λεπτομερείς – ασφυκτικές- ρυθμίσεις με ζητήματα πιθανής αντισυνταγματικότητας) δημιούργησε μια σειρά σοβαρών προβλημάτων σε κοινωνικό επίπεδο:

  • Δημιούργησε ψευδεπίγραφα και με αποκλειστική ευθύνη του εμπνευστών του τεράστιες προσδοκίες και ελπίδες σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας που πίστεψε ένα μεγάλο ψέμα : ότι η υιοθεσία των παιδιών είναι βασικά πρόβλημα γραφειοκρατίας που θα λυθεί δήθεν με την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου και όχι πρόβλημα που σχετίζεται με τρεις παράγοντες που δεν αντιμετωπίζονται από το συγκεκριμένο νομοθέτημα:

 

  1. Τον μικρό αντικειμενικά αριθμό των διαθέσιμων προς υιοθεσία υγιών βρεφών και νηπίων σε σχέση με τις αιτήσεις υιοθεσίας και αναδοχής
  2. Τον απαραίτητο χρόνο που πρέπει να μεσολαβήσει μέχρι να διαπιστωθεί από τις κοινωνικές υπηρεσίας η πραγματική αδυναμία της βιολογικής οικογένειας να αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού της,  ώστε να προτείνει στον Εισαγγελέα Ανηλίκων την εύρεση λύσης για την ανάληψη της γονικής  του μέριμνας ή της υιοθεσίας του από τρίτους (εξαιρούνται τα ελάχιστα εγκαταλειμμένα από τη γέννησή τους παιδιά)
  3. Τη μεγάλη καθυστέρηση, αδιαφορία ή άρνηση των ιδρυμάτων παιδικής προστασίας να προωθήσουν παιδιά προς αναδοχή και υιοθεσία, αφού  σύντομα τακτοποιήσουν τα νομικά θέματα της γονικής τους μέριμνας  διότι επιδιώκουν να έχουν στη «δύναμή» τους μεγάλο αριθμό παιδιών για να εξασφαλίζουν- όπως θεωρούν ότι γίνεται  – την οντότητά τους.

 

Τόσο η προηγούμενη όσο και η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κινήθηκαν  στην ίδια κατεύθυνση της παραπλάνησης του κόσμου ως προς τις πραγματικές πιθανότητες υιοθεσιών μικρών σε ηλικία και υγιών παιδιών από όσους υποβάλλουν σχετικές αιτήσεις.

 

