Η εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία και η ουσιώδης συμβολή της στην προστασία της υγείας του πολίτη
Αθήνα, 20.07.2026
Εισαγωγή
Η ψυχοθεραπεία αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό και επαγγελματικό πεδίο, το οποίο έχει διαμορφωθεί μέσα από περισσότερα από εκατό χρόνια θεωρητικής επεξεργασίας, κλινικής πρακτικής, έρευνας και συστηματικής εκπαίδευσης. Αντικείμενό της είναι η κατανόηση και η θεραπευτική αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου, των συναισθηματικών δυσκολιών, των διαταραχών της ψυχικής υγείας, καθώς και των προβλημάτων που αφορούν τις ανθρώπινες σχέσεις, την προσωπική ανάπτυξη και τη δυνατότητα του ατόμου να νοηματοδοτεί την εμπειρία και τη ζωή του.
Η ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί απλώς ένα σύνολο τεχνικών ούτε ταυτίζεται με τη γενική συμβουλευτική, την προσωπική ανάπτυξη ή την εκπαίδευση ενηλίκων. Είναι μια εξειδικευμένη θεραπευτική δραστηριότητα, η οποία προϋποθέτει επιστημονική γνώση, πολυετή εκπαίδευση, κλινική εμπειρία, προσωπική θεραπευτική εργασία, συστηματική εποπτεία και σαφή δεοντολογική δέσμευση.
Η αυξανόμενη ανάγκη για υπηρεσίες ψυχικής υγείας, η αναγνώριση της σημασίας της πρόληψης και της έγκαιρης θεραπευτικής παρέμβασης, καθώς και η ανάπτυξη διαφορετικών επιστημονικά τεκμηριωμένων ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων καθιστούν αναγκαία τη δημιουργία ενός σαφούς θεσμικού πλαισίου για την εκπαίδευση και την άσκηση της ψυχοθεραπείας.
Στην Ελλάδα, παρά τη μακρά παρουσία επιστημονικών εταιρειών, εκπαιδευτικών ινστιτούτων και επαγγελματιών του πεδίου, εξακολουθεί να απουσιάζει ένα ειδικό και ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο. Η απουσία αυτή δημιουργεί ασάφεια ως προς τις προϋποθέσεις εκπαίδευσης, τα επαγγελματικά δικαιώματα, την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών φορέων και την προστασία όσων προσφεύγουν σε υπηρεσίες ψυχοθεραπείας.
Η θεσμική αναγνώριση της ψυχοθεραπείας αποτελεί, επομένως, ζήτημα δημόσιας υγείας και προστασίας του πολίτη. Δεν αφορά μόνο την επαγγελματική κατοχύρωση όσων ασκούν την ψυχοθεραπεία, αλλά πρωτίστως τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Η Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος, ως φορέας που εκπροσωπεί ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών και ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων, θεωρεί ότι η διαμόρφωση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου οφείλει να βασιστεί στη διεθνή επιστημονική γνώση, στην ευρωπαϊκή εμπειρία και στην πολυετή εκπαιδευτική και κλινική παράδοση που έχει ήδη αναπτυχθεί στη χώρα.
1. Η ψυχοθεραπεία ως αυτοτελές επιστημονικό και επαγγελματικό πεδίο
Η ψυχοθεραπεία έχει διαμορφώσει ένα διακριτό σώμα θεωρητικής γνώσης, ερευνητικής τεκμηρίωσης, κλινικής μεθοδολογίας και επαγγελματικής δεοντολογίας. Συνδιαλέγεται και αντλεί γνώσεις από την ψυχολογία, την ψυχιατρική, τις νευροεπιστήμες, την κοινωνιολογία, τη φιλοσοφία και άλλες επιστήμες του ανθρώπου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζεται με κάποιο από αυτά τα επιστημονικά πεδία.
Η διεπιστημονική της βάση δεν αναιρεί την αυτοτέλειά της. Αντίθετα, αναδεικνύει τη σύνθετη φύση της και την ανάγκη μιας ειδικής εκπαίδευσης, η οποία υπερβαίνει τα όρια ενός βασικού πανεπιστημιακού πτυχίου ή μιας σύντομης επαγγελματικής κατάρτισης.
