Τα επίπεδα της παγκόσμιας πείνας μειώθηκαν για τρίτο διαδοχικό έτος το 2025, καταδεικνύοντας πως η πρόοδος είναι εφικτή. Παρόλα αυτά, η τελευταία παραμένει εύθραυστη, άνισα κατανεμημένη και ανεπαρκής για την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης έως το 2030, σύμφωνα με την έκθεση για την Παγκόσμια Κατάσταση Επισιτιστικής Ασφάλειας και Διατροφής 2026 (SOFI 2026), που δημοσιεύτηκε την 21η Ιουλίου 2026, από τους πέντε εξειδικευμένους φορείς του ΟΗΕ.
Η Έκθεση υπολογίζει πως το 7,8% του παγκόσμιου πληθυσμού αντιμετώπισε πείνα το 2025, μικρότερο ποσοστό σε σύγκριση με το 8,1% το 2024 και το 8,6% το 2022, επιβεβαιώνοντας μια διαρκή, αν και αργή, βελτίωση. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 645 εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι επηρεάστηκαν από τη φτώχεια το 2025, αντιστοιχώντας σε μείωση σχεδόν 14 εκατομμυρίων ανθρώπων σε σύγκριση με το 2024 και 43 εκατομμυρίων το 2022.
Παρά την παγκόσμια πρόοδο, η ανάκαμψη παραμένει άνιση μεταξύ των περιφερειών. Η Ασία, μαζί με τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, κατέγραψαν σταθερές βελτιώσεις τα τελευταία χρόνια. Σε αντίθεση, η Αφρική συγκεντρώνει, πλέον, περίπου 309 εκατομμύρια ανθρώπους που μαστίζονται από την πείνα, σε σύγκριση με την Ασία όπου καταγράφονται 292 εκατομμύρια άνθρωποι.
Παρότι η προηγούμενη αυξάνουσα τάση στην Αφρική ξεκινά να σταθεροποιείται, με το ποσοστό του πληθυσμού στην ήπειρο που αντιμετωπίζει πείνα να μειώνεται από 20,3% το 2024 σε 20% το 2025, επί της παρούσης συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που μαστίζονται από την πείνα σε απόλυτους όρους – εν μέσω ραγδαίας αύξησης του πληθυσμού.
Ευρύτεροι δείκτες αναφορικά την πρόσβαση σε τρόφιμα καταδεικνύουν αντίστοιχη κατάσταση. Το 2025, σχεδόν το 25,8% του παγκόσμιου πληθυσμού (περίπου 2,1 εκατομμύρια άνθρωποι) αντιμετώπισαν μέτρια ή ακόμη και οξεία επισιτιστική κρίση (αναγκαζόμενοι/αναγκαζόμενες να συμβιβαστούν όσον αφορά την ποιότητα ή την ποσότητα των τροφίμων που κατανάλωσαν).
Πρόκειται για μείωση από 27,1% το 2024 και 28,7% το 2020 – που ισοδυναμεί σχεδόν με 86 εκατομμύρια λιγότερους ανθρώπους, σε σύγκριση με το 2024 και 135 εκατομμύρια λιγότερους σε σύγκριση με το 2020, παρότι παραμένουν πάνω από τα καταγεγραμμένα ποσοστά πριν από την πανδημία.
Οι περιφερειακές ανισότητες παραμένουν έντονες. Ποσοστό άνω του 50% στην Αφρική (56.6%), αντιμετώπισε μέτρια ή οξεία επισιτιστική κρίση το 2025, σε σύγκριση με 20,3% στην Ασία, 22,9% στη Λατινική Αμερική και Καραϊβική, και 8,7% στη Βόρεια Αμερική και Ευρώπη. Η επισιτιστική ανασφάλεια συνεχίζει να σημειώνει υψηλότερα επίπεδα επιπολασμού στις αγροτικές περιοχές σε σύγκριση με τις περι-αστικές και αστικές περιοχές, ενώ παράλληλα οι γυναίκες πλήττονται δυσανάλογα, παρότι το έμφυλο χάσμα παρουσίασε ελαφρά μείωση το 2025.
