Μουζάκη Μαρία [1]
Κάθε χρόνο, η δεύτερη Κυριακή του Μαΐου συνιστά για πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, μία αφορμή προκειμένου κανείς να σταθεί και να αναλογιστεί τι σημαίνει η μητρότητα και ποιος εν τέλει είναι ο ρόλος της μητέρας εντός της σύγχρονης κοινωνίας. Ένας ρόλος που συχνά μοιάζει να “ακροβατεί” ανάμεσα στα κοινωνικά πρέπει και τα προσωπικά θέλω, την ίδια ώρα που άλλοι βιολογικοί παράγοντες έρχονται να “αναπροσαρμόσουν” το σύγχρονο κυνήγι της ευτυχίας. Ένα παιχνίδι ισορροπίας, προσωπικής επιτυχίας και ευτυχίας με σαφείς προεκτάσεις σε κοινωνικό, πολιτισμικό και οικονομικό επίπεδο.
Αυτός ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της μητρότητας οφείλεται στις πολυδιάστατες και πολυσύνθετες επιπτώσεις που επιφέρει τόσο σε μίκρο-επίπεδο, όσο και σε μάκρο-επίπεδο. Η συμπεριφορά και η επιρροή μιας μητέρας δεν περιορίζεται εντός των τειχών μίας οικίας. Είναι το ίδιο πρόσωπο που είναι υπεύθυνο σε μεγάλο βαθμό για τη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας, της αυτοαντίληψης και της αυτοεκτίμησης ενός παιδιού, με τη μεταξύ τους σχέση να αποτελεί το πρότυπο για όλες τις μελλοντικές, ενήλικες σχέσεις του.
Το γεγονός αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται από την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα, μιας και οι πρώτες αναφορές για την “Ημέρα της Μητέρας” βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα. Στη λαϊκή πεζογραφία δε, ο χαρακτήρας της μητέρας, λαμβάνει συχνά ιστορικές διαστάσεις. Σε εξαιρετικά κρίσιμες ιστορικές στιγμές, η μητέρα δεν διστάζει μέχρι και να θυσιάσει το παιδί της για τη σωτηρία του έθνους, δίνοντας με αυτό τον τρόπο το παράδειγμα της εθνικής ενότητας και αλληλεγγύης.
Στη σύγχρονη εποχή, ο ρόλος της μητέρας εμμένει σε παραδοσιακά μοτίβα συμπεριφοράς, με τη γυναίκα να επωμίζεται την ανατροφή των παιδιών, όπως και τη φροντίδα του σπιτιού, έστω και αν εργάζεται. Ένα κοινωνικό πρότυπο συνώνυμο της “κοινωνικά αποδεκτής θηλυκότητας”, με ότι αυτό σημαίνει για τη σύγχρονη γυναίκα.
Μία εικόνα συχνά αψεγάδιαστη, η οποία περιλαμβάνει αντικρουόμενους και αντιφατικούς ρόλους, οι οποίοι καλούν την κάθε γυναίκα σε διαρκή επαγρύπνηση και αγώνα, με σκοπό την κοινωνική αποδοχή και αναγνώριση. Μια αποδοχή που δεν της εξασφαλίζει απλώς τη θέση της εντός της κοινωνικής σκακιέρας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία χτίζει την αυτοεκτίμηση και την ψυχοσυναισθηματική της υγεία.
Το ερώτημα βέβαια που τίθεται σε αυτό το σημείο δεν επικεντρώνεται στην κοινωνική πίεση που βιώνει διαρκώς, προκειμένου να ανταποκρίνεται και να υποδύεται αποτελεσματικά, τους εκάστοτε κοινωνικούς ρόλους. Ίσως το πιο σημαντικό είναι το κατά πόσο μία μητέρα/εργαζόμενη και σύζυγος μπορεί να έχει την επιλογή να ακολουθεί τα προσωπικά της θέλω μέσα στα κοινωνικά πρέπει. Με λίγα λόγια το πως η προσωπική της ευτυχία μπορεί να συμβαδίζει με τα «κοινωνικά πρέπει» και τέλος, πως μπορεί να ορίσει η ίδια τα πραγματικά της «θέλω» μέσα σε αυτό το πιεστικό κοινωνικό πλαίσιο;
Ο “κοινωνικός” ρόλος της μητέρας
Οι λειτουργίες που επιτελεί η μητέρα είναι πολυδιάστατες και πολυσύνθετες. Στη διεθνή βιβλιογραφία δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην ποιότητα της σχέσης ανάμεσα στο παιδί και στη μητέρα και ειδικότερα στις πρώιμες αλληλεπιδράσεις που ξεκινούν ήδη από τη βρεφική ηλικία, όταν άλλοι μελετητές εστιάζουν στην περίοδο της κυήσεως. Αυτός ο συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσεται είναι καθοριστικής σημασίας για την ομαλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού.