Η άσκηση της ψυχοθεραπείας απαιτεί από τον επαγγελματία να μπορεί να αξιολογεί σύνθετες ψυχικές, σχεσιακές και κοινωνικές διεργασίες, να διαμορφώνει υπεύθυνα το θεραπευτικό πλαίσιο, να αναγνωρίζει τα όρια της επαγγελματικής του επάρκειας και να διαχειρίζεται με ασφάλεια καταστάσεις αυξημένης ψυχικής ευαλωτότητας ή επικινδυνότητας.
Για τον λόγο αυτό, η εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να υπάγεται στις γενικές προδιαγραφές της επαγγελματικής κατάρτισης ή της διά βίου μάθησης. Η ένταξή της σε πλαίσια που έχουν σχεδιαστεί για τη γενική εκπαίδευση ενηλίκων παραγνωρίζει τον κλινικό, βιωματικό και δεοντολογικό χαρακτήρα της και δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές απαιτήσεις της θεραπευτικής πράξης.
Η ψυχοθεραπεία ανήκει στο πεδίο της υγείας και, ειδικότερα, της ψυχικής υγείας. Η εκπαίδευση και η άσκησή της χρειάζεται, συνεπώς, να παρέχονται σε ένα ειδικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο να διασφαλίζει:
-
την επιστημονική επάρκεια των επαγγελματιών,
-
την ποιότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων,
-
τη συστηματική κλινική εποπτεία,
-
την τήρηση σαφών δεοντολογικών αρχών,
-
τη συνεχιζόμενη επαγγελματική ανάπτυξη,
-
την προστασία των θεραπευόμενων.
2. Η ιδιαίτερη φύση της εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία
Η αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη θεωρητική γνώση, αλλά πρωτίστως από την ικανότητα του θεραπευτή να δημιουργεί και να διατηρεί μια ασφαλή θεραπευτική σχέση. Η εμπιστοσύνη, η ενσυναίσθηση, η σταθερότητα, η δεοντολογική ευθύνη και η δυνατότητα του θεραπευτή να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται τις προσωπικές του αντιδράσεις συνιστούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις της θεραπευτικής πράξης. Στην ψυχοθεραπεία, ο ίδιος ο θεραπευτής αποτελεί το βασικό θεραπευτικό εργαλείο. Γι’ αυτόν τον λόγο η εκπαίδευσή του θεραπευτή δεν μπορεί να περιορίζεται στη θεωρητική του κατάρτιση ή στην εκμάθηση τεχνικών. Απαιτεί μια διαδικασία προσωπικής και επαγγελματικής διαμόρφωσης, μέσα από την οποία ο μελλοντικός θεραπευτής μαθαίνει να χρησιμοποιεί υπεύθυνα τον εαυτό του ως μέσο θεραπευτικής αλλαγής.
Η διεθνής εμπειρία έχει αναδείξει την εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία ως μια σύνθετη, πολυετή και πολυδιάστατη διαδικασία, η οποία συνδυάζει:
-
θεωρητική κατάρτιση,
-
βιωματική μάθηση,
-
προσωπική θεραπεία,
-
κλινική πρακτική άσκηση,
-
εποπτεία,
-
συνεχή επιστημονική έρευνα και επιμόρφωση.
Οι διαστάσεις αυτές αλληλοσυμπληρώνονται και συγκροτούν ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύνολο. Η απουσία οποιασδήποτε από αυτές περιορίζει ουσιαστικά την επαγγελματική συγκρότηση του ψυχοθεραπευτή.
Η θεωρητική κατάρτιση παρέχει το επιστημονικό υπόβαθρο για την κατανόηση της ανθρώπινης ανάπτυξης, της ψυχοπαθολογίας, των θεραπευτικών διεργασιών και της σύγχρονης γνώσης για την ψυχική υγεία.
