Τα δεδομένα σχετικά με τις υποκειμενικά αντιλαμβανόμενες διακρίσεις στην ΕΕ δείχνουν ότι, το 2024, τα άτομα που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό (εκείνα που έχουν γεννηθεί σε διαφορετική χώρα από τη χώρα διαμονής) βίωσαν εντονότερα διακρίσεις σε διάφορα κοινωνικά πλαίσια σε σχέση με τους γηγενείς. Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε μεταξύ εκείνων που αναζητούν στέγαση, με το 12,5 % των ατόμων που γεννήθηκαν στο εξωτερικό να αναφέρουν ότι αισθάνονται ότι υφίστανται διακρίσεις, σε σύγκριση με μόλις 4,3 % μεταξύ των γηγενών ατόμων.
Ταυτόχρονα, το 9,7% των ατόμων που γεννήθηκαν στο εξωτερικό αισθάνθηκαν ότι υπέστησαν διακρίσεις όταν ήρθαν σε επαφή με δημόσιες υπηρεσίες ή διοικητικές υπηρεσίες, ενώ το ποσοστό αυτό για τους γηγενείς ήταν 4,5%.
Όσον αφορά τους δημόσιους χώρους (καφετέριες, καταστήματα, αθλητικές εγκαταστάσεις κ.λπ.), το 7,8% των ατόμων που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό αισθάνθηκαν ότι υπέστησαν διακρίσεις σε σύγκριση με το 2,8% των ατόμων που έχουν γεννηθεί στη χώρα.
Η μικρότερη διαφορά μεταξύ των ατόμων που γεννήθηκαν στο εξωτερικό και των γηγενών ατόμων καταγράφηκε κατά την αλληλεπίδραση με τα εκπαιδευτικά ιδρύματα: 4,3% έναντι 2,3%, αντίστοιχα.
Τα άτομα που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό έχουν σχεδόν τριπλάσιες πιθανότητες να αισθάνονται ότι υφίστανται διακρίσεις σε δημόσιους χώρους.
Όταν εξετάζουμε συγκεκριμένα τις διακρίσεις σε δημόσιους χώρους, οι 5 χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των ατόμων που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό είναι επίσης εκείνες με τα μεγαλύτερα χάσματα στην υποκειμενική αντίληψη όσον αφορά την διάκριση μεταξύ αλλοδαπών και γηγενών. Οι Κάτω Χώρες κατέλαβαν την πρώτη θέση, με 16,2% μεταξύ των αλλοδαπών σε σύγκριση με 5,0% μεταξύ των γηγενών (διαφορά 11,2 ποσοστιαίων μονάδων), ακολουθούμενες από την Αυστρία (13,9% έναντι 6,1%), τη Δανία (13,1% έναντι 5,3%), τη Φινλανδία (13,1% έναντι 2,4%) και την Πορτογαλία (10,8% έναντι 1,8%).
Τα ποσοστά των υποκειμενικά αντιλαμβανόμενων διακρίσεων ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων στην Κροατία (0,8% για τους αλλοδαπούς έναντι 0,7% για τους ντόπιους) και την Εσθονία (6,7% έναντι 6,4%).

Διακρίσεις: Η άδικη ή ή προκατειλημμένη μεταχείριση ατόμων και ομάδων με βάση τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά που ορίζονται στη νομοθεσία της ΕΕ: φύλο, ηλικία, αναπηρία, θρησκεία ή πεποιθήσεις, εθνοτική ή φυλετική καταγωγή και σεξουαλικός προσανατολισμός. Οι υποκειμενικά αντιλαμβανόμενες διακρίσεις αναφέρονται στην υποκειμενική εμπειρία διακρίσεων. Μετρώνται ρωτώντας τα άτομα αν έχουν αισθανθεί, τους τελευταίους 12 μήνες (τα τελευταία 5 χρόνια για τη στέγαση), ότι έχουν υποστεί προσωπικές διακρίσεις σε ορισμένες καταστάσεις. Οι υποκειμενικές αντιλήψεις για τις διακρίσεις, όπως μετρώνται μέσω ερευνών, μπορούν να επηρεαστούν από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθητοποίησης των ατόμων, των προσδοκιών, του νομικού πλαισίου και του βαθμού κοινωνικής αποδοχής. Ως αποτέλεσμα, αυτοί οι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την αναφορά των διακρίσεων και να επηρεάσουν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων μεταξύ διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων, χωρών ή πολιτισμικών πλαισίων.
Πηγή: ec.europa.eu/eurostat
socialpolicy.gr
Discover more from socialpolicy.gr
Subscribe to get the latest posts sent to your email.









