Η θεωρία της προσκόλλησης, όπως ονομάστηκε, υποδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η μητέρα στη γνωστική, στην ψυχοσυναισθηματική και στην κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Είναι το κύριο πρόσωπο που μπορεί να προσφέρει ασφάλεια και αυτοπεποίθηση, λειτουργώντας παράλληλα ως ένα πρότυπο αγάπης, ανιδιοτέλειας και αποδοχής. Συναισθήματα που αποτελούν τα θεμέλια για μία υγιή ενήλικη προσωπικότητα.
Στην πραγματικότητα, η μητρότητα παρομοιάζεται με ένα διαρκές ταξίδι, μιας και αρκετές φορές καλείται να πλεύσει σε αχαρτογράφητα νερά, γεγονός που συνδέεται με τις ανάλογες αγωνίες, ανασφάλειες και ενδεχομένως τις ενοχές που βιώνει μία μητέρα για το γονεϊκό της στυλ. Ένα ταξίδι που ξεκινά από τη σκέψη και διαρκεί εφ’ όρου ζωής, έχοντας πολλές φορές ανάμεικτα συναισθήματα, εξαιτίας του απαιτητικού αυτού ρόλου. Ένας ρόλος που προϋποθέτει έως ότου σε ένα βαθμό και την “κοινωνική θυσία” της γυναίκας. Μία θυσία που οφείλεται στα “κοινωνικά πρέπει”, αφού η μητρότητα ακόμα και σήμερα, συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως ένας ανασταλτικός παράγοντας στην επαγγελματική εξέλιξη.
Για την ελληνική κοινωνία, η γυναίκα είναι πρωτίστως μητέρα, σύζυγος και κόρη. Με αυτή την έννοια, η θηλυκότητα περιορίζεται και επιφορτίζεται την φροντίδα όλων των εξαρτώμενων μελών της οικογένειας. Αυτή η στερεοτυπική αντίληψη είναι έκδηλη σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής, επηρεάζοντας τη συμμετοχή τους σε βασικά κοινωνικά αγαθά.
Οι γυναίκες τείνουν να εργάζονται λιγότερες ώρες, σε θέσεις χαμηλότερου κύρους, χαμηλά αμειβόμενες, την ίδια ώρα που το ποσοστό ανεργίας τους παραμένει υψηλότερο σε σχέση με τους άνδρες. Το 13,8% των γυναικών εργάζονται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, σε σύγκριση με το 5,1% των ανδρών, καταλαμβάνοντας μόλις το 25% των διευθυντικών θέσεων στον ιδιωτικό τομέα, παρά το γεγονός ότι αντιπροσωπεύουν το 59% των αποφοίτων της ανώτατης εκπαίδευσης (Rafenberg, 2024).
Σύμφωνα με την έκθεση She Figures 2024 οι γυναίκες αποτελούν μόνο το 30% των καθηγητών πανεπιστημίου Α’ βαθμίδας και μόλις το 22% των πρυτάνεων, παρουσιάζοντας χαμηλή συμμετοχή στην πληροφορική, στη μηχανική και στις κατασκευές, με τις ανισότητες να αυξάνονται στους τομείς της έρευνας και της καινοτομίας. Αντίστοιχα χαμηλά ποσοστά παρατηρούνται και στον πολιτικό στίβο. Στις πρόσφατες εκλογές, μόλις 22 γυναίκες εκλέχθηκαν δήμαρχοι σε σύνολο 332 δήμων και 65 γυναίκες βουλευτές στους 300.