Η βιωματική μάθηση επιτρέπει στον εκπαιδευόμενο να προσεγγίζει τις ανθρώπινες διεργασίες όχι μόνο γνωστικά, αλλά και μέσα από την προσωπική του εμπειρία, καθώς καλλιεργείται η βαθύτερη κατανόηση και αποδοχή του εαυτού του και, μέσω αυτής, η ενσυναίσθηση, η επίγνωση των προσωπικών αντιδράσεων, η ανοχή στη συναισθηματική πολυπλοκότητα και η δυνατότητα αυθεντικής παρουσίας απέναντι στον θεραπευόμενο.
Η προσωπική θεραπεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσης, καθώς ο θεραπευτής εργάζεται όχι μόνο με τις γνώσεις του, αλλά και με την προσωπικότητα, την ιστορία και τις εσωτερικές του διεργασίες. Η αναγνώριση των προσωπικών ευαλωτοτήτων, των περιορισμών, των ασυνείδητων διεργασιών και των «τυφλών σημείων» αποτελεί όχι μόνο προσωπική αλλά και επαγγελματική και δεοντολογική ευθύνη του θεραπευτή.
Η κλινική πρακτική και η εποπτεία διασφαλίζουν τη μετατροπή της θεωρητικής γνώσης σε ασφαλή και αποτελεσματική θεραπευτική εργασία. Η εποπτεία δεν αποτελεί διαδικασία ελέγχου, αλλά χώρο επιστημονικού αναστοχασμού, μέσα στον οποίο ο θεραπευτής επεξεργάζεται τις δυσκολίες της θεραπευτικής σχέσης, τα κλινικά διλήμματα, τα λάθη, την αντιμεταβίβαση, τα όρια της επαγγελματικής ευθύνης και τους κινδύνους επαγγελματικής εξουθένωσης.
Η έρευνα, τέλος, διατηρεί την εκπαίδευση σε συνεχή διάλογο με την εξέλιξη της επιστήμης και διασφαλίζει ότι η θεραπευτική πρακτική στηρίζεται σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα.
3. Η διαμόρφωση της ψυχοθεραπευτικής ταυτότητας
Η ψυχοθεραπευτική ταυτότητα δεν συγκροτείται μόνο μέσα από την απόκτηση γνώσεων, αλλά μέσα από μια διαδικασία προσωπικής και επαγγελματικής ωρίμανσης. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, όταν η εκπαίδευση περιορίζεται κυρίως σε ακαδημαϊκά ή θεωρητικά πλαίσια, χωρίς επαρκή βιωματική εκπαίδευση, προσωπική θεραπεία, εποπτεία και ουσιαστική κλινική ενσωμάτωση, οι εκπαιδευόμενοι συχνά τη βιώνουν ως ανεπαρκή για τη διαμόρφωσή τους ως θεραπευτών.
Η ακαδημαϊκή εκπαίδευση είναι απολύτως απαραίτητη, δεν επαρκεί όμως από μόνη της για την ανάπτυξη των δεξιοτήτων που απαιτεί η θεραπευτική εργασία. Χρειάζεται να συνδέεται οργανικά με τη βιωματική μάθηση, την προσωπική θεραπεία, την εποπτεία και τη συστηματική κλινική εμπειρία, ώστε να διαμορφώνεται ένας θεραπευτής επιστημονικά επαρκής, ανθρώπινα διαθέσιμος και δεοντολογικά υπεύθυνος.
Όταν αυτή η διεργασία υποβαθμίζεται ή απουσιάζει, αυξάνεται ο κίνδυνος επαγγελματικής εξουθένωσης, ψυχικής και σωματικής επιβάρυνσης, αποστασιοποίησης από το θεραπευτικό έργο και, σε αρκετές περιπτώσεις, εγκατάλειψης της κλινικής πράξης.
Η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν μπορεί, επομένως, να αξιολογείται αποκλειστικά με ακαδημαϊκά κριτήρια ή με βάση τον αριθμό των διδακτικών ωρών. Οφείλει να αξιολογείται με βάση την ικανότητά της να διαμορφώνει επαγγελματίες που μπορούν να αναλαμβάνουν τη θεραπευτική σχέση με επιστημονική επάρκεια, προσωπική ωριμότητα και δεοντολογική ευθύνη.