  • Δημιούργησε ψευδώς το αφήγημα της διαφάνειας στην όλη διαδικασία μέσω του ηλεκτρονικού πληροφοριακού συστήματος που δημιούργησε. Όμως καμιά διαφάνεια δεν υπάρχει. Με διάταξη που υπάρχει στο νόμο, τα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν στους εγγεγραμμένους ανηλίκους στο Μητρώο Ανηλίκων, τις ηλικίες τους, τον αριθμό των εγγεγραμμένων υποψηφίων θετών και αναδόχων γονέων, την προέλευση των ανηλίκων, τον αριθμό των παιδιών για τα οποία υπάρχει Ατομικό Σχέδιο Οικογενειακής Αποκατάστασης κ.α. ούτε δημοσιεύονται, ούτε διοχετεύονται σε ενδιαφερόμενους. Κανείς δεν γνωρίζει σήμερα αν πράγματι τηρείται κάποια σειρά και ο τρόπος με τον οποίο αυτή η σειρά τηρείται. Τα στοιχεία που διατηρεί το ΕΚΚΑ με ευθύνη του, χωρίς να αποτελούν προσωπικά δεδομένα, τα παραδίδει μόνο στο Εθνικό Συμβούλιο Αναδοχής και Υιοθεσίας, ένα όργανο μηδενικής αποτελεσματικότητας και καμιάς χρησιμότητας όπως αποδείχθηκε μέχρι σήμερα και στην Εθνική Στατιστική Υπηρεσία. Πάντως κανένας πολίτης δεν μπορεί να μάθει ποιά είναι η σειρά του και πως προχωρά η «λίστα» τοποθετήσεων ανηλίκων, ώστε να υπάρχει και επίφαση διαφάνειας.
  • Έδωσε λάθος εντύπωση στο ευρύ κοινό ότι το πληροφοριακό σύστημα θα δημιουργήσει ένα είδος χρονικής προτεραιότητας σε όσους καταθέτουν αιτήσεις για υιοθεσία και αναδοχή ενώ η πραγματικότητα είναι ότι αυτή η προτεραιότητα ενδεχομένως να ισχύει μόνο για τις υιοθεσίες βρεφών ενώ για την αναδοχή συντρέχουν μια σειρά διαφορετικών παραγόντων που σχετίζονται με την διερεύνηση από τις κοινωνικές υπηρεσίες της ουσιαστικής και όχι της ηλεκτρονικής καταλληλότητας για τη σύνδεση αναδόχων και παιδιών. Αποκρύπτεται επίσης συνειδητά ότι βασικό λόγο για την επιλογή αναδόχων γονέων για ένα παιδί που ζει σε ίδρυμα θα έχει ο φορέας που ασκεί τη γονική μέριμνα του παιδιού αυτού, συμφωνία που θα είναι αναγκαία προκειμένου να πραγματοποιηθεί είτε συμβατικά είτε δικαστικά μια σχέση αναδοχής ανηλίκου.
  • Επιβάλλει την σύνταξη Ατομικού Σχεδίου Οικογενειακής Αποκατάστασης των Παιδιών που ζουν σε ιδρύματα όμως δεν ζητά ούτε αιτιολόγηση, ούτε χρονοδιάγραμμα για την σταδιακή προσαρμογή ενός παιδιού σε νέα δεδομένα – παραμονή σε ίδρυμα, αναδοχή, υιοθεσία – ούτε στόχους. Είναι κενό περιεχομένου το ΑΣΟΕ όταν δεν τεκμηριώνεται και δεν ελέγχεται από τους εποπτεύοντες φορείς για ΚΑΘΕ ΠΑΙΔΙ. Σήμερα π.χ. υπάρχουν τέσσερα αδέλφια 4-10 ετών σε ένα ίδρυμα και το τελευταίο κρίνει ότι πρέπει και τα τέσσερα για λόγους δήθεν οικογενειακής ενότητας να παραμείνουν όλα μαζί στο ίδρυμα. Δηλαδή να ιδρυματοποιηθούν και τα τέσσερα αντί να εξεταστεί η λύση της αναδοχής τους ανά δύο ενδεχομένως και η επικοινωνία των παιδιών με βάση ένα συμφωνημένο πρωτόκολλο, όπως άλλα  ιδρύματα πολύ επιτυχημένα εφάρμοσαν. Κι έτσι ένα ίδρυμα μόνο αποφασίζει για τη ζωή και το μέλλον παιδιών των οποίων η ευθύνη ανήκει κατά το Σύνταγμα στο Κράτος.
  • Το ίδιο το νομοθέτημα δημιούργησε την εντύπωση, ακόμη και στους εφαρμοστές του, ότι κατάργησε τις ιδιωτικές υιοθεσίες και αναδοχές. Αυτό όμως δεν συνέβη. Εξακολουθεί η μεν ιδιωτική αναδοχή να συνάπτεται με ιδιωτική συμφωνία μεταξύ γονέων ή του επιτρόπου που ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου και των υποψήφιων αναδόχων  (ο επίτροπος πρέπει να λαμβάνει και την άδεια του δικαστηρίου κάτι που δεν αναφέρεται πουθενά στο νόμο) , η δε ιδιωτική υιοθεσία να συνάπτεται με δικαστική απόφαση με τη συναίνεση του φυσικού γονέα ή την αναπλήρωση της συναίνεσης από το Δικαστήριο σε ειδικές περιπτώσεις και την προϋπόθεση ότι υποψήφιος θετός γονέας έχει εγγραφεί  στο  Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Θετών Γονέων κάτι που δεν γνωρίζουμε ακόμη στην πράξη εάν και πως θα εφαρμοστεί από τα Δικαστήρια.