Προβλέψεις όσον αφορά τα ποσοστά παγκόσμιας πείνας στο πλαίσιο του πολέμου στη Μέση Ανατολή
Η ετήσια έκθεση προσφέρει ανανεωμένους δείκτες πρόβλεψης για τα ποσοστά παγκόσμιας πείνας για τα επόμενα πέντε χρόνια υπό το φως της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Βασιζόμενη στη διάρκεια της επίπτωσης της κρίσης στον πληθωρισμό τροφίμων – προκαλούμενος από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων – περίπου 510 με 520 εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν πείνα το 2030 (σε σύγκριση με τη χαμηλότερη πρόβλεψη για 503 εκατομμύρια ανθρώπους σε ένα πρό-συγκρουσιακό σενάριο), με τον παγκόσμιο αριθμό των υποσιτισμένων ανθρώπων να αναμένεται να μειωθεί κατά 20%. Όμως, έτεροι πιθανοί παράγοντες που αναμένεται να επιφέρουν αλλαγές στα υποδείγματα, περιλαμβανομένων των ακραίων καιρικών συνθηκών όπως του El Niño το 2026 και 2027, δεν υπολογίστηκαν σε αυτές τις προβλέψεις, ενώ θα μπορούσαν να συνδυαστούν με τις επιπτώσεις αυτές.
Αργή πρόοδος στους παγκόσμιους διατροφικούς στόχους
Η έκθεση επισημαίνει πως η παγκόσμια πρόοδος στη διατροφή μητέρας και παιδιού παραμένει επίσης ανεπαρκής ώστε να καλύψει τις διεθνείς δεσμεύσεις, περιλαμβανομένων των διατροφικών στόχων για το 2030.
Δείκτες όπως η αναπτυξιακή καθυστέρηση στα παιδιά, η σπατάλη, η παχυσαρκία, το χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση και ο αποκλειστικός θηλασμός παρουσιάζουν μόνο οριακές βελτιώσεις, με την πρόοδο να είναι πολύ αργή ώστε να προσεγγίσει τους στόχους. Παράλληλα, το ποσοστό αναιμίας μεταξύ των γυναικών ηλικίας από 15 έως 49 ετών επιδεινώνεται, ενώ ο επιπολασμός της παχυσαρκίας των ενηλίκων παρουσιάζει σταθερή αύξηση – από 12,1% το 2012 σε 16,2% το 2024 – σε αντίθεση με τον Στόχο για τον τερματισμό της αύξησής του έως το 2025. Μόνο το 30,8% των παιδιών ηλικίας 6 έως 23 μηνών παγκοσμίως, καταναλώνουν μια ελάχιστα ποικίλη διατροφή, ενώ, επίσης, 150 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών πάσχουν από καχεξία.
Η πρόοδος διαφέρει, για μία ακόμη φορά, σε σημαντικό βαθμό μεταξύ των περιφερειών (*περιφερειακές ανισότητες). Ο επιπολασμός της παιδικής καχεξίας μειώνεται στην Αφρική, και βρίσκεται σε “καλή πορεία” ως προς την επίτευξη των στόχων του 2030 στην Ασία, ενώ παράλληλα τα ποσοστά αποκλειστικού θηλασμού βελτιώνονται μεταξύ όλων των περιφερειών όπου τα δεδομένα είναι διαθέσιμα. Παρόλα αυτά, σχεδόν όλες οι περιφέρειες αντιμετωπίζουν διευρυμένα χάσματα αναφορικά με την αντιμετώπιση της αναιμίας μεταξύ των γυναικών, ενώ παράλληλα η παιδική παχυσαρκία αυξάνεται ραγδαία στην Ωκεανία.
Το κόστος της υγιεινής διατροφής
Η φετινή έκθεση SOFI εξετάζει προσεκτικά το κόστος της υγιεινής διατροφής – τις μέσες ελάχιστες δαπάνες που απαιτούνται για την απόκτηση τοπικών διαθέσιμων τροφίμων, που καλύπτουν τις περισσότερες ενεργειακές και διατροφικές ανάγκες. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η υγιεινή διατροφή είναι η διατροφή που είναι επαρκής, ισορροπημένη, ποικίλη, και ήπια (όσον αφορά την πρόσληψη θερμίδων).