4. Η πολυμορφία των ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων ως επιστημονικός πλούτος
Η ψυχοθεραπεία χαρακτηρίζεται από μια μακρά επιστημονική παράδοση και από την ανάπτυξη διαφορετικών θεωρητικών και κλινικών προσεγγίσεων, όπως οι ψυχοδυναμικές, οι συστημικές, οι γνωσιακές-συμπεριφορικές, οι προσωποκεντρικές, οι υπαρξιακές, οι συνθετικές σχολές κ.ά.
Η πολυμορφία αυτή δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις της επιστήμης της ψυχοθεραπείας. Αντανακλά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας, τη διαφορετικότητα των θεραπευτικών αναγκών και τη συνεχή εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης.
Καμία ψυχοθεραπευτική προσέγγιση δεν μπορεί να καλύψει από μόνη της το σύνολο των αναγκών όλων των θεραπευόμενων. Η συνύπαρξη διαφορετικών θεωρητικών παραδειγμάτων επιτρέπει την ανάπτυξη εξειδικευμένων μοντέλων κατανόησης και παρέμβασης και προάγει τον επιστημονικό διάλογο, την έρευνα και τη συνεχή βελτίωση της θεραπευτικής πρακτικής.
Η ποιότητα της ψυχοθεραπείας διασφαλίζεται μέσα από τις προδιαγραφές της εκπαίδευσης, της εποπτείας, της δεοντολογίας και της επιστημονικής τεκμηρίωσης και όχι μέσω του περιορισμού της θεωρητικής πολυμορφίας.
5. Η ευρωπαϊκή εμπειρία
Η ευρωπαϊκή εμπειρία επιβεβαιώνει ότι τα αποτελεσματικότερα θεσμικά πλαίσια δεν επιβάλλουν ένα ενιαίο θεωρητικό μοντέλο ούτε περιορίζουν τον αριθμό των αναγνωρισμένων ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων.
Αντίθετα, αξιοποιούν την πολυετή εμπειρία των αναγνωρισμένων επιστημονικών οργανισμών και θεσπίζουν κοινά πλαίσια ποιότητας, μέσα στα οποία μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, εφόσον πληρούν κοινές απαιτήσεις ως προς:
-
την εκπαίδευση,
-
την προσωπική θεραπεία,
-
την εποπτεία,
-
την κλινική πρακτική,
-
τη δεοντολογία,
-
τη συνεχιζόμενη επιστημονική επιμόρφωση.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα υπερβολικά περιοριστικά συστήματα, είτε ως προς τις αναγνωριζόμενες προσεγγίσεις είτε ως προς τις επιτρεπόμενες θεραπευτικές μεθόδους, χρειάστηκε συχνά να αναθεωρηθούν ή να συμπληρωθούν, ώστε να καταστούν περισσότερο ευέλικτα, επιστημονικά τεκμηριωμένα και συμβατά με την εξέλιξη της ψυχοθεραπείας.
Η ψυχοθεραπεία αποτελεί ένα δυναμικά εξελισσόμενο επιστημονικό πεδίο. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν κλειστό κατάλογο τεχνικών ούτε να παγιωθεί σε μία συγκεκριμένη θεωρητική αντίληψη. Χρειάζεται σαφείς ποιοτικές προδιαγραφές, αλλά ταυτόχρονα χώρο για επιστημονική εξέλιξη, κριτικό διάλογο και αναγνώριση της πολυπαραδειγματικής της φύσης.
Σήμερα, σε 21 ευρωπαϊκές χώρες η ψυχοθεραπεία υπάγεται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές υγείας, ενώ σε αρκετές ρυθμίζεται μέσα από τη συνεργασία των αρχών υγείας, των πανεπιστημίων και των αναγνωρισμένων επιστημονικών οργανισμών ψυχοθεραπείας.