  • Ο νόμος υιοθέτησε σε λάθος κατεύθυνση και δίνοντας λάθος μηνύματα στην κοινωνία, πανομοιότυπες διατάξεις για την εφαρμογή των θεσμών της αναδοχής και της υιοθεσίας. Όμως οι δύο αυτοί θεσμοί προστασίας των ανηλίκων διαφοροποιούνται απολύτως, καθώς στη μεν υιοθεσία το παιδί αποκτά τη θέση φυσικού παιδιού των θετών γονέων του, στην αναδοχή όμως – που είναι κατ΄εξοχήν υποστηρικτικός στο παιδί κοινωνικός θεσμός- οι ανάδοχοι προσομοιάζουν και υποκαθιστούν το  συγγενικό και φιλικό υποστηρικτικό  περιβάλλον ενός παιδιού σε κίνδυνο (θείους, παππούδες, γιαγιάδες, νονούς, γείτονες, εκπαιδευτικούς). Είναι τα πρόσωπα εκείνα που αναλαμβάνουν να φροντίσουν ένα παιδί χωρίς να τους απασχολεί οπωσδήποτε η νομική θέση του ανηλίκου στην οικογένεια και η τυπική ένταξή του σ΄αυτήν, το χρονικό διάστημα της φροντίδας του, η επικοινωνία και η επαφή με τους φυσικούς γονείς, η σχέση με το ίδρυμα παιδικής προστασίας κλπ. Ενώ λοιπόν στην υιοθεσία οι ενδιαφερόμενοι αναζητούν «το δικό τους παιδί», στην αναδοχή έχουν πλήρη συναίσθηση ότι ανατρέφουν ένα παιδί υποστηρικτικά, που δεν είναι και που δεν θα γίνει ενδεχομένως ποτέ «δικό τους».  Η εννοιολογική αυτή διαφορά αυτή επέβαλλε a priori διαφορετική αντίληψη και ρύθμιση  των δύο αυτών κοινωνικών θεσμών προς όφελος της αποτελεσματικότητάς τους. Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρούμε ότι κακώς θεσπίστηκαν όρια ηλικίας στην αναδοχή και ο παράγοντας αυτός δεν αφέθηκε στην ευχέρεια του κοινωνικού λειτουργού ως προς την ευρύτερη κρίση της καταλληλότητας ενός αναδόχου. ΄Ετσι έχει αποδειχθεί στην πράξη από τη δράση εθελοντών  ότι υπό ειδικές προϋποθέσεις ανάδοχοι γονείς μπορεί να γίνουν νέοι 25-30  ετών, με ειδικές σπουδές παιδαγωγικής, ψυχολογίας, ειδικής αγωγής κλπ και να προσφέρουν  πολύ σημαντικές υπηρεσίες μέχρι το ευάλωτο παιδί ενδεχομένως να ενταχθεί σε μονιμότερη κατάσταση όπως και πρόσωπα που υπερβαίνουν τα 60 τους χρόνια κατ΄αναλογία της ηλικίας  γιαγιάς και παππού ενός φυσικού τέκνου της οικογένειας.
  • Ο νόμος δεν έλαβε υπόψη την κοινωνική πραγματικότητα ως προς το ηλικιακό φάσμα των παιδιών που χρήζουν κοινωνικής φροντίδας και την ανάγκη  θέσπισης διαφορετικής και πιο ευέλικτης μεθοδολογία για την υλοποίηση του θεσμού της αναδοχής σε παιδιά διαφορετικών ηλικιακών ομάδων και διαφορετικών αναγκών. Ψηφίστηκε ένα νομοθέτημα που παρέπεμπε εξαρχής και συλλήβδην  σε μια διαδικασία που θα μπορούσε να λειτουργήσει σε ανήλικους βρεφικής ή νηπιακής ηλικίας αλλά όχι σε παιδιά άνω των επτά ετών και πολύ περισσότερο σε προέφηβους και έφηβους και σε παιδιά με αναπηρίες στους οποίους επίσης (πρέπει να)  απευθύνεται ισότιμα ο θεσμός της αναδοχής.
  • Θεσπίστηκε με λάθος στόχο και σκοπό το Εθνικό Συμβούλιο για την Αναδοχή και την Υιοθεσία το οποίο πολύ σύντομα αποδείχθηκε (όπως άλλωστε και αυτό που ψηφίστηκε το με τον ν. 2447/1996 και δεν λειτούργησε ποτέ)  ένας θεσμός αναποτελεσματικός, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς πρωτοβουλίες και κυρίως χωρίς την επιδίωξη οποιασδήποτε συνεργασίας με οργανώσεις της «κοινωνίας των πολιτών», εμπειρογνώμονες, αναδόχους γονείς. Με το ΕΣΑνΥ σε ένα περισσότερο συντονιστικό ρόλο,   είχε έγκαιρα διαπιστωθεί η ανάγκη – επανειλημμένα προτάθηκε από εμάς – η δημιουργία περιφερειακών συμβουλίων /επιτροπών για την Παιδική Προστασία στο επίπεδο των 13 Περιφερειών της χώρας, όπου θα συμμετέχουν πρόσωπα και φορείς της τοπικής κοινωνίας και θα λύνονται αμεσότερα και εγκυρότερα ζητήματα που συνίστανται στην εφαρμογή κοινωνικής  πολιτικής για το παιδί σε τοπική επίπεδο. Ο αθηκοκεντρισμός και ο υδροκεφαλισμός της πρωτεύουσας που κατατρώγει αυτήν τη χώρα, ανεξάρτητα με τις εκάστοτε κυβερνήσεις, ακόμη και όταν  διαπιστώνεται η αναποτελεσματικότητα, η αδυναμία ή η ανικανότητα επιμένει να επικρατεί σε βάρος όλης της χώρας.
