Θανάσης Σαντατσόγλου,
Φοιτητής Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής,
Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις στην ελληνική κοινωνία, σχετικά με την δημόσια και δωρεάν παιδεία. Δεν υπάρχει πολίτης που να μην γνωρίζει εμπειρικά το ταλαιπωρημένο άρθρο 16 του Συντάγματος και συγκεκριμένα την 4η παράγραφο: «Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της». Αν και πολλά έχουμε να παρατηρήσουμε για τις κατώτερες βαθμίδες, θα επικεντρωθούμε στην Γ΄βάθμια εκπαίδευση, αυτή των ΑΕΙ και ΤΕΙ. Σαφώς, η ανώτατη εκπαίδευση είναι και αυτή δημόσια και δωρεάν. Οι φοιτητές δεν πληρώνουν δίδακτρα, ενώ τα συγγράμματα παρέχονται δωρεάν από το δημόσιο. Όσες φορές κάποια πολιτική ηγεσία προσπάθησε να ανοίξει το θέμα της εισαγωγής διδάκτρων στην Γ΄βάθμια εκπαίδευση, οι αντιδράσεις ήταν άμεσες, καθώς όχι μόνο ο φοιτητής, αλλά και η οικογένειά του θα έπρεπε να επωμιστούν το βάρος των διδάκτρων. Από την άλλη όμως, όταν οι Φοιτητικοί Σύλλογοι παρουσιάζουν περεταίρω αιτήματα σε σχέση με την οικονομική τους ελάφρυνση, οι γνωστές στερεοτυπικές φράσεις γίνονται ένα ιδεολογικό όπλο, που καταφέρνει να ενεργοποιήσει τον κοινωνικό αυτοματισμό. Να δούμε λοιπόν ποιος έχει «δίκιο».
Ας εξετάσουμε θεωρητικά το κατά πόσον η ελληνική Γ΄βάθμια εκπαίδευση είναι πρακτικά ένα αγαθό που παρέχεται δωρεάν. Το σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ, ακόμα και μετά την τελευταία του τροποποίηση, καθιστά την δυνατότητα επιτυχίας για τους υποψηφίους από δύσκολη έως αδύνατη σε κάποιες περιπτώσεις, για τους μαθητές που δεν θα παρακολουθήσουν μαθήματα σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Τα φροντιστήρια αποτελούν πλέον θεσμό και αντιμετωπίζονται ως μία φυσικότητα από την ελληνική κοινωνία. Εμπειρικά γνωρίζουμε πως το ποσό που μία οικογένεια υποψηφίου δαπανά για την εισαγωγή του βρίσκονται περίπου στα 5.000 ευρώ. Από την στιγμή λοιπόν που η μη συμμετοχή σε ατή την παράλληλη εκπαίδευση εύκολα συνεπάγεται και μη εισαγωγή στην Γ’βάθμια, δεν είναι αυθαίρετο να υποστηρίξουμε πως τα ποσά αυτά αποτελούν έμμεσα δίδακτρα, από τα οποία μάλιστα το κράτος θα κερδίσει μέσω της φορολογίας. Ασφαλώς, πολλές οικογένειες που δεν μπορούν να υποστηρίξουν οικονομικά αυτά τα ποσά, αναγκάζονται να βγάζουν από τον σχεδιασμό τους την Γ΄βάθμια εκπαίδευση για τα παιδιά τους. Έτσι, γίνεται ένα πρώτο «ξεκαθάρισμα» ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις που θα λάβουν μέρος στην ανώτατη εκπαίδευση. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που έπεται.
Φοιτητής σημαίνει αμφιθέατρο. Η ανώτατη εκπαίδευση διαφέρει κατά πολύ από τις άλλες βαθμίδες. Η παρακολούθηση δεν είναι υποχρεωτική. Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζουμε πως για να μπορέσει κάποιος να προσεγγίσει την επιστήμη του, οφείλει να συμμετέχει στις διαλέξεις του ιδρύματός του, στα εργαστήρια, ενώ παράλληλα πρέπει να κάνει και μία επιπλέον έρευνα δικής του ευθύνης – επίσκεψη στην βιβλιοθήκη, έρευνα στο διαδίκτυο κτλ. Έτσι, ο φοιτητής έχει τον χρόνο σπουδών και τον ελεύθερο χρόνο, μέρος του οποίου οφείλει να επενδύσει στις σπουδές του. Το θεωρητικό αυτό σχήμα δεν θα το εντοπίζουμε, αν μπούμε σε ένα αμφιθέατρο. Άδειοι πανεπιστημιακοί χώροι, μέσοι όροι παρακολούθησης μέχρι και λιγότερο από το 1/3 του αριθμού των εγγεγραμμένων. Αυτά τα δεδομένα αλλάζουν από ίδρυμα σε ίδρυμα, αλλά η ουσία παραμένει πάντα η ίδια. Εννοείται, πως την χειρότερη τύχη έχουν τα περιφερειακά Τμήματα.