Κοινό χαρακτηριστικό των συστημάτων αυτών είναι ότι η θεσμική αναγνώριση βασίστηκε στην προϋπάρχουσα επιστημονική γνώση και στην ήδη διαμορφωμένη εκπαιδευτική εμπειρία, για να διαμορφώσει τα κριτήρια αξιολόγησης της ψυχοθεραπευτικής επάρκειας.
6. Το Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας
Η πρόσφατη πρωτοβουλία του Υπουργείου Υγείας για τη θεσμοθέτηση του Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Για πρώτη φορά επιχειρείται η συνολική αντιμετώπιση της εκπαίδευσης και της άσκησης της ψυχοθεραπείας μέσα στο φυσικό της πεδίο, δηλαδή στο πεδίο της ψυχικής υγείας, με την αναγνώριση ότι δεν αποτελεί μορφή γενικής εκπαίδευσης ενηλίκων, αλλά εξειδικευμένη δραστηριότητα στο πλαίσιο της ψυχικής υγείας.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚεΣΥ), η οποία αναγνωρίζει την εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία ως μια μακρόχρονη και σύνθετη διαδικασία που περιλαμβάνει θεωρητική κατάρτιση, βιωματική εκπαίδευση, προσωπική θεραπεία, κλινική πρακτική άσκηση, εποπτεία και συνεχή επιστημονική εξέλιξη.
Αναγνωρίζει, επίσης, ότι η εκπαίδευση αυτή αναπτύσσεται διεθνώς μέσα από εξειδικευμένα και αυτόνομα εκπαιδευτικά κέντρα, στελεχωμένα από έμπειρους ψυχοθεραπευτές διαφορετικών προσεγγίσεων, οι οποίοι μεταφέρουν όχι μόνο θεωρητική γνώση, αλλά και κλινική εμπειρία, θεραπευτική στάση και επαγγελματική κουλτούρα.
Πρόκειται για ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που έχει διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες ευρωπαϊκής εμπειρίας και αποβλέπει στη συγκρότηση επαγγελματιών ικανών να αναλαμβάνουν τη θεραπευτική σχέση με επάρκεια, υπευθυνότητα και δεοντολογική συνέπεια.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι, επίσης, ότι το Παρατηρητήριο συνδέει την ψυχοθεραπεία με το ευρύτερο πεδίο της συμβουλευτικής ψυχικής υγείας. Δημιουργεί, έτσι, τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση ενός ευρύτερου φάσματος επιστημονικά τεκμηριωμένων θεραπευτικών και συμβουλευτικών προσεγγίσεων, χωρίς να υπονομεύονται η ποιότητα και η επιστημονική αυστηρότητα.
Ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο οφείλει να διασφαλίζει κοινά πρότυπα εκπαίδευσης, δεοντολογίας και αξιολόγησης, σεβόμενο ταυτόχρονα την πολυμορφία των ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων και τη συνεχή εξέλιξη της επιστήμης.
7. Η θέση της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος
Η Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος υποστηρίζει διαχρονικά την ανάγκη αυτής της θεσμοθέτησης και θεωρεί ότι κάθε σύγχρονο σύστημα ρύθμισης της ψυχοθεραπείας οφείλει να στηρίζεται σε σαφείς επιστημονικές αρχές, διαφανείς διαδικασίες και κοινά πρότυπα ποιότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕΨΕ θεωρεί ότι το θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει:
-
να αναγνωρίζει την ψυχοθεραπεία ως δραστηριότητα του πεδίου της υγείας, διακριτή από τη γενική ή επαγγελματική εκπαίδευση ενηλίκων,
-
να διασφαλίζει υψηλές προδιαγραφές εκπαίδευσης, οι οποίες να περιλαμβάνουν θεωρητική κατάρτιση, βιωματική εκπαίδευση, προσωπική θεραπεία, εποπτεία, κλινική πρακτική άσκηση και συνεχή επιστημονική εξέλιξη,
-
να κατοχυρώνει τα θεμελιώδη κοινά ποιοτικά κριτήρια, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους προσεγγίσεων,
-
να αξιοποιεί την εμπειρία και την τεχνογνωσία των αναγνωρισμένων επιστημονικών και εκπαιδευτικών οργανισμών, οι οποίοι επί δεκαετίες εκπαιδεύουν ψυχοθεραπευτές σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά πρότυπα,
-
να προάγει τη συνεχή αξιολόγηση και τον ποιοτικό έλεγχο όλων των φορέων που παρέχουν εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία,
-
να διασφαλίζει την πολυμορφία των επιστημονικών προσεγγίσεων, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αποτελεί στοιχείο της εξέλιξης της επιστήμης και όχι εμπόδιο στη διασφάλιση της ποιότητας.