  • Παρά τη διατήρηση «μυστικών» των στατιστικών στοιχείων, σήμερα γνωρίζουμε ότι υπάρχει πολύ μικρό ενδιαφέρον αναδοχής ανηλίκων όπως και υιοθεσίας για παιδιά μεγαλύτερων ηλικιών, ανάπηρα παιδιά, παιδιά με κάποιες ασθένειες τα οποία, σε συνδυασμό με την επιπόλαιη πρόβλεψη της σύνδεσης παιδιών και υποψηφίων αναδόχων μόνο μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας και όχι και μέσω της κοινωνικής εργασίας των ιδρυμάτων σε συνεργασία με τις Περιφέρειες για τις καθόλου ή λιγότερο επιθυμητές αυτές κατηγορίες παιδιών απευθείας με ενδιαφερόμενους ανάδοχους γονείς , καταδικάζει τα παιδιά αυτά σε χρόνιο εγκλεισμό σε ίδρυμα καθώς έχουν σχεδόν μηδενικές πιθανότητες να συνδεθούν με ανάδοχη οικογένεια. Η εμπειρία της κοινωνικής εργασίας έδειξε ότι η σύναψη σχέσης αναδοχής μεγαλύτερων σε ηλικία και αναπήρων παιδιών, ακόμη και παιδιών με ψυχοκοινωνικές διαταραχές έχει συνήθως αντίστροφη πορεία από αυτήν που προβλέπει ο νόμος : Πρώτα ξεκινούν οι κοινωνικοί δεσμοί του ανήλικου με πρόσωπα από το περιβάλλον του (εθελοντές στο φορέα περίθαλψης, καθηγητές και δασκάλους, εργαζόμενους, πρόσωπα του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος του φορέα όπου ζει το παιδί), αναπτύσσονται αισθήματα εξοικείωσης, εμπιστοσύνης και συναισθηματικής προσέγγισης  και ακολουθεί το αίτημα για αναδοχή του παιδιού που μπορεί να οδηγήσει και στην υιοθεσία του. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερα σε μια χώρα όπου δεν έγινε καμιά προεργασία για να γίνει γνωστή η ουσία του θεσμού της αναδοχής,  να επικοινωνηθεί η θαυμαστή εμπειρία αναδόχων γονέων παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας, παιδιών αναπήρων, παιδιών με δύσκολα  τραυματικά βιώματα που η εξέλιξή τους στην ανάδοχη οικογένεια αποτέλεσε εξαιρετικές πρακτικές.  Ο νόμος αυτός με τη συγκεκριμένη του αδόκιμη διάταξη για την ηλεκτρονική διασύνδεση παιδιών κάθε ηλικίας και κάθε κατάστασης, αποτελεί την ταφόπλακα, για μια ακόμη φορά, του θεσμού της αναδοχής ανηλίκων στην Ελλάδα, ο οποίος θα πάψει  να εφαρμόζεται  εάν επειγόντως δεν αλλάξουν οι σχετικές ρυθμίσεις.
  • Η διαπίστωση της έλλειψης ενδιαφέροντος για την αναδοχή, μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι η συνολική ενημέρωση του ενδιαφερόμενου κοινού για την αναδοχή έπρεπε να προηγείται της κατάθεσης της αίτησης με τη θέσπιση τακτικών «κύκλων ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης» των πολιτών με τη συμμετοχή τόσο επαγγελματιών και εμπειρογνωμόνων – και όχι υπαλλήλων γραφείου – όσο και κυρίως αναδόχων γονέων που είναι οι μόνοι που μπορούν με εγκυρότητα να μεταφέρουν την εμπειρία του βιώματος της αναδοχής με παιδιά λιγότερο επιθυμητών κατηγοριών.
  • Ο νόμος 4538/2018 σε συνδυασμό με την αυθαίρετη, κάποιες φορές ερμηνεία του, και την έλλειψη επαρκούς  επιμόρφωσης των κοινωνικών επιστημόνων στην αρμοδιότητα και τη συλλογιστική των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών που αποφασίζουν για την αναδοχή και την υιοθεσία, έχει δημιουργήσει πλήρη σύγχυση και ασάφεια μεταξύ του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των εργαζομένων στις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες και της Δικαιοσύνης. Σήμερα περίπου επικρατεί η άποψη , ενώ δεν έχει αλλάξει καμιά διάταξη του Αστικού Κώδικα και της Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ότι το θέμα της αναδοχής και της υιοθεσίας ενός παιδιού θα το αποφασίσουν