Εύκολο είναι να αντιληφθούμε πως οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις θα δυσκολευτούν πολύ να ανταπεξέλθουν στο παραπάνω χρονοδιάγραμμα. Οι οικογένειες περιμένουν πολλές φορές από τα νεότερα μέλη τους οικονομική υποστήριξη. Αυτό εύκολα οδηγεί στην διακοπή των σπουδών. Όμως, ακόμα και αν η οικονομική κατάσταση μίας οικογένειας δεν βρίσκεται σε αυτό το σημείο και πάλι θα είναι δύσκολη η υποστήριξη του φοιτητή από την οικογένειά του. Ο φοιτητής έτσι προχωρά σε μία βίαιη ενηλικίωση: αναζητά εργασία, με σκοπό την υποστήριξη των σπουδών του, αποκτά περισσότερο ή λιγότερο μία οικονομική ανεξαρτησία. Γιατί όμως, εφόσον δεν υπάρχουν δίδακτρα; Διότι ο φοιτητής πρέπει να αναζητήσει στέγη, τροφή, κάλυψη μετακινήσεων κτλ. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν κυρίως οι φοιτητές των κατώτερων κοινωνικών τάξεων που σπουδάζουν σε άλλον τόπο από αυτόν της καταγωγής τους. Προφανώς οι Φοιτητικοί Σύλλογοι έχουν διεκδικήσει τις φοιτητικές εστίες, την φοιτητική σίτιση, καθώς επίσης υπάρχουν και εκπτωτικά εισιτήρια στις μεταφορές. Αν όλα αυτά γίνονται, για ποιον λόγο υπάρχουν άδεια αμφιθέατρα; Προφανώς διότι δεν επαρκούν. Η σίτιση και κυρίως η στέγαση έχουν αριθμό δικαιούχων δυσανάλογο προς αυτό των φοιτητών που αντιμετωπίζουν κοινωνικές ανάγκες, ενώ τα εκπτωτικά εισιτήρια δεν προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες του φοιτητή, αλλά αρκούνται στο να γίνει ένα ΜΜΜ ανταγωνιστικότερο από ένα άλλο. Η πραγματικότητα έρχεται σε τρομερή σύγκρουση με την θεωρία. Η ανώτατη εκπαίδευση δεν έχει δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα. Απλά, υποστηρίζεται από απλές δομές Κοινωνικής Πολιτικής, εμβρυακού βαθμού. Οι σπουδές κοστίζουν, φοιτητές σταματούν τις σπουδές τους ή τις παρατείνουν τόσο ώστε να χάνουν την ουσία τους. Η μη καταβολή διδάκτρων δεν αρκεί από μόνη της, καθώς χωρίς την περεταίρω μέριμνα δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να δημιουργεί φοιτητές χωρίς σπουδές.
Η οικονομική κρίση δημιούργησε ένα πεδίο ανάπτυξης ιδεολογικών τοποθετήσεων από όλες τις πλευρές. Ο φιλελευθερισμός αναπτύχθηκε όλο και περισσότερο ιδεολογικά, σε αυτό που ήδη από τον προηγούμενο αιώνα άρχισε να δομείται, τον νεοφιλελευθερισμό. Η σχέση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς φέρνει όλο και περισσότερο στο προσκήνιο την έννοια του ανταγωνισμού, με σκοπό την αύξηση της ποιότητας της εκπαίδευσης, με τον προσανατολισμό του συσχετισμού εκπαίδευσης-αγοράς. Τα αντανακλαστικά των Φοιτητικών Συλλόγων έχουν δείξει μέχρι στιγμής πως θα είναι πολύ δύσκολο να επιβληθεί η ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Παρ’ όλα αυτά, η όλη συζήτηση που ανοίγει επάνω στο θέμα, καταφέρνει να πετύχει κάποιους σκοπούς, ακόμα και αν δεν επιτύχει την ιδιωτικοποίηση της Γ’βάθμιας. Η μεταφορά της συζήτησης από τα κοινωνικά προβλήματα, στον ανταγωνισμό και την αγορά, καταφέρνει να μειώσει την ανταπόκριση της κοινωνίας στις φοιτητικές ανάγκες-και όχι μόνο, βέβαια. Ταυτόχρονα, πολιτικές παρατάξεις εντός των ΑΕΙ και ΤΕΙ, με ηγεμονικό ρόλο, δραστηριοποιούνται με τρόπο ώστε να παρουσιάσουν άλλες ανάγκες από τις άμεσες, συμβαδίζοντας ιδεολογικά με τις αντίστοιχες πολιτικές τους ηγεσίες. Ο «εκσυγχρονισμός» των Πανεπιστημίων, βάσει των ευρωπαϊκών προτύπων γίνεται δελεαστικός. Όμως, τα μεγάλα παραδείγματα ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης είναι ιδιωτικά. Το ερώτημα που τίθεται είναι το τι δεν μας αρέσει στο Πανεπιστήμιο του σήμερα και τι θέλουμε να γίνει. Θέλουμε πανεπιστημιακή εκπαίδευση για λίγους και συνδεδεμένη με τις ανάγκες της αγοράς ή πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους και συνδεδεμένη με τις κοινωνικές ανάγκες; Αυτοί είναι οι δύο κόσμοι που αυτή τη στιγμή συγκρούονται μέσα στην κοινωνία, μέσα στους Φοιτητικούς Συλλόγους και στην ακαδημαϊκή κοινότητα, εν γένει. Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα της διαμάχης, είναι βέβαιο πως θα αλλάξει τα δεδομένα στην ανώτατη εκπαίδευση. Βρισκόμαστε σε μία εποχή-γέφυρα, που μετά το πέρας της είναι βέβαιο πως η πραγματικότητα του αύριο θα είναι διαφορετική από αυτή του σήμερα.
Discover more from socialpolicy.gr
Subscribe to get the latest posts sent to your email.