Παράλληλα, η ΕΕΨΕ θεωρεί ότι η απουσία ειδικού θεσμικού πλαισίου κατά τις προηγούμενες δεκαετίες δεν μπορεί να οδηγεί στην απαξίωση ή την ποινικοποίηση εκπαιδευτικών και επιστημονικών δραστηριοτήτων που λειτούργησαν σύμφωνα με αναγνωρισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα και συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση γενεών επαγγελματιών ψυχικής υγείας.
Συμπεράσματα
Η ψυχοθεραπεία αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία ανταποκρίνεται στον ανθρώπινο ψυχικό πόνο, υποστηρίζει την ψυχική ανθεκτικότητα και προάγει την ψυχική υγεία. Η ποιότητα αυτής της φροντίδας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα της εκπαίδευσης των επαγγελματιών που την παρέχουν.
Η εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία είναι μια μακρόχρονη διαδικασία επιστημονικής, προσωπικής και επαγγελματικής διαμόρφωσης. Ο μελλοντικός θεραπευτής μαθαίνει να χρησιμοποιεί υπεύθυνα τον εαυτό του ως μέσο θεραπευτικής αλλαγής. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της βιωματικής μάθησης, που αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία και τη διαφοροποιεί από άλλες μορφές εκπαίδευσης.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι τα αποτελεσματικότερα θεσμικά πλαίσια συνδυάζουν τις υψηλές προδιαγραφές εκπαίδευσης, τη συνεχή εποπτεία και αξιολόγηση, την αναγνώριση της επιστημονικής πολυμορφίας και τη συνεργασία με τους αναγνωρισμένους επιστημονικούς φορείς.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια σημαντική ευκαιρία να διαμορφώσει ένα αντίστοιχο σύγχρονο πλαίσιο, αξιοποιώντας τη διεθνή εμπειρία, την υφιστάμενη εκπαιδευτική παράδοση και τη γνώση που έχει συσσωρευθεί από τους επιστημονικούς οργανισμούς της χώρας. Είναι επιλογή δημόσιας πολιτικής με άμεσες συνέπειες για την ποιότητα της φροντίδας ψυχικής υγείας, την προστασία των πολιτών και την αξιοπιστία του ίδιου του συστήματος υγείας.
Η Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος δηλώνει την πρόθεσή της να συμβάλει ενεργά σε αυτή τη διαδικασία, υποστηρίζοντας ένα θεσμικό πλαίσιο που θα συνδυάζει την επιστημονική τεκμηρίωση, τη διαφάνεια και τη διασφάλιση της ποιότητας, προς όφελος των πολιτών, των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και της δημόσιας υγείας συνολικά.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (Ε.Ε.Ψ.Ε.)
Η Πρόεδρος: Δρ. Τσαμπίκα Μπαφίτη
Η Αντιπρόεδρος Α’: Δέσποινα Μπάλλιου
Ο Αντιπρόεδρος Β’: Δρ. Στέλιος Κρασανάκης
Το Μέλος – Ειδ. Αντιπρόσωπος διασύνδεσης με EAP: Δρ. Πάνος Ασημάκης
Η Γραμματέας: Βιργινία Ιωαννίδου
Η Ταμίας: Δρ. Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Το Μέλος: Δρ. Ιωάννα Κουστένη
Discover more from socialpolicy.gr
Subscribe to get the latest posts sent to your email.





