μόνο οι κοινωνικοί λειτουργοί και όχι η Δικαιοσύνη με την απόλυτη επικουρία της Κοινωνικής Εργασίας. Και οι θεσμοί αυτοί δεν είναι αντίπαλοι, είναι παράλληλοι και συνεργαζόμενοι, ο καθένας με το θεσμικό του ρόλο. ΄Ετσι συναντάμε εργαζόμενους στον τομέα της κοινωνικής εργασίας που δεν είναι σε θέση – και δεν είναι άλλωστε η δουλειά τους – να αναλύσουν και να συνθέσουν τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Ν. 4538/2018, που κάνουν λάθος ερμηνεία του νόμου, που αποφασίζουν μόνοι τους για θέματα που υπάγονται στη δικαιοδοσία της Δικαιοσύνης και φυσικά συναντάμε και δικαστές που λαμβάνουν αποφάσεις επιβλαβείς για το συμφέρον των παιδιών. ΄Εχουν ξεχάσει όμως οι εμπνευστές και οι συνεχιστές του Ν. 4538 ότι η ρύθμιση θεμάτων που αφορούν σε ανθρώπους  (πρέπει να) εξετάζονται κάθε φορά ως μία, ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση και δεν μπορούν να δημιουργούνται συλλήβδην ανελαστικές ρυθμίσεις. Γι αυτό και οι νόμοι πρέπει να αφήνουν ευχέρεια στον κοινωνικό λειτουργό και στον δικαστή να κρίνει σύμφωνα με την εξατομικευμένη κάθε  φορά περίπτωση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.
  • Δεν  θεσπίστηκαν κανόνες παρακολούθησης και  ελέγχου της εφαρμογής της νομοθεσίας για τις ίδιες τις κοινωνικές υπηρεσίες που κλήθηκαν να την εφαρμόσουν (Περιφέρειες, Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας, Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας)  και τα ιδρύματα, δημόσια και ιδιωτικά στα οποία διαβιούν ανήλικοι. Δεν γνωρίζουμε ούτε πόσες, ούτε ποιες Περιφέρειες, Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, Μονάδες Κοινωνικής Μέριμνας Ανηλίκων έχουν δημιουργήσει και εργάζονται πάνω στη σύσταση των Ειδικών Μητρών (αντίθετα γνωρίζουμε πολλούς φορείς που δεν κάνουν απολύτως τίποτα), συνεργάζονται όπως οφείλουν με τους Εισαγγελείς για το συμφέρον των ανηλίκων, προσφέρουν πραγματικά  τη δυνατότητα σε ένα παιδί που αιφνίδια απομακρύνεται από το περιβάλλον του, να βρεθεί  αμέσως στην κατάλληλη ανάδοχη οικογένεια (όπως οι διατάξεις του ΑΚ επιβάλλουν στα άρθρα 1532 και 1533) να μην τοποθετηθεί απευθείας σε ίδρυμα όπως είναι πάντα η εύκολη λύση.
  • Η «απαγόρευση» στα  ιδρύματα να υλοποιούν προγράμματα αναδοχής έχει σωρεύσει πολύ μεγάλο αριθμό παιδιών σε αυτά και θα επιδεινώσει τις συνθήκες διαβίωσής τους. Μέχρι σήμερα με μια εικαζόμενη προσέγγιση από τη παρατήρηση, προκύπτει ότι χονδρικά  στο σύνολο των αιτήσεων, το 95% αφορά αιτήσεις  υιοθεσίας βρεφών και νηπίων και κατά 5% αιτήσεις αναδοχής, ενώ δεν είμαστε σε θέση να υπολογίσουμε τον πολύ μικρό αριθμό αιτήσεων αναδοχής μεγαλυτέρων και αναπήρων παιδιών, πολλών αδελφών κλπ.  Ωστόσο, αντιμετωπίζοντας το θέμα με τη διασταλτική του ερμηνεία, με μόνο στόχο το συμφέρον των παιδιών, στην πραγματικότητα κάθε φορέας που έχει τη γονική μέριμνα ενός ανηλίκου, μπορεί και οφείλει να προωθεί το συμφέρον των παιδιών που προστατεύει μέσω της αναδοχής και της υιοθεσίας του, χωρίς να προσκολλάται σε μια γραμματική διατύπωση του νόμου 4538/2018 και τις ακολουθούμενες (αντισυνταγματικές εν δυνάμει)  υπουργικές αποφάσεις και να συνεχίζει να εργάζεται για την αποϊδρυματοποίηση λαμβάνοντας υπόψη μόνο την εύλογη προϋπόθεσης της  εγγραφής  των υποψηφίων θετών ή αναδόχων γονέων στα προβλεπόμενα Μητρώα. Κανένα δικαστήριο, κατά την άποψή μας, δεν θα απορρίψει μια αίτηση αναδοχής ή υιοθεσίας όταν γίνεται προς το συμφέρον ενός παιδιού, μόνο επειδή η σύνδεση παιδιού και αναδόχου δεν έγινε μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας που αποτελεί μια απλή διαδικαστική προϋπόθεση αμφίβολης σημασίας στο ζήτημα ελέγχου του συμφέροντος ενός παιδιού.