Η παραπάνω εικόνα έχει σαφές οικονομικό αντίκτυπο στο συνταξιοδοτικό, όπου οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται, καθώς επίσης και στο έμφυλο χάσμα που διαπιστώνεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι γυναίκες αμείβονται 13,6% λιγότερο ανά ώρα από τους άνδρες, με το μισθολογικό χάσμα να παραμένει έντονο και σε θέσεις υψηλού κύρους (Eurostat,2025).
Η υποεκπροσώπηση των γυναικών στην αγορά εργασίας συνδέεται άμεσα με τους έμφυλους ρόλους εντός της οικίας. Οι γυναίκες είναι εκείνες, που αναλαμβάνουν κυρίως, τη φροντίδα των ηλικιωμένων και εξαρτώμενων μελών της οικογένειάς τους, με αποτέλεσμα να “αναγκάζονται” να καταφύγουν σε ευέλικτες μορφές μερικής απασχόλησης ή ακόμα και στην εγκατάλειψη της εργασίας τους (Μουζάκη, 2021). Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι οι γυναίκες στην Ελλάδα αφιερώνουν κατά μέσο όρο 282 λεπτά ημερησίως σε οικιακές εργασίες και φροντίδα παιδιών, ενώ οι άνδρες μόνο 59 λεπτά (Rafenberg, 2024).
Οι ρόλοι της μητέρας, καλής συζύγου και καλής νοικοκυράς απορρέουν από τα “κοινωνικά πρέπει” βάσει των οποίων η θηλυκότητα είναι άμεσα συνυφασμένη με την αναπαραγωγή και την φροντίδα. Ένα αόρατο κοινωνικό συμβόλαιο, έχοντας για ορόσημο περίπου την ηλικία των 30 ετών, όπου η κάθε γυναίκα θα πρέπει να “υπακούσει” στο βιολογικό της ρολόι. Σε αντίθετη περίπτωση είναι το ίδιο το κοινωνικό πλαίσιο που θα αρχίσει να ασκεί ανάλογη πίεση περί “νοικοκυριού”, προβάλλοντας αυτή τη φορά το αόρατο ράφι.
Πόσο και πώς όμως προετοιμάζονται οι γυναίκες για τον γονεϊκό τους ρόλο και τις αλλαγές που αυτός επιφέρει; Πόσο έτοιμες είναι πραγματικά για την επιστροφή τους στην κοινωνική τους ζωή έπειτα από τη μητρότητα; Αυτή η επάνοδος πόσο “εξασφαλισμένη” είναι στην πράξη από την Πολιτεία;
Αντί επιλόγου
Το φαινόμενο της γυάλινης οροφής στη χώρα μας συνεχίζει να υπάρχει, παρά τις προσπάθειες που επιτελούνται τα τελευταία χρόνια. Η πρόσβαση των γυναικών στην αγορά εργασίας και ιδίως σε θέσεις ευθύνης φαίνεται να προσκρούει σε αόρατα εμπόδια, απόρροια των διαχρονικών προκαταλήψεων και διακρίσεων. Ένα φαινόμενο που δεν πρέπει να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις διάφορες μορφές βίας και διακρίσεων εις βάρος των γυναικών.
Η θηλυκότητα μοιάζει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία και επιφυλακτικότητα, προβάλλοντας άλλοτε το επιχείρημα περί συναισθηματικής αστάθειας και άλλοτε την περίπτωση της μητρότητας. Απόψεις άρρηκτα συνδεδεμένες με την ίδια τη δομή της ελληνικής κοινωνίας, όπου η παράδοση, ο συντηρητισμός και η οικογενειοκρατία δεσπόζουν στο κοινωνικό αφήγημα, δίχως ωστόσο να ανταποκρίνονται στις νέες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονται. Αντιλήψεις και αξίες που προάγονται ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία μέσα από το περιεχόμενο της κοινωνικοποίησης. Ένα αφήγημα που μολονότι έχει αρχίσει να μεταβάλλεται παραμένει κυρίαρχο για ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε θεμελιώδεις τομείς της κοινωνικής ζωής, καταλαμβάνοντας την 25η θέση στην ΕΕ στον Δείκτη Ισότητας των Φύλων (2024). Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι δεν έχουν υπάρξει σημαντικά βήματα προόδου. Η ρήξη σε καθιερωμένους κοινωνικούς τρόπους συμπεριφοράς απαιτεί ένα σύνολο μέτρων και πρωτίστως τη συμβολή της Πολιτείας.