Η έκθεση υπογραμμίζει πως τα κόστη παραμένουν ένα σημαντικό εμπόδιο για την επίτευξη του Στόχου 2 | Βιώσιμης Ανάπτυξης (Μηδενική Φτώχεια), παρόλο που η μείωση των διατροφικών κοστών δεν θα αποτελέσει επαρκές μέτρο, εφόσον είναι το μοναδικό, για τη βελτίωση της διατροφικής ποιότητας και των διατροφικών αποτελεσμάτων.
Το 2025, το μέσο παγκόσμιο κόστος υγιεινής διατροφής αυξήθηκε σε 4,28 δολάρια ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Parity (PPP)) ανά άτομο / ανά ημέρα, από 3,44 δολάρια PPP το 2021 και 2,94 δολάρια PPP το 2017, με τα υψηλότερα επίπεδα να καταγράφονται στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (4,91 δολάρια PPP). Παράλληλα, ο αριθμός των ανθρώπων που δεν μπορούν να υποστηρίξουν οικονομικά μια υγιεινή διατροφή έχει αποκλιμακωθεί – από 2,97 εκατομμύρια (37,4% του παγκόσμιου πληθυσμού) το 2021 σε 2,69 εκατομμύρια (32.7%) το 2025.
Όμως, αυτή η τάση καλύπτει σημαντικές περιφερειακές ανισότητες. Στην Αφρική, η οικονομική δυνατότητα επιδεινώθηκε αισθητά, με το 66,6% του πληθυσμού να αδυνατεί να στηρίξει οικονομικά μια υγιεινή διατροφή το 2025 – παραπάνω από το ήμισυ του ποσοστού που σημειώθηκε στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.
Τα κόστη της υγιεινής διατροφής διαφέρουν ευρέως μεταξύ των περιφερειών εξαιτίας των δομικών διαφορών στα αγροδιατροφικά συστήματα. Οι τροφές ζωικής προέλευσης, τα φρούτα και τα λαχανικά ευθύνονται για το μεγαλύτερο μερίδιο του κόστους, ενώ τα αμυλούχα βασικά τρόφιμα συντελούν σε ένα σχετικά μικρό ποσοστό κόστους. Οι τροφές ζωικής προέλευσης, είναι ο μεγαλύτερος συντελεστής του κόστους μιας υγιεινής διατροφής για την Αφρική, ενώ τα λαχανικά αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο για τη Λατινική Αμερική και Καραϊβική.
Οι διατροφικές αλυσίδες αποτελούν καθοριστικοί παράγοντες των τιμών. Οι δραστηριότητες που έπονται της παραγωγής των τροφίμων ευθύνονται για το 70-75% του κόστους που μετακυλίεται σε καταναλωτές και καταναλώτριες, με έως και το 40% των συνολικών κοστών να προκύπτουν στην επεξεργασία, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στο χονδρικό εμπόριο. Η βελτίωση της αποδοτικότητας στους συγκεκριμένους τομείς αποτελεί, συνεπώς, μία κρίσιμη “παρέμβαση” ειδικότερα για τη μείωση του κόστους σε αλλοιώσιμες και πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά τροφές.
Η μείωση του κόστους της υγιεινής διατροφής απαιτεί στοχευμένες πολιτικές παρεμβάσεις που θα διευρύνουν τη διαθεσιμότητα των θρεπτικών τροφίμων, ενώ παράλληλα θα μειώσουν τα διαρθρωτικά κόστη στις αγροδιατροφικές αλυσίδες. Στις πολιτικές αυτές περιλαμβάνονται επενδύσεις σε υποδομές, σε έρευνα και ανάπτυξη, άρδευση και ψυκτική αλυσίδα, σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις στις επιδοτήσεις, στην εν γένει διευκόλυνση του εμπορίου και την θέσπιση νομοθετικών πλαισίων.
Στοχευμένες παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, θα μειώσουν τις απώλειες και θα προάγουν βιώσιμες πρακτικές μπορούν, ταυτοχρόνως, να βελτιώσουν τα διατροφικά αποτελέσματα, να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και να υποστηρίξουν την επίτευξη των κλιματικών στόχων.
Πηγή: who.int
Απόδοση: Ελένη Τομπέα
Επιμέλεια: Ανδρέας Ντούνης
socialpolicy.gr
Discover more from socialpolicy.gr
Subscribe to get the latest posts sent to your email.






