Για το τέλος αφήσαμε την απογοητευτικού περιεχομένου Κοινή Υπουργική Απόφαση με αριθμό Δ11/οικ. 31931/1272 ΦΕΚ 3329/Β/8-8-2020 για τον καθορισμό της διαδικασίας σύνδεσης των ανηλίκων με υποψηφίους αναδόχους και θετούς γονείς. Οι διατάξεις του εμπίπτουν στην κριτική του συνολικού νόμου ως προς την αντιμετώπιση της αναδοχής και της υιοθεσίας  (με τον ίδιο ακριβώς τρόπο) και είναι απόλυτα εσφαλμένες ως προς το σημείο τους χρόνου προσαρμογής των παιδιών με τους ανάδοχους και θετούς γονείς. Δυστυχώς κανένας από τους εμπνευστές και συντάκτες της απόφασης αυτής δεν γνωρίζει τίποτα για το θέμα για το οποίο νομοθέτησε. Έτσι μας εκπλήσσει το γεγονός ότι μιλά για περίοδο προετοιμασίας μιας αναδοχής ή μιας υιοθεσίας ενός μόλις μήνα, ενώ κάθε έμπειρος κοινωνικός λειτουργός γνωρίζει από την εμπειρία του ότι η περίοδος προσαρμογής υποψηφίων αναδόχων και θετών γονέων – όταν το παιδί δεν είναι βρέφος – και παιδιού που ζει σε ίδρυμα,  δεν μπορεί να είναι μικρότερος των 4 – 6 μηνών ενώ μπορεί να φτάσει ακόμη και το ένα έτος της σταδιακής ένταξης στην ανάδοχη οικογένεια και στην νέα κατάσταση της ζωής του με ασφάλεια και βεβαιότητα για το συμφέρον του.