Ο ρόλος της μητρότητας μοιάζει όντως με μία θυσία, γιατί η γυναίκα είναι εκείνη που αναπροσαρμόζει όλη της τη ζωή με μοναδική πυξίδα ένα άτομο, έξω από την ίδια, το παιδί της. Είναι εκείνο το πρόσωπο που καθορίζει πλέον τα προσωπικά της θέλω εντός ενός διαφορετικού χρονοπλαισίου. Η παραδοχή αυτή εκ μέρους των γυναικών λειτουργεί λυτρωτικά αφού τις απελευθερώνει από τις κοινωνικές πιέσεις περί της επιτυχούς εκπλήρωσης όλων των κοινωνικών ρόλων που καλούνται να υποδύονται καθημερινά. Μία αναγνώριση της θυσίας τους, που τους επιτρέπει να απολαύσουν αυτό το ταξίδι δίχως να νιώθουν ότι χάνουν τα κοινωνικά τους κεκτημένα. Αντίθετα, η μητρότητα είναι ένας ρόλος που διευρύνει περαιτέρω την κοινωνική τους ταυτότητα, με σαφείς προεκτάσεις σε κοινωνικοοικονομικό αλλά και ατομικό επίπεδο. Μοναδική προϋπόθεση η συνειδητότητα.
Τέλος, η αναγνώριση της σπουδαιότητας του ρόλου της μητέρας καθώς και η αναγκαιότητα επιστροφής της στην κοινωνική σκακιέρα επιβάλλει τη στήριξη εκ μέρους της Πολιτείας με πραγματικά μέτρα και όχι πλασματικά. Οι όποιες νομοθετικές πρωτοβουλίες θα πρέπει να έχουν μακροπρόθεσμο χαρακτήρα εστιάζοντας ακόμα και σε δράσεις ψυχοσυναισθηματικής υποστήριξης καθόλα το ταξίδι της μητρότητας. Είναι επιτακτικής σημασίας για την ευημερία και συνοχή της ίδιας της κοινωνίας η έμφυλη ισότητα και συνεπώς η ισότιμη πρόσβαση των δύο φύλων στην απόλαυση των κοινωνικών τους δικαιωμάτων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
European Commission, She Figures 2024 (Greece). Διαθέσιμο στο https://ec.europa.eu/assets/rtd/shefigures/2024/files/shefigures2024fiche-el.pdf.
European Institute for Gender Equality, Gender Equality Index. Διαθέσιμο στο https://eige.europa.eu/modules/custom/eige_gei/app/content/downloads/factsheets/EU_2024_factsheet.pdf.
Eurostat. (2025). Gender pay gap statistics. Ανακτήθηκε από https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Gender_pay_gap_statistics
Rafenberg, M. (2024), In Greece, household chores remain the responsibility of women more than anywhere else in Europe, 14/6/2024. Διαθέσιμο στο https://www.lemonde.fr/en/international/article/2024/06/14/in-greece-household-chores-remain-the-responsibility-of-women-more-than-anywhere-else-in-europe_6674755_4.html?utm_source=chatgpt.com.
Μουζάκη, Μ. (2021), Έμφυλοι ρόλοι στον εργασιακό χώρο: Το φαινόμενο της γυάλινης οροφής, 8/2/2021. Διαθέσιμο στο https://shorturl.at/xjBP1.
[1] Κοινωνιολόγος – Σύμβουλος, MSc. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Discover more from socialpolicy.gr
Subscribe to get the latest posts sent to your email.









