Εν κατακλείδι,  το θέμα χρειάζεται επειγόντως νέα διαβούλευση επί πραγματικών πλέον ζητημάτων και προβλημάτων που ανέδειξε η εφαρμογή του Ν. 4538/2018 και επί των διαπιστώσεων που οφείλουν να γίνουν με τη συνδρομή επαγγελματιών του πεδίου (δηλαδή στελεχών της κοινωνικής εργασίας, της  δικαιοσύνης, της ψυχικής υγείας  που εργάζονται συστηματικά στο αντικείμενο) και όχι υπαλλήλων γραφείου υπουργείων και οργανισμών που θεωρητικολογούν έχοντας  άγνοια των πραγματικών αναγκών και συνθηκών. Η διαβούλευση αυτή πρέπει οδηγήσει σε μια γενναία τροποποίηση νομοθετικών διατάξεων και σε μια συστηματική ανοιχτή διαδικασία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κόσμου, πάνω στο θεσμό της αναδοχής ανηλίκων.  Αυτό πρέπει να γίνει άμεσα εάν ενδιαφέρει το Κράτος ο θεσμός της αναδοχής και της υιοθεσίας των ευάλωτων παιδιών. Αν όχι, ας συνεχίσουν έτσι. Οδηγούν για μια ακόμη φορά τους κοινωνικούς εξωϊδρυματικούς θεσμούς προστασίας του Παιδιού σε αυτοκατάργηση, τα ευάλωτα παιδιά στη συνέχιση του ιδρυματισμού και την κοινωνία σε εξάντληση της υπομονής της.

 

Διαβάστε Επίσης  Γιατροί Χωρίς Σύνορα για κλείσιμο ΠΙΚΠΑ: Αυτό το απάνθρωπο φιάσκο πρέπει να σταματήσει

Be the first to comment on "Η εφαρμογή του Ν. 4538/2018 για την προώθηση των θεσμών της αναδοχής και της υιοθεσίας και τα αποτελέσματά του. Η ανάγκη άμεσων θεσμικών και εφαρμοστικών τροποποιήσεων"

Leave a comment

Your email address will not be published.


*


error: Content is protected